Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Περιπέτειες Συγγραφής’

Κύλικες και Δόρατα. Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Οι ήρωές μου γκρινιάζουν…

Posted by vnottas στο 27 Ιανουαρίου, 2017

 

img16_1

…Καθώς τους έχω αφήσει (για καναδυό μήνες) ακινητοποιημένους και μετέωρους, είναι στεναχωρημένοι, και με το δίκιο τους. Και διαμαρτύρονται. Τους έκοψα πάνω στο τσακ, ενώ όλα έδειχναν ότι επέκειντο (μυθιστορηματικές) εξελίξεις που (φυσικά) τους αφορούσαν άμεσα και ασχολήθηκα με άλλα.

Εντάξει, δεν είχα πρόθεση ούτε να τους υποτιμήσω ούτε, πολύ περισσότερο, να τους διαγράψω εντελώς. Αλλά, κάτι οι γιορτές, κάτι το μικρό υπέροχο πλασματάκι που αναφάνηκε σαγηνευτικό και διεκδικητικό στον οικογενειακό ορίζοντα, ο χρόνος και η διάθεσή μου αναπροσανατολίστηκαν.

Τώρα που επανασυνδέομαι με τα παλαιότερα, έχω την εντύπωση πως μου κρατάνε μούτρα.  Έχουν εσπευσμένη ανάγκη από δράση, πλοκή, ψυχολογική εμβάθυνση, αληθοφανή κοινωνική ένταξη, χώρια η πάγια απαίτηση των τύπων αυτού του είδους για ιστορική τεκμηρίωση.

Επομένως τους καθησυχάζω: η περιπέτεια συγγραφής ξαναρχίζει από εκεί ακριβώς που σταμάτησε. Αν δε κάνω λάθος (τρόπος του λέγειν – δεν κάνω) είμαστε στο σημείο που ο νεαρός λόγιος Εύελπις από τα Μέγαρα, επικεφαλής της ομάδας που συνοδεύει  τα αγάλματα των τυραννοκτόνων πίσω στην Αθήνα, βρίσκεται προς το παρόν μπλοκαρισμένος στην Τύρο, γιατί τα πλοία με τα οποία θα συνεχίσει το ταξίδι προς την ισχυρότερη πόλη των Ιώνων, καθυστερούν.

Όπου να ‘ναι θα τον ξεμπλοκάρω. Πρέπει να φτάσει έγκαιρα  στον προορισμό του γιατί εκεί τον περιμένουν σημαντικές συναντήσεις με επιφανή πρόσωπα, καθώς και μια άκρως ενδιαφέρουσα δίκη με πολιτικές προεκτάσεις και γεωπολιτικές επιπτώσεις. Ο Εύελπις σε αυτή τη φάση δρα προσπαθώντας να ξεπεράσει τον (όχι πλέον πλατωνικό) έρωτά του για την (επιτηρούμενη από τους Μακεδόνες) αθηναία εταίρα Θαίδα. Μαζί του ο πιστός Οινοκράτης και ο Χοντρόης, ο παχουλός Πέρσης με τα ιδιόμορφα ελληνικά.

Όλα αυτά ενώ μπαίνει το καλοκαίρι του 330 πΧ, μιας χρονιάς που θα αποδειχτεί αποφασιστική για το μέλλον της εκστρατείας και για τη μορφή που θα πάρει η μελλοντική αυτοκρατορία, πράγμα που οι ήρωές μου αγνοούν ή, το πολύ, οι πιο ενορατικοί από αυτούς απλώς διαισθάνονται.

images-74

 

 

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Σχετικά με το μυθιστόρημα που συνεχίζεται…

Posted by vnottas στο 16 Οκτώβριος, 2016

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-4

Αυτό το καλοκαίρι, με την ιδιότητα του συλλέκτη ιστορικού υλικού για το μυθιστόρημα, ήμουν εγκατεστημένος στην (αρχαία) Αθήνα και μπορώ να πω ότι δεν πέρναγα άσχημα, κάθε άλλο.

Εντάξει, παραδέχομαι ότι μερικές αναπόφευκτες συγκρίσεις ήταν επώδυνες για κάποιον που προερχόταν από το δηλητηριασμένο παρόν, μια που τότε το λεκανοπέδιο ήταν ακόμη πυκνά δασωμένο, υπήρχαν ποτάμια, μικρά μεν, αλλά γάργαρα, και η ¨θεά¨ Φρύνη μπορούσε να αναδυθεί από τα νερά του Φαλήρου χωρίς να αλειφτεί  με κηλίδες πετρελαίου που θα προβλημάτιζαν τον Απελλή και ίσως να τον οδηγούσαν στο να εισαγάγει ένα πρώιμο εικαστικό αντικλασικισμό που μόνον λίγοι (προφήτες) θα κατανοούσαν (τότε).

Τότε, που για τους Αθηναίους του Άστεως ο Λυκαβηττός ήταν μια κοντινή εξοχή, που ο Κεραμικός ήταν το ωραιότερο προάστιο της πόλης και που η ατίθαση νεολαία σύχναζε στις όχθες του Ιλισσού, στην περιοχή του Κυνοσάργους, για να αμφισβητήσει (τους πάντες) και να κάνει  τους απαραίτητους κατά πάντων αστεϊσμούς (πλάκες).

Ωστόσο, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω (και να συγκρίνω) και  άλλα πράγματα των οποίων η γεύση (μία από τα ίδια, τα σημερινά) ήταν μάλλον παρηγορητική, με την έννοια ότι διαπίστωνα πως ακόμη και τότε, σε εποχές που αναγνωρίστηκαν ως κλασικές, ξεχωριστές, δημιουργικές, σημεία αναφοράς για τους μεταγενέστερους, οι άνθρωποι  εδώ, κάτω από τον διαυγή αττικό ουρανό, διέθεταν τις ρίζες όχι μόνον των ¨καλών¨, αλλά και των ¨κακών¨ χαρακτηριστικών που θα μας παίδευαν και θα μας έσωζαν διαχρονικά. Αυτά που θα εξακολουθούσαν για αιώνες να οδηγούν σε εξάρσεις και καταπτώσεις, σε συλλογικούς ενθουσιασμούς και ομαδικές καταθλίψεις, σε ηρωισμούς και προδοσίες, σε αυτοπεποίθηση και αυτολύπηση.

Το ταξίδι, όπως ξέρετε ήδη, αφορά στην Αθήνα του 4ου αιώνα πΧ, την οποία είπα να συμπεριλάβω στη μυθιστορία που σκαρώνω, έστω κι αν αυτή (η μυθιστορία) παρακολουθεί μέχρι τώρα την εκστρατεία του Αλέξανδρου και  (ως εκ τούτου) διαδραματίζεται στην εξωτική Ανατολή.

Από σήμερα λοιπόν αρχίζω την ανάρτηση των πρώτων κεφαλαίων του 5ου μέρους, δηλαδή εκείνων (των λίγων) των οποίων η πρώτη εκδοχή είναι ήδη έτοιμη. Φυσικά πρόκειται για πρωτόλεια κείμενα που κατά πάσα πιθανότητα θα διορθωθούν εν καιρώ, ενδεχομένως και με τις συμβουλές-συμβολές των διαδικτυακών αναγνωστών. Τα σημερινό αφορά στην προετοιμασία της ¨Αποστολής στην Αθήνα¨ του Εύελπι, ο οποίος δεν είναι μόνο επιφορτισμένος να παραδώσει στους Αθηναίους τα αγάλματα των ¨τυραννοκτόνων¨, αλλά που του έχουν ανατεθεί και άλλα, λιγότερο ¨επίσημα¨ καθήκοντα.

images-6

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Ολίγα (επεξηγηματικά) για την πορεία του υπό εκπόνηση μυθιστορήματος

Posted by vnottas στο 9 Αύγουστος, 2016

images (4)

Με το κεφάλαιο που αναρτώ σήμερα ολοκληρώνεται το τέταρτο μέρος του ιστορικού, υπό εκπόνηση, μυθιστορήματος με τον (πάντα προσωρινό -τυχόν υποδείξεις αποδεκτές) τίτλο ¨Κύλικες και Δόρατα¨.

Θα ακολουθήσει ένα ακόμη ιντερμέδιο, πιθανώς η επιστολή του Ευμένη προς τον Καλλισθένη, όπου και θα γίνεται μια ανασκόπηση των έως τώρα πεπραγμένων, βοήθεια προς τους πιο αφηρημένους από τους ενδεχόμενους αναγνώστες, και μετά το πέμπτο, πιθανότατα προτελευταίο μέρος.

Θεωρώ ότι το μυθιστόρημα πήρε ήδη τον ¨κατήφορο¨ (οι βασικοί ήρωες έχουν σκιαγραφηθεί, η επιθυμητή ατμόσφαιρα έχει διαγραφεί, μια σειρά ¨αναμονές¨ έχουν παρατεθεί, πράγμα που διευκολύνει την εκπόνηση του εναπομείναντος τμήματος) προς την λήξη.

Ωστόσο νομίζω ότι δεν θα αποφύγω τον πειρασμό να εντάξω ένα μέρος της (υπόλοιπης) πλοκής, στην πιο γοητευτική πόλη της εποχής, την πόλη που στο δεύτερο μισό του τέταρτου π.Χ. αιώνα διάγει την (πρώιμη) belle époque της, την πόλη που σφύζει από πνευματικές και άλλες ανησυχίες, την πόλη όπου συχνάζουν οι πιο αξιόλογοι φιλόσοφοι, καλλιτέχνες, αλλά και κατάσκοποι και τυχοδιώκτες του αιώνα εκείνου. Φυσικά μιλάω για την Αθήνα, που αυτή την περίοδο, παρά την πολιτική παρακμή, ζει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιόδους της ιστορίας της. 

Έτσι, αυτό το καλοκαίρι του (μεταμνημονιακού) 2016 αποδρώ έχοντας βυθιστεί για τα καλά στον τέταρτο π.Χ. αιώνα, όπου συλλέγω στοιχεία για τους ήρωες της εποχής (τους ιστορικούς -τους μυθιστορηματικούς ως γνωστόν τους κάνω ό, τι θέλω) που πρέπει να μπουν στο μυθιστόρημά μου έχοντας τη σωστή ηλικία και (στο μέτρο του δυνατού) αυθεντικά τα λοιπά χαρακτηριστικά.

Βέβαια, η εποχή είναι αρκετά παρωχημένη και πολλοί μύθοι έχουν έκτοτε παρεμβληθεί παρενοχλώντας τις ακριβείς ¨ιστορικές¨ χρονολογήσεις. 

Ένα μικρό παράδειγμα: υπάρχουν ήδη στους αρχαίους ιστορικούς αναφορές στο ειδύλλιο του κωμικού δραματουργού Μένανδρου με την εταίρα Θαίδα. Όμως η Θαίδα φεύγει από την Αθήνα το 334 πΧ, ακολουθεί την εκστρατεία μέχρι τέλους και, στη συνέχεια, τον Πτολεμαίο στην Αίγυπτο, ενώ απ’ ότι φαίνεται ο Μένανδρος το 334 είναι μόλις   οκτώ χρονών. Από την άλλη ¨λέγεται¨ ότι ο Μένανδρος, ακόμη και όταν του το ζήτησε ο ίδιος ο Πτολεμαίος, αρνήθηκε να μετεγκατασταθεί στην Αίγυπτο. Επομένως το πού και πώς αυτοί οι δύο συναντήθηκαν,  νομίζω ότι μπορεί μεν να αντιμετωπιστεί μυθιστορηματικά, αλλά σίγουρα, εάν η συνεύρεση συνέβη, πρέπει να έγινε αργότερα, άρα (για να μην τα πολυλογώ)   πρέπει να ξαναδώ (και να τροποποιήσω) ορισμένες στραβές νύξεις που έχω  ήδη κάνει σχετικά με αυτό το θέμα.

Κατά τα άλλα, σας στέλνω τις ευχές μου για έναν αίσιο και δροσερό υπόλοιπο Αύγουστο.

writing-quill-with-ink-blot_small

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: | Leave a Comment »

Προς τους συμπάσχοντες ¨ναυτιλλομένους¨ στον ωκεανό της ερασιτεχνικής συγγραφής: Λίγα λόγια για το μυθιστόρημα που δημοσιεύεται στο Ιστολογοφόρο, ενώ εκπονείται.

Posted by vnottas στο 28 Φεβρουαρίου, 2016

 

 images (1)

Με το δωδέκατο κεφάλαιο, που ήδη ανάρτησα με τίτλο ¨Ο Εύελπις ανακεφαλαιώνει και ο Οινοκράτης ονειρεύεται!¨, καθώς και το τρίτο ιντερμέδιο, που θα βρείτε εδώ παρακάτω, συμπληρώνεται το τρίτο μέρος του (υπό εκπόνηση) ιστορικού μυθιστορήματος. [Προσωρινός τίτλος: ¨Κύλικες και δόρατα¨, προσωρινός υπότιτλος: Ημέρες και έργα του Εύελπι του Μεγαρέα, λογίου, στην υπηρεσία του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα] .

Σημειώνω για τους φίλους που παρακολουθούν τις σχετικές αναρτήσεις ότι μπορούν τώρα να βρουν και το Γ΄ μέρος, δημοσιευμένο σε μια ενιαία σελίδα, όλο μαζί με τη σειρά, κάνοντας ¨κλικ¨ είτε στις οριζόντιες γραμμές των συνδέσμων κάτω από τον τίτλο του ιστολογίου είτε αριστερά στην κάθετη στήλη των ¨σελίδων¨. (Η συγγραφή του τέταρτου μέρους προχωρεί, υπολογίζω ότι πρέπει να βρισκόμαστε κάπου στη μέση).

Εδώ θα περιοριστώ σε μερικές γενικές παρατηρήσεις-εξομολογήσεις σχετικές με τα πιο ενδιαφέροντα αφενός, και τα πιο ζόρικα αφετέρου, σημεία ενός ¨συγγραφικού παιχνιδιού¨ αυτού του είδους.

corsi_di_scrittura

α. Γενικότερη απορία: Είναι άραγε ¨καλό πράγμα¨ να ασχοληθεί κανείς (ερασιτεχνικά πάντα) με τη συγγραφή ενός ¨ιστορικού¨ μυθιστορήματος;

Απάντηση: Δε ξέρω ποια μπορεί να είναι η γενικότερη απόφανση για την ποιοτική στάθμη του τελικού αποτελέσματος, αλλά μπορώ να αναφερθώ σε δύο πράγματα που τα θεωρώ ως εκ των προτέρων θετικά:

Το ένα είναι το πάγιο κέρδος για όποιον φτιάχνει μύθους είτε τους εντάσσει σε κάποια συγκεκριμένη εποχή είτε όχι: Ταξιδεύει, συμπάσχοντας με τους ήρωές του, σε αταξινόμητους τόπους της μνήμης και της φαντασίας, όπου μπορεί (ενδεχομένως) να ανακαλύψει ¨πράγματα¨, αλλά και να δημιουργήσει ¨θαύματα¨ ( Μήπως κάθε συγγραφέας δεν είναι ένας μικρός ερασιτέχνης θεός, που ξέρει τα πάντα και μπορεί να κάνει τα πάντα για τους ήρωές του;)

Το άλλο καλό αφορά ειδικά στις περιπτώσεις που ο μύθος εντάσσεται σε ιστορικά πλαίσια: Σε προτρέπει να εντρυφήσεις  με τρόπο ζωντανό (έως συναρπαστικό) σε μια άλλη εποχή. Που πάει να πει ότι μαθαίνεις ένα σωρό πράγματα. Ομολογώ ότι ξέρω πια για την εποχή κατά την οποία δρουν οι ήρωές μου πολύ περισσότερα από όσα γνώριζα όταν άρχισα τη συγγραφή.

Βέβαια σε αυτή την περίπτωση δεν μπορείς να κάνεις ό, τι θέλεις με τους ήρωές σου, τουλάχιστον με εκείνους για τους οποίους μιλάει η Ιστορία. Γι αυτό είσαι υποχρεωμένος να μάθεις καλά όσα έχουν ήδη ειπωθεί γι αυτούς, έτσι ώστε να μη πέσεις σε απαράδεκτες αντιφάσεις. Μπορείς όμως πάντα να  τους πλαισιώσεις με φανταστικούς, καθαρά μυθιστορηματικούς ήρωες, για τους οποίους ισχύει και πάλι η κοπτοραπτική σου δυνατότητα.

435275-book

β. Πώς (και γιατί) έγινε η επιλογή της συγκεκριμένης εποχής;

Απάντηση: Στο παλιότερο σύγγραμμά μου ¨Από τον βωμό και τον άμβωνα στην οθόνη¨ είχα υποστηρίξει ότι σε κάθε επικοινωνιακά καθορισμένη ιστορική περίοδο, υπάρχει και μία κυρίαρχη ομάδα επικοινωνητών οι οποίοι ασκούν εξουσία (πειθούς) μαζί (ή ενάντια) με εκείνους που εκφράζουν συνασπισμούς εξουσίας βασισμένους σε άλλες σημαντικές ανθρώπινες δραστηριότητες (πολιτική, οικονομία, κλπ).

Έτσι, πριν επινοηθεί η γραφή, την εποχή του προφορικού λόγου, την επικοινωνιακή ηγεσία διατηρούν επί χιλιετίες οι ¨μάγοι¨, ενώ η ¨οργάνωση των αναγκαίων αφηγήσεων¨ που εξασφαλίζει η γραφή, επέτρεψε την αντικατάστασή τους από τους ¨ιερείς¨.  Με τον ίδιο τρόπο η τυπογραφία θα δώσει την επικοινωνιακή εξουσία στους διανοούμενους, ενώ τα ΜΜΕ θα την μεταφέρουν (εν τέλει)  στους ¨ανθρώπους της εικόνας¨, τους διαφημιστές και τους δημοσιοσχετίστες.  Με άλλα λόγια, όσο ο άνθρωπος, για να βρει απαντήσεις στα πάγια υπαρξιακά ερωτήματά του, θα καταφεύγει στη σφαίρα της μεταφυσικής (αρχαϊκή περίοδος), η επικοινωνιακή εξουσία θα καταλήγει στα χέρια μάγων και ιερέων, όταν (με αρκετή δόση οίησης) αποφασίζει να χειραφετηθεί,  την επικοινωνιακή εξουσία την αναλαμβάνουν διανοούμενοι και επιστήμονες (περίοδος νεοτερικού ανθρωπισμού-μοντερνισμού).  Και όταν ο Άνθρωπος παύει να πιστεύει τόσο στο θεό όσο και στον εαυτό του, τότε έρχεται η ώρα των σχετικιστών, αυτοϊκανοποιούμενων πραγματιστών, των ¨μεταμοντέρνων¨.

Σε αυτή την γενικότατη διάκριση εποχών και κυρίαρχων επικοινωνιακών ομάδων, υπάρχει μια σημαντική εξαίρεση που αφορά σε μια περίοδο (ανολοκλήρωτου) ανθρωπισμού που αναφύεται μέσα σε ένα περιβάλλον πλήρους αρχαϊκότητας. Πρόκειται για την ελληνική και ρωμαϊκή περίοδο, κατά τις οποίες αναπτύσσεται ένας πρώιμος ¨μοντερνισμός¨, που όμως δεν πρόκειται να εδραιωθεί αν και συνοδεύτηκε από ηχηρές καινοτομίες, κυρίως στο πολιτικό και το επικοινωνιακό πεδίο (επινόηση του πολιτεύματος της Δημοκρατίας, έξοδος της Γνώσης από ανάκτορα και ναούς και διάδοσή της). 

Οι φιλόσοφοι, οι ποιητές, οι επιστήμονες (δηλαδή οι ¨επικοινωνητές¨ αυτής της περιόδου) θα βάλουν τα θεμέλια που θα διευκολύνουν την πολύ μεταγενέστερη Αναγέννηση, που με τη σειρά της θα οδηγήσει σε δραστικές αλλαγές, στη γαλλική επανάσταση και στον (σύγχρονο) κόσμο που, μέχρι πρόσφατα, νομίζαμε γνωστό και οικείο.

4543847_6d44229b73_m

Με βάση λίγο πολύ τα παραπάνω, μου είχε δημιουργηθεί η σκέψη: Τι θα συνέβαινε εάν κάποιος από τους ¨επικοινωνητές¨ της κλασικής αρχαιότητας συνειδητοποιούσε έστω μερικά, σε τι κοσμογονικές εποχές ζούσε και εάν αποφάσιζε να επινοήσει και να προτείνει μια πολιτική για την ολοκλήρωσή των επωαζόμενων αλλαγών;

Θα μου πείτε πως ο Πλάτωνας, για παράδειγμα, αλλά και ο Αριστοτέλης, ίσως και ο Ισοκράτης και άλλοι γνωστοί διανοητές θα μπορούσαν να ιδωθούν κάτω από αυτό το πρίσμα. Σύμφωνοι, αλλά θα χρειαζόταν μια (επώδυνη, αλλά και ούτως ή άλλως πολύ δύσκολη) τομή πάνω στο πολυσχολιασμένο και πολυσχιδές έργο τους, που θα δυσκόλευε τη μυθοπλαστική επέμβαση.

Τελικά θεώρησα ότι ένα κατάλληλο τέτοιο πρόσωπο θα μπορούσε να είναι ο μαθητής του Αριστοτέλη και ιστορικός της επεκτατικής φάσης του αρχαίου ελληνογενούς νεοτερισμού, ο Καλλισθένης.

images (4)

Ξεκίνησα λοιπόν για να μιλήσω περί μιας (ενδιαφέρουσας κατά τη γνώμη μου) εποχής, εστιάζοντας σε κάποιον που μπορεί να αναλάβει τον δραματικό  ρόλο του έντιμου αλλά και ενεργού διανοητή, σκαπανέα μιας νέας αντίληψης μέσα σε ουσιαστικά ανώριμες συνθήκες.  Τον Καλλισθένη που  δρα πλάι στον Αλέξανδρο (κατά κάποιο τρόπο πρώιμο Ναπολέοντα) και τον στηρίζει έως ότου τα γεγονότα τον υποχρεώσουν να προσγειωθεί και να αμφισβητήσει τον βασιλιά και τις επιλογές του.

Βέβαια, όπως είδατε, κατά την εκπόνηση, με γοήτευσαν και άλλοι χαρακτήρες που εκκολάφτηκαν καθ’ οδόν για να εξυπηρετήσουν τις μυθοπλαστικές ανάγκες, όπως ο βασικός συν-αφηγητής Εύελπις, ο δούλος-¨προλετάριος¨ Οινοκράτης, το Πουλχερίδιον και άλλοι.

Αλλά για να επανέλθω στο ερώτημα περί της επιλογής της συγκεκριμένης εποχής, ας πω ότι, ό, τι κι αν ισχυρίζονται οι πιο φαντασμένοι από τους ενσωματωμένους ιστορικούς, καμιά επιλογή πάνω στο ¨άμοιρο¨ (κακόμοιρο) σώμα της Ιστορίας δεν είναι άμοιρο των τρεχουσών (σημερινών) καταστάσεων και αναγκών.

Υπενθυμίζω ότι όταν η ανερχόμενη αστική τάξη στην Ευρώπη είχε ανάγκη από σημεία αναφοράς για να δείξει ότι μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς την κηδεμονία του μεσαιωνικού ιεραρχείου και των ευγενών, έφτιαξε ένα ολόκληρο πολιτιστικό ρεύμα (κλασικισμός) γεμάτο αναφορές στην αρχαία ελληνική δημοκρατία, ενώ όταν, σχετικά πρόσφατα,  ο εγκατεστημένος πλέον καπιταλισμός αποφάσισε να γίνει ¨οικουμενικός¨, να που οι αναφορές αυτές αντικαταστάθηκαν από άλλες που μιλάνε (περισσότερο και θαυμαστικά) για τις αυτοκρατορίες του Αλέξανδρου ή των Ρωμαίων.

Άρα είναι αναμενόμενο πως, κατά βάθος, είναι οι αυτοκρατορικές τάσεις που μπορεί να διαγνώσει κανείς (χωρίς πολύ κόπο) στην εποχή μας, που διαγείρουν το ενδιαφέρον (προς αποφυγή ή προς μίμηση) για τις ¨αυτοκρατορικές¨ περιόδους της ιστορίας.

Επί πλέον, ο τέταρτος πΧ αιώνας παρουσιάζει μία ακόμα ενδιαφέρουσα ιδιομορφία. Ενώ διάφοροι παράγοντες (όπως η δουλοκτησία που καθιστά μη αναγκαίες τις μηχανές) εμποδίζει τις εκδηλωμένες νεοτερικές τάσεις να ¨ωριμάσουν¨, και ενώ η Δημοκρατία, όπου ακόμη υπάρχει, βρίσκεται σε κρίση, εκδηλώνονται εν τη γενέσει και φαινόμενα με χαρακτήρα σχετικιστικό και ¨μεταμοντέρνο¨∙ μιλάω κυρίως για τον ατομικισμό που εμπεριέχεται στις απόψεις αρκετών από τους ¨σοφιστές¨, όπως εκ των υστέρων ονομάστηκαν. (Τόσο που είναι να απορεί κανείς που οι μεγάλες σημερινές εταιρίες διαφήμισης και δημοσίων σχέσεων, δεν χρησιμοποιούν στην επωνυμία τους το όνομα των διασήμων αυτών προδρόμων!)

Alessandro

γ. Ερώτηση: Σε γενικότερο επίπεδο, σε τι διαφέρει και σε τι μοιάζει μια τέτοια αρχαία εποχή με τη δική μας; Για ποια θέματα έχουμε λίγο πολύ κοινά σημεία αναφοράς με τους ¨τότε¨ και για ποια είναι αναγκαίο (όταν συγγράφεις ιστορικό μυθιστόρημα) να δίνεις στον αναγνώστη εξειδικευμένες διευκρινίσεις;

Απάντηση: Όπως έλεγε ένας (ενδιαφέρων) τύπος, του οποίου τα συγγράμματα είχα χρησιμοποιήσει όταν δίδασκα (ο Ρεζίς Ντεμπρέ), ο άνθρωπος όντως προοδεύει (και ως εκ τούτου αλλάζει), εάν ως πρόοδο θεωρήσουμε το γεγονός ότι καταφέρνει να σωρεύει, όλο και ταχύτερα, γνώσεις για τον υλικό κόσμο, δηλαδή για τα ¨πράγματα¨ γύρω του, ενώ  όσον αφορά στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους (ατομικές ή συλλογικές), η πρόοδος είναι πολύ πιο αργή και συζητήσιμη. Γι αυτό και καταφέρνουμε να συμπάσχουμε με τα πάθη ανθρώπων/λογοτεχνικών ηρώων που έζησαν σε πολύ προγενέστερες εποχές, όπως ας πούμε ο Οιδίποδας ή ο Μάκβεθ, έστω κι αν στις εποχές εκείνες η γνώση επί των ¨πραγμάτων¨ ήταν πολύ διαφορετική από την σημερινή: άλλη η τότε τεχνογνωσία, άλλες οι τεχνολογικές εφαρμογές, πλην όμως εμείς και εκείνοι μοιάζουμε επαρκώς.  Αν δεν υπήρχε αυτό το (συναισθηματικό) κοινό πεδίο αναφοράς ανάμεσα στο σήμερα και το χτες, αν όχι τίποτα άλλο, το ιστορικό μυθιστόρημα θα ήταν ανέφικτο ή ακριβέστερα  ξενέρωτο.

Ωστόσο υπάρχουν μερικά σημεία που πρέπει κανείς να προσέξει ιδιαίτερα. Για την περίπτωση της συγκεκριμένης συγγραφικής προσπάθειας θα αναφερθώ σε δύο από αυτά. 

Το πρώτο είναι η δουλοκτησία. Νομίζω ότι ο σημερινός αναγνώστης δύσκολα μπορεί να εξοικειωθεί με τις (ιδιάζουσες σε σχέση με τις σημερινές) ανθρώπινες σχέσεις που πρέπει να αναπτύχθηκαν μέσα σε ένα δουλοκτητικό περιβάλλον, και μάλιστα σε μια εποχή που το φαινόμενο θεωρείται αποδεκτό, αν όχι αυτονόητο, χωρίς κάποια βοήθεια από τον αφηγητή. Αλλά αυτός ο τελευταίος όχι μόνο πρέπει να ενημερωθεί (όσο μπορέσει) αλλά και να υποθέσει και να επινοήσει.

Το δεύτερο είναι ο πόλεμος. Εικάζω ότι στις προ της ατομικής βόμβας εποχές, και ακόμη περισσότερο στις προ της πυρίτιδας, ο πόλεμος (που δεν μπορούσε -τότε- να θεωρηθεί μια επίφοβη αιτία συλλογικής αυτοκτονίας) ήταν πολύ περισσότερο μέσα στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Την εποχή για την οποία συγγράφω, ο πόλεμος, (ως πατήρ πάντων) αποτελούσε μια σχεδόν διαρκή ενασχόληση ατόμων και κοινωνιών και, αν όχι άλλο τι, είχε ακόμη το θεό του!

fotolia_61399889_med_hr

δ. Πώς είναι να γράφεις και να αναρτάς κομμάτι-κομμάτι τα γραφόμενα στο διαδίκτυο;

Απάντηση: Το να δημοσιεύεις ενώ ακόμη γράφεις δεν έχει τίποτα το πρωτότυπο. Το έκαναν οι μεγάλοι πρόδρομοι (με τα ένθετα στις εφημερίδες Feuilleton) ήδη τον 19ο αιώνα με μεγάλη επιτυχία, το κάνουν οι σεναριογράφοι των τηλεοπτικών σειρών ακόμη και σήμερα. Εκείνο που είναι νέο, είναι η δυνατότητα άμεσης ¨επικοινωνιακής ανάδρασης¨ που επιτρέπει  το διαδίκτυο. Εάν δεν επωφελούνται οι επαγγελματίες, είναι γιατί το προϊόν στο μανταλάκι του ιστού δεν είναι εμπορεύσιμο. Αντίθετα, το διαδίκτυο είναι η χαρά και η ευκαιρία των ¨εραστών της τέχνης¨ της γραφής.  Έλαβα ήδη χρήσιμες παρατηρήσεις από αναγνώστες των αναρτήσεων και τους ευχαριστώ.

Υπάρχει ακόμα κάτι που είναι καινούργιο και ευχάριστο: Μειώνεται ο συχνά αυθαίρετος ρόλος του έκδοτη, καθώς και εκείνων, των υποτίθεται ειδημόνων (ή συχνά εγκάθετων) ¨αναγνωστών¨ που επιλέγουν για λογαριασμό του, τι πρέπει να εκδοθεί και τι όχι.   

scrivere-s

 ε. Τι γράφεται με βάση έναν αρχικό σκελετό πλοκής και τι επινοείται καθ’ οδόν;

Απάντηση: Στην περίπτωσή μου, πέρα από την ¨αρχική υπόθεση¨ που συμπεριλαμβάνει τον εντοπισμό της ιστορικής περιόδου  και υποδεικνύει τον βασικό ¨ιστορικά υπαρκτό¨ ήρωα, τα άλλα επινοούνται καθώς ο μύθος παίρνει γραπτή μορφή. Το ίδιο συνέβη και με τα άλλα δύο μυθιστορήματά μου, που ήταν αποκλειστικώς προϊόντα φαντασίας. Αν περίμενα να ολοκληρωθεί πλήρως η ιστορία σε μια συνεπή προκατασκευή, μάλλον δε θα άρχιζα ποτέ να γράφω.

assets_large_t_420_54035522

ζ. Ποιος είναι ο γλωσσικός τύπος που ενδείκνυται σε ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στην κλασική αρχαιότητα;

Απάντηση: Δεν ξέρω. Μάλλον όχι τα αρχαία ελληνικά. Διαισθάνομαι όμως ότι το θέμα και η εποχή όπου εξελίσσεται η πλοκή, δε μπορεί παρά να επηρεάσει τον γλωσσικό τύπο που υιοθετείται. Όσο και αν επιλέγεις (τη δική σου) δημοτική, αποκλείεται να αποφύγεις την λόγια λέξη, την ασυνήθη σύνταξη, που όμως δίνει στην αφήγησή σου το απαραίτητο χρώμα.

Νομίζω ότι, εν τέλει, πρέπει να βρεις ένα συνδυασμό ανάμεσα στις απαιτήσεις της τρέχουσας γραμματικής και σύνταξης, της εσωτερικής γλωσσικής συνέπειας της διήγησης, και -ακόμη περισσότερο -των δύο βασικών γλωσσικών αισθημάτων: του δικού σου και εκείνου που υποθέτεις ότι διαθέτουν οι αναγνώστες σου. Ο συνδυασμός αυτός εμπεριέχει (μοιραία) αντιφάσεις. Πολύ περισσότερο όταν βάζεις τους διάφορους ήρωές σου να διηγούνται σε πρώτο πρόσωπο. Αλλά και όταν μιλάς εσύ. Οπότε συμβαίνει, άλλοτε να σου φαίνεται αποδεκτή η γενική ¨του Αλέξανδρου¨ και άλλοτε πάλι να μπορείς να γράψεις μόνον ¨του Αλεξάνδρου¨,   άλλοτε ¨του λογίου¨ και άλλοτε ¨του λόγιου¨, άλλοτε ¨απαραδέκτως¨ και άλλοτε ¨απαράδεκτα¨. Υπομονή! Πες ότι η ήδη πλούσια ελληνική γλώσσα, διαθέτει και αποχρώσεις κρυμμένες μέσα στους διαφορετικούς τονισμούς.(Έτσι μου ‘ρχεται να αναγράφω μερικές τέτοιες λέξεις άτονα και να διαλέγει τονισμό ο αναγνώστης!)

[ Βέβαια ίσως θα παρατηρήσατε ότι μου έχει προκύψει και ένας ¨ήρωας¨ (ο πέρσης Χοντρόης)  που προσπαθεί να μιλήσει  αρχαία ελληνικά (είναι ο μόνος) , αλλά που -ευτυχώς- δεν τα καταφέρνει].

passal1

η. Τι γίνεται με τις (αντιπαθητικές) υποσημειώσεις.

Απάντηση: Έχω ήδη γράψει σχετικά σε προηγούμενο σημείωμα. Οι υποσημειώσεις ενδείκνυνται στα συγγράμματα, αλλά στα μυθιστορήματα ενοχλούν. Εάν εμένα μου προκύπτουν αυθορμήτως, λόγω πανεπιστημιακής διαστροφής, οι αναγνώστες μου δε μου φταίνε σε τίποτα, να τους διακόπτω κάθε τόσο για να τους στείλω στο τέλος της σελίδας, όπου να τους κάνω τον έξυπνο με κειμενάκια που μπορεί να είναι και πλεοναστικά.  (Επαναλαμβάνω ότι, αν τις έχω χρησιμοποιήσει και στα άλλα μυθιστορήματά μου, το έκανα χάρη αστεϊσμού, για να σατιρίσω την συχνά αδόκιμη χρήση τους κυρίως στο πανεπιστημιακό περιβάλλον, όπου εξάλλου διαδραματίζονταν εκείνες οι ιστορίες).

 Έλα όμως που στη περίπτωση του ιστορικού αφηγήματος, βοηθούν αποτελεσματικά για να εντάξεις το φανταστικό στο ιστορικό μέρος, και σίγουρα βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση αυτών που θέλεις να πεις.  Σκέφτομαι τελικά να τις μαζέψω, μαζί με κάποιες από τις σκέψεις που σας εκμυστηρεύομαι εδώ, σε ένα είδος παραρτήματος-επιμυθίου στο τέλος του μυθιστορήματος, όταν βέβαια αυτό ολοκληρωθεί.

scrittura-creativa

θ. Είναι απαραίτητη η εικονογράφηση;

Απάντηση: Δεν θα έλεγα. Υποτίθεται ότι η μυθιστορηματική αφήγηση είναι αυτάρκης. Όμως δεν μπορώ να μην εξομολογηθώ την νοσταλγία (μου, αλλά την έχει αποδεχθεί και ο Έκο), για εκείνα τα πρώτα ιστορήματα της (πάλαι ποτέ) παιδικής ηλικίας, όπου ο πρώτος σαγηνευτής των αναγνωσμάτων ήταν η εικόνα. Πολύ θα ήθελα αν και όταν το συγκεκριμένο μυθιστόρημα γίνει βιβλίο, να υπάρχουν εικονογραφικοί υπαινιγμοί που να παραπέμπουν στα αναγνώσματα εκείνης της εποχής. Για την ώρα εκμεταλλεύομαι τη δυνατότητα, που μου δίνει το διαδίκτυο, να ψάχνω και να δανείζομαι  τις ζωγραφιές που βρίσκω προσιδιάζουσες στο  κείμενο

shutterstocktypewriter2

ι. Θα γίνουν αλλαγές στα κομμάτια που έχουν ήδη αναρτηθεί;

Εννοείται. Αλλά όχι πολλές. Εκτός κι αν ανακαλύψω στο τέλος ότι υπάρχουν μεγάλα πλεοναστικά τμήματα, οπότε θα είμαι υποχρεωμένος να τα κόψω. Όμως εάν κρίνω από προηγούμενες συγγραφές τα περισσότερα κομμάτια διορθώνονται μεν, αλλά παραμένουν εν πολλοίς στην αρχική τους διατύπωση. Υπάρχουν, βέβαια, οι εκ των υστέρων αλλαγές που οφείλονται σε μικρές καθ’ οδόν τροποποιήσεις του μύθου. Για παράδειγμα ίσως χρειαστεί να προσθέσω ορισμένα κεφάλαια με πρωταγωνίστρια την Θαϊδα (ένα στο δεύτερο και ένα στο τρίτο μέρος) ή να αλλάξω την προέλευση του αλόγου του Εύελπι, γιατί τώρα το θέλω αραβικό και όχι θεσσαλικό.

Αυτά για την ώρα, ευχαριστώ για την παρέα, γεια χαρά.

Il-Focusing-e-la-scrittura

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | 1 Comment »

Περιπέτειες συγγραφής (πάλι)

Posted by vnottas στο 8 Σεπτεμβρίου, 2014

imagesW

 

Ας πούμε ότι οι συγκυρίες το επιτρέπουν.

Ας πούμε ότι βρίσκεστε υπό την σαγηνευτική επιρροή μιας λευκής κόλλας χαρτιού, που αναζητά γράμματα και ιστορίες.

Ας πούμε ότι θέλετε να ζήσετε την περιπέτεια της γραφής και αναρωτιέστε από ποια πόρτα να μπείτε στον συναρπαστικό της κόσμο.

Από την λιτή, σοβαρή πύλη της διατύπωσης σκέψεων, προβληματισμών και απόψεων; Από την φαντασμαγορική ¨πορτάρα¨ (έτσι λέμε στη Θεσσαλονίκη τις πύλες των κάστρων)  των μπριόζικων φανταστικών μυθοπλαστικών αφηγήσεων; Από την σκηνογραφική είσοδο των θεατρικών διαλόγων; Ή από κάποια άλλη, καινούργια πύλη, από εκείνες που μέχρι στιγμής δεν έχετε επιχειρήσει να παραβιάσετε;

Εγώ λέω ότι αυτή η τελευταία επιλογή μοιάζει η πιο δελεαστική. Αυτή που υπόσχεται τις περισσότερες εκπλήξεις.

Όμως ας μην το παρακάνουμε σε προσδοκίες.

Θέλω να πω ότι όσο κι αν ζορίζεται ο συγγραφέας, όσο κι αν επιθυμεί να καινοτομήσει, όσο κι αν επιχειρεί να προσεγγίσει νέα είδη γραφής, κατά βάθος από το ίδιο καπέλο βγάζει πάντοτε τους λαγούς, τα περιστέρια και τα φανταχτερά του φουλάρια.

Πάντως, ας δεχτούμε ότι κάθε απόχρωση γραφής έχει τις ιδιαιτερότητές της. Μερικά θέματα, ας πούμε, απαιτούν έρευνα. Έτσι δίνουν την ευκαιρία της αναζήτησης που, από μόνη της,  είναι κι αυτή μια περιπέτεια.

Άλλα πάλι, σε αφήνουν αχαλίνωτο να νομίζεις ότι τα φτιάχνεις όλα εξ αρχής. Πρόκειται φυσικά για μια ψευδαίσθηση, αλλά παραμένει μια γοητευτική πλάνη (νομίζω ότι οι συγγραφείς είναι πάντα έτοιμοι να αυτο-πλανηθούν).

Υπάρχει και ένα είδος, που ενώ απαιτεί επαρκή τεκμηρίωση,  επιτρέπει παράλληλα μυθοπλαστικές απογειώσεις: το ιστορικό μυθιστόρημα. (Ε, ναι. Αν θέλεις, στην ίδια αφήγηση, να συμπεριλάβεις μυθοπλαστικά και τεκμηριωμένα στοιχεία, πρέπει να το πάρεις απόφαση ότι δεν αρκεί η χωρητικότητα ενός, έστω εκτεταμένου, διηγήματος, πιθανώς ούτε και εκείνη της νουβέλας: θα πρέπει να βουτήξεις στη βαθειά, έως άπατη, σελιδοπαραγωγή του μυθιστορήματος).

images22

Έκανα τις παραπάνω σκέψεις καθώς έμπαινε το καλοκαίρι και προβληματιζόμουν, τόσο για το είδος της γραφής, όσο και για το συγκεκριμένο θέμα που θα μπορούσε να με ¨απογειώσει¨, γιατί, μεταξύ μας, ήθελα να προσπεράσω περίκλειστα τείχη που απομονώνουν εμένα.

Μια μέρα, με τον Νίκο που ήταν εδώ, συζητούσαμε για διάφορα θέματα της επικαιρότητας, με αυτόν  τον νέο τρόπο (νέο για τη γενιά μας –οι πιτσιρικάδες το έχουν στο αίμα τους), που η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει. Δηλαδή σκάβοντας με τη βοήθεια του φορητού ή του τάμπλετ, γύρω τριγύρω από ειδήσεις που μας πλασάρει η εφημερίδα ή η τηλεόραση. Συζήτηση, ψάξιμο, νέα στοιχεία, πάλι συζήτηση, ψάξιμο… Είναι ένα παιχνίδι που -αν αγνοήσεις προς στιγμήν τον εκνευρισμό που προκαλεί το χάσμα ανάμεσα σε αυτά που ξεφουρνίζουν τα Μέσα και αυτά που προκύπτουν από μια, έστω αβαθή, πρώτη διερεύνηση στο διαδίκτυο- μπορεί να αποβεί πρωτότυπο και ενδιαφέρον.

Η είδηση που αναμασούσε η τηλεόραση δεν ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και ίσα ίσα που την προσέξαμε. Ο πρωθυπουργός βρισκόταν στην Ιταλία και οι οικοδεσπότες, διπλωματικά ευγενικοί, τον πήγαν σε μια έκθεση αφιερωμένη στη Δημοκρατία (της οποίας μας αναγνωρίζουν το -ληγμένο- κόπι ράιτ), όπου το κύριο έκθεμα ήταν τα ρωμαϊκά αντίγραφα των αγαλμάτων των ¨τυραννοκτόνων¨.

Ας θυμηθούμε, είπαμε, λίγο περισσότερα για τον Αριστογείτονα και τον Αρμόδιο. Άρα: Γκούγκλης, Βικιπέντια, και μετά ένας λαβύρινθος από αποδεκτούς και απαράδεκτους (αισθητικά) ¨τόπους¨.

 Ενώ ξεκινήσαμε αναζητώντας συμπληρωματικές πληροφορίες για την εποχή που έδρασαν οι απεικονιζόμενοι αγαλματοποιηθέντες, το ερώτημα που άρχισε να διαγράφεται, όλο και πιο έντονα γύρω από τους δύο, ήταν: Ήρωες της (πρώιμης ή υπό κατασκευή) Δημοκρατίας, όπως κατέγραφαν  μερικοί, ή ¨απολιτικοί κίναιδοι¨, όπως ενίσταντο άλλοι;. Πολιτική δολοφονία, συνωμοσία των Λακεδαιμονίων ή μελοδραματικό έγκλημα πάθους;  Ή για να γενικεύσουμε: κατά πόσο η Δημοκρατία για να επικρατήσει ή να διατηρηθεί έχει ανάγκη από μύθους;

¨Να ένα ωραίο θέμα για ιστορικό μυθιστόρημα¨, λέει ο Νίκος.

Εγώ τσιμπάω αμέσως.

Γιατί όχι, λέω.

(συνεχίζεται)

harmodiusaristogeiton

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Περιπέτειες συγγραφής, (κι άλλες).

Posted by vnottas στο 31 Ιουλίου, 2012

Ας πούμε ότι μπαίνει καλοκαιράκι, ότι το λευκό χαρτί γίνεται μέρα με τη μέρα πιο ελκυστικό και ότι για να γράψεις σου λείπει μόνο μια ωραία, επεξεργασμένη, βασική ιδέα. Λέω καλοκαίρι γιατί ως γνωστόν στον τόπο μας γράφουν –με μεράκι- μόνον οι μερακλήδες ερασιτέχνες. Αυτούς τουλάχιστον ξέρω. Οι επαγγελματίες μου είναι άγνωστοι και τους θεωρώ κάπως εξωτικούς. Οι ερασιτέχνες όμως, έχουν ανάγκη από καλοκαίρι ή άλλες ανάλογες περιόδους σχετικής ελευθερίας.

Ας πούμε λοιπόν πως είναι καλοκαίρι, ότι κάτι το, εκ πρώτης όψεως, συγγραφικό σε διαγείρει και αρχίζεις να ψάχνεις  εναρκτήριες καλλιεργήσιμες ιδέες. Και ότι ύστερα τα βάζεις κάτω, τα παλιότερα και πιο τα πρόσφατα, τα ερωτηματικά και τα θαυμαστικά, τα υποθετικά και τα διαπιστωτικά, τα κάπως κατασταλαγμένα και αυτά που ακόμη ψάχνονται, τα στύβεις γερά, τα περνάς και μια πρώτη διύλιση, απόσταξη, επεξεργασία και, όσο να ‘ναι, όλο και κάτι μένει στον αποστακτήρα.

Κάτι με το οποίο να μπορέσεις να ξεκινήσεις.

Οπότε, παίρνεις αυτό το κάτι και αφού τα καταφέρεις να σταθείς απάνω του (θέλει κάποια ευελιξία και κάποια αίσθηση ισορροπίας), μπορείς να αρχίσεις το ταξίδι στον υπό κατασκευή κόσμο σου.

Επειδή οι περισσότερες και οι καλύτερες ιδέες θα σου έρθουν καθώς γράφεις, άρχισε το γράψιμο-γράψιμο (δηλαδή κάπως σαν να έχει ήδη ολοκληρωθεί η προεργασία και αισθάνεσαι πλήρως εξοπλισμένος για τη βουτιά στον ωκεανό της μυθοπλασίας), έστω κι αν μετά το τροποποιήσεις ή και το ανατρέψεις ριζικά. Παράλληλα, μπορείς πάντα να κρατάς σημειώσεις για ό, τι το ρηξικέλευθο σου κατέβει, ώστε να το εντάξεις στην πλοκή όταν θα ‘ρθει η ώρα του.

 Αυτά έλεγα στον εαυτό μου, προσπαθώντας να τον πείσω να πάρει πάλι τα μονοπάτια της Αφήγησης.

Βέβαια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα παραπάνω είναι λίγο πολύ πάγια και γνωστά. Ή, -θα μπορούσε να διαφωνήσει κάποιος άλλος- ότι (πάντα τα παραπάνω) δεν είναι παρά μια από τις άπειρες εκδοχές συγγραφικής απόπειρας, οι οποίες εν τέλει προκύπτουν από μη προβλέψιμους συνδυασμούς συγκυριών, προσωπικών ιδιομορφιών, αρωγών από καλοθελήτρες  μούσες και παρεμβαλλόμενων ουρών λογοτεχνιζόντων διαβόλων.

Επομένως, ενίσταται ο εαυτός μου που προτιμά τις βόλτες και το ψάρεμα, το μόνο κάπως καινούργιο δεν είναι παρά το ότι, τώρα, έχεις τη δυνατότητα να εξιστορείς τα επεισόδια αυτής (της συγγραφικής) περιπέτειας σε ένα δημόσιο ημερολόγιο.

Δηλαδή, με άλλα λόγια, το να εκτίθεσαι στο τετράγωνο. Ευθέως και παραπλεύρως, επί σκηνής και εν τοις παρασκηνίοις.

Τι να κάνουμε! του ανταπαντώ.

Είναι οι καλές, οι στραβές και οι ακόμη μη πλήρως διερευνημένες δυνατότητες των νέων καιρών.

Βουτάμε; Βουτάμε!

 

Υστερόγραφο: Έγραψα τις αράδες αυτές για να σας προϊδεάσω για μερικά κείμενα που θα ακολουθήσουν και που θα είναι  ως επί το πλείστον προπαρασκευαστικά για κάτι το ευρύτερο (ας πούμε για την προαναγγελθείσα  Μπαλάντα της γενιάς των Οσίων) και κατά συνέπεια κάπως αποσπασματικά, κάπως ατελή και –βεβαίως- ανολοκλήρωτα. Το αμέσως επόμενο, για παράδειγμα, είναι ένα σχεδίασμα εισαγωγής.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Περιπέτειες συγγραφής (περί Λυσίστρατου)

Posted by vnottas στο 17 Φεβρουαρίου, 2012

(όταν έχεις φίλους ειδήμονες, μπορεί να πάρεις και καμιά -πολύτιμη-  καλή κουβέντα)

Η Χαριτωμένη Σβαλίγκου είναι συνδέλφισσα στο Τμήμα Δημοσιογραφίας του ΑΠΘ, όπου μεταξύ άλλων διδάσκει ¨Σημειωτική του Θεάματος¨, ¨Θεατρικό Λόγο και Επικοινωνία¨ και ¨Θέατρο του 20ού αιώνα¨.

 Ήταν λοιπόν φυσικό να απευθυνθώ σ’ αυτήν και να της πω: ¨Χάρις, κοίτα, έχω εδώ ένα πρωτόλειο θεατρικό, ρίξε μια ματιά και πες μου τι γίνεται. Να το ξανακάνω ή να ασχοληθώ καλύτερα με οτιδήποτε άλλο;¨

Μου είπε ¨ευχαρίστως¨, της έδωσα τον Λυσίστρατο χειρόγραφο, και ενώ περίμενα (και θα ήμουν πολύ ευχαριστημένος) ότι μετά από λίγες μέρες μου θα έλεγε, ας πούμε: ¨Άντε καλά¨ ή ¨Προσπάθησε λίγο περισσότερο¨, ή ¨καλό¨ ή ¨κακό¨ ή εν πάση περιπτώσει μια προφορική απόφανση, η Χάρις μου έκανε τη τιμή να μου στείλει  τις απόψεις της γραπτά.

Να τες:   

Το θεατρικό έργο Ο Λυσίστρατος τον καιρό της ερ’μοποίησης του Βασίλη Νόττα είναι μια παρωδία, σε διακειμενική αντιστοιχία με τις παρωδίες ή σατιρικές κωμωδίες του Αριστοφάνη.  Γραμμένο με ρίμα, ρυθμό και ομοιοκαταληξία, ανακαλεί έργα του ευρωπαϊκού και του διεθνούς ρεπερτορίου, τα οποία διαθέτουν το στοιχείο αυτό του μέτρου, που επιπλέον συνηθίζεται ιδιαίτερα συχνά στον κωμικό θεατρικό λόγο καθώς τονίζει τη χιουμοριστική χροιά και τη χλευαστική διάθεση, τα κύρια χαρακτηριστικά της κωμωδίας.

Η εν λόγω παρωδία προσδιορίζεται εν πολλοίς από το φαινόμενο «θέατρο μέσα στο θέατρο», το οποίο αποτελεί την πεμπτουσία της θεατρικής τέχνης, συνιστά δηλαδή την κατ’ εξοχήν θεατρικότητα που δομείται πάνω στην πολυφωνία των πολλαπλών σημείων και δη των αισθητικών σημείων, τα οποία με τη σειρά τους ρυθμίζουν το συνολικό φάσμα της πλοκής του έργου. Εξάλλου το μήνυμα του κειμένου είναι απότοκο των δυνάμεων που εκπροσωπούν οι ήρωες-ρόλοι και τα πρόσωπα που αλληλεπιδρούν στις βαθείες δομές της πλοκής.

Επιπλέον, στο πλαίσιο του φαινομένου αυτού τα πρόσωπα, ο χρόνος και ο χώρος χαρακτηρίζονται επίσης από τη θεατρικότητα, ιδιότητα που δηλώνει την υπερ-αλήθεια του θεατρικού λόγου και κυρίως της παραστάσεως και της δια-παραστάσεως. Έχουμε δηλαδή πάνω στη σκηνή ηθοποιούς που γίνονται θεατές των ηθοποιών μιας άλλης παραστάσεως που εκτυλίσσεται μπροστά τους, ενώ οι ηθοποιοί απευθύνονται άμεσα στους θεατές καταργώντας τη θεατρική ψευδαίσθηση, π.χ. ο Θίασος «ό,τι ήθελε προκύψει» παρουσιάζει, απευθυνόμενος στους θεατές, το έργο που θα παιχθεί. Παρατηρείται δε η εισαγωγή θεατρολογικού λεξιλογίου κατά κόρον:  «Θίασος, μονό­πρακτη παροδία», «θεατροθεραπεία» κλπ., στα εσκεμμένα ορθογραφικά λάθη των οποίων υπάρχουν επεξηγήσεις στις ντιρεκτίβες του συγγραφέα.

Αυτό το θεατρικό παιχνίδι μπορεί να συνεχιστεί στο διηνεκές. Εδώ η δράση υπογραμμίζει τη διαλεκτική σχέση της με τη θέαση και δεν εκδηλώνεται πάντα το φαινόμενο της εξέλιξης καταστάσεων, καθώς δίνεται η εντύπωση του στατικού εν σχέσει προς το χρόνο της πλοκής· τονίζεται, ωστόσο, η υπερ-πραγματικότητα κάποιων προβληματισμών και αφορισμών: «εάν αναμείξω νέα μηχανολογία με αρχαίες πρακτι­κές, θεατρο-μιμητικές», «να θεατροποιήσουμε», «το φάρμακο είναι το θέατρο». Τα πρόσωπα του έργου που ειδοποιούν την πλοκή με εξάρχοντα τον Αφηγητή, ο οποίος αποτελεί ένα είδος συνδέσμου μεταξύ των ενοτήτων και των προσώπων, εμφανίζονται το ένα μετά το άλλο, διεκδικώντας τη θέση τους στο θεατρικό σύστημα, δηλαδή στην παράσταση, προκειμένου να σηματοδοτήσουν θεματικές όπως την αντιστροφή των ρόλων των δύο φύλων και την ουτοπική θα λέγαμε βελτίωση της θέσης της γυναίκας μετά την αλλαγή αυτή.

Παράλληλα με το αδιέξοδο των γυναικών στη σύγχρονη κοινωνική σκηνή, τα πρόσωπα του θεατρικού έργου «κατασκευάζουν» με κάποιο τρόπο την πλοκή θέτοντας με γλαφυρότητα προβληματισμούς, τόσο για τον άνθρωπο σε σχέση με το παντοδύναμο καθεστώς του Πλούτου, του Παρά, της Αφθονίας, όσο και για την αλλοιωμένη και παρηκμασμένη εικόνα του κόσμου.  Στη νέα πραγματικότητα επισημαίνεται η αντικατάσταση των ανδρών ως ηγετικών στελεχών από τις γυναίκες σε επιχειρήσεις και εταιρείες και η γενικότερη ανακατάταξη του κοινωνικού πλαισίου μέσω της διαφορο­ποίησης της ηθικής και ιδεολογικής αντίληψης στο πλαίσιο της πολυ-πολιτισμικότητας.

Ο Λυσίστρατος είναι η μετωνυμία της σύγχρονης μορφής κοινωνίας, που δεικνύει τον άνδρα να παραγκωνίζεται από τη γυναίκα εντός της νέας τάξης πραγμάτων, όπου επικρατούν η δύναμη του χρήματος, η ανακατανομή της εξουσίας και, παρεπόμενα, η πλασματική εικόνα των καταστάσεων του κόσμου στην οποία παραπέμπει η συμβολική αντιστροφή της μυθολογικής Λυσιστράτης στην αρσενική, επίκαιρη σε μας έκδοσή της. Τον ίδιο προβληματισμό στοιχειοθετεί και η παρουσία του μάντη «Τειρεσία-Τειρεζίνας», παρωδιοποίηση της διπλής φυλικότητας του αρχαίου μάντη Τειρεσία, προβληματισμό που αναδύεται μέσα από τη χιουμοριστική αποδόμηση του αρχαιοελληνικού θεατρικού μύθου.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, που περιλαμβάνει το προοίμιο και επτά σκηνές, παρακολουθούμε τον Αφηγητή – ο οποίος μπορεί να ταυτιστεί με τη φωνή του συγγραφέα – να οργανώνει τις σκηνές μεταξύ τους, τη διαπλοκή των προσώπων αλλά και τους διαφορετικούς «χρόνους» που υπεισέρχονται στο έργο.  Πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι δεν πρόκειται για γραμμική αφήγηση γεγονότων, αλλά για εναλλαγή χρονικοτήτων, για μια χρονική και χωρο-χρονική ας πούμε «διασάλευση» της δραματικής εξέλιξης που εκφράζεται με τον μηχανισμό της παλινδρομήσεως ή ανα-λήψεως. Παρατηρούμε δηλαδή μια χωρο-χρονική αμφιδρόμηση από τη σύγχρονη εποχή στη μυθολογική αρχαιοελληνική εποχή, από την αίθουσα συγκεντρώσεως της τεχνολογικής σημερινής εταιρείας στο Τροφώνειο μαντείο χρησμών του Τειρεσία, και από τον Όλυμπο, την κατοικία των θεών στην Ακρόπολη, στην Πλάκα και στην Πνύκα. Η αμοιβαία αυτή μετατόπιση που διενεργείται εκατέρωθεν του δομικού πυρήνα του έργου, καταφάσκοντας στην παρωδιοποίηση της σύγχρονης μεσολογικής και τεχνολογικής «ερ’μοποίησης» μέσω της αναφοράς (διαμεσολάβησης) στον αρχαίο κόσμο, αποτελεί την ουσία του θεατρικού παιχνιδιού.

Επομένως, καθώς με τις πρώτες «ατάκες» και προαναγγελίες αρχίζει να τίθεται σε λειτουργία το «θέατρο μέσα στο θέατρο», όλα τα επιμέρους στοιχεία του θεατρικού λόγου μετατρέπονται σε αισθητικά σημεία, ενώ η διάβρωση που σημειώνεται στον δραματικό χρόνο μεταλλάσσεται επί σκηνής σε εστία σημασιών που απορρέουν με τη σειρά τους από τη συνάφεια, τόσο των διανοητικών, όσο και των αισθητικών-συγκινησιακών στοιχείων.

Τέλος, η παρουσίαση των προσώπων-ηθοποιών εν είδει cartoons συμβάλλει, ταυτόχρονα με τα λόγια του Ερμή, στη δημιουργία μιας πλασματικής πραγματικότητας, η οποία εντούτοις φέρει ενισχυμένο φορτίο προθετικότητας εκ μέρους του συγγραφέα, καθώς επιτυγχάνει να αποκαλύψει τη «γυμνή» αλήθεια:  τη βιομηχανοποίηση των πάντων στην εποχή μας, τον προσδιορισμό του σύγχρονου πολιτισμού από το καθεστώς του κέρδους και της εμπορευματοποίησης, τη γεωπολιτική διεύρυνση του πεδίου της είδησης, με άλλα λόγια την αποδόμηση του μύθου γενικότερα, δια της απομυθοποίησης των παραδοσιακών μορφών και αντιλήψεων.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι η μεσολογική εποχή μας – το όνομα του δαίμονα Παπαράσιο τα λέει όλα:  το «μέσον» (μεσολογικό, που μεσολαβεί) «δαίμων» (δαιμονική ισχύς), Παπαράσιο (παπαράτσι – δημοσιογράφοι που κυνηγούν την είδηση με κάθε τρόπο) συντελεί στην απομυθοποίηση των μέχρι τούδε παραδεδεγμένων αρχών εισάγοντας καινοτομίες ρηξικέλευθες και, εν πολλοίς, ανατρεπτικές, επιβάλλοντας νέες, θεσμικές ανακατα­τάξεις σε όλους τους τομείς του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Ποια είναι η λύση;  Εμφανίζεται η ΟΥΤΟΠΙΑ που είναι, βέβαια, μια ψευδαί­σθηση.  Τελικά την απάντηση δεν δίνει η θρησκεία, ούτε η πολιτική, ούτε η φιλοσοφία, ούτε και ο πλούτος ή η εξουσία, αλλά η Τέχνη, ειδικότερα η θεατρική τέχνη μέσω της μαγικής επενέργειας της κάθαρσης που μπορεί να αποβεί ελπιδοφόρα ανοίγοντας προοπτικές για μια διαφορετική φυσιογνωμία του πλανήτη μας.

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Περιπέτειες συγγραφής (θεατρικού κειμένου)

Posted by vnottas στο 6 Ιανουαρίου, 2012

Μικρή προαιρετική συνοδευτική μουσική: Sidney Bechet Petite Fleur Ζωντανή ηχογράφηση στο Ολυμπιά. Παρίσι 8 Δεκεμβρίου 1954

Εξομολογήσεις ενός πρωτάρη…

Όλοι, λέω όλοι, και οι παλιοί, και οι πεπειραμένοι, και οι κωλοπετσωμένοι, και οι δόκιμοι, και οι καθιερωμένοι και οι (εν τέλει) έγκριτοι, είχαν αναπόφευκτα τη Πρώτη τους Φορά!

Την είχαν βεβαίως και οι άλλοι, οι αδόκιμοι, οι ήρθα είδα έφυγα, οι ερασιτέχνες χωρίς επιμονή, οι δοκιμαστές χωρίς μεράκι, οι απαισιόδοξοι πειραματιστές ή ακόμη και εκείνοι, οι απλώς άτυχοι, που το μεράκι τους, η Πρώτη Φορά, το πετσόκοψε ή το απόκοψε οριστικά.

Γιατί η Πρώτη Φορά, όπως και να το κάνουμε, αφήνει ίχνη.

(Γι αυτό, σχετικά με  τις πολλαπλές Πρώτες Φορές που σηματοδοτούν τη ζωή μας, θα πρέπει ίσως να μιλήσουμε εκτενέστερα μια άλλη φορά).

Η πρώτη μου (και προς το παρόν τελευταία) φορά στην οποία αναφέρομαι εδώ, έχει να κάνει με εκείνο το ιδιαίτερο είδος συν-γραφικής απόπειρας, όπου οι ιστορίες που φτιάχνεις απαρτίζονται από ήρωες/χαρακτήρες που μονολογούν, διαλέγονται, συνδιαλέγονται, ενίοτε συν-άδουν και που προσπαθούν να τα πουν όλα μόνοι τους, απευθυνόμενοι ο ένας στον άλλο, χωρίς ο συγγραφέας να πολυπαρεμβαίνει για να προσδιορίσει και να σχολιάσει.

 Όχι ότι δε μπορεί να πει δυο λόγια κι αυτός, δεν απαγορεύεται δια ροπάλου, αλλά όπως και να το κάνουμε το θεατρικό κείμενο -γι αυτό μιλάμε- είναι το συγγραφικό είδος που βασίζεται κυρίως στο διάλογο.

Ο διάλογος, τώρα, έχει τη δική του ακαταμάχητη γοητεία.

Θυμάμαι όταν ήμουν πιτσιρικάς και νεόφυτος αναγνώστης αφηγημάτων, με γοήτευαν ιδιαιτέρα εκείνες οι παυλίτσες που, η μια κάτω από την άλλη στα αριστερά της σελίδας, υποδήλωναν κουβεντούλα, όσο πιο ψιλή τόσο καλύτερα! Ξεφύλλιζα το βιβλίο και ακόμη περισσότερο από το τεστ εικονογράφησης με ενδιέφερε να περάσει  το τεστ των διαλόγων. (Για να τα λέμε όλα, εκείνη την εποχή υπήρχε τέτοια πενία αφηγημάτων –πού η τύχη των σημερινών παιδιών με τα οπτικοακουστικά τους!- που τελικά καταβρόχθιζες και το πιο άχρωμο και στερημένο από εικόνες και διαλόγους ανάγνωσμα).

Όμως ο διάλογος, να τον γράψεις, ακόμη και στα μυθιστορήματα, θέλει ειδική μαστοριά. Πολύ περισσότερο αν επιχειρήσεις να φτιάξεις θέατρο!

Και δεν είναι μόνο υπόθεση καλοδιατυπωμένης διαλεκτικής, είναι και οι ήρωες- χαρακτήρες, που δεν πρέπει να φιλοτεχνηθούν για να παραμείνουν ες αεί ανάμεσα στις χάρτινες (ή άλλου είδους) σελίδες, εικονογραφημένοι μόνο από την φαντασία των αναγνωστών την οποία θα πρέπει να υποδαυλίσεις με επαρκή δεξιοτεχνία, αλλά που τους φτιάχνεις για να αποκτήσουν αργά ή γρήγορα ενσάρκωση και εικόνα, την οποία ελέγχεις ελάχιστα έως καθόλου!

Θα μου πείτε: αυτά και άλλα παρόμοια είναι λεπτομέρειες για έναν ερασιτέχνη στο θεατρικό είδος. Αν αρχίσει να μπερδεύεται με τέτοιους προβληματισμούς πριν να καθίσει να γράψει, το ’καψε το φαί!

Έχετε δίκιο.

Κι εγώ μετά άρχισα να τα σκέφτομαι όλα αυτά.

Στην πραγματικότητα, τον Ιούλιο του 2009 απλά είχα όρεξη για γράψιμο…

…και είπα: καλύτερα όχι μυθιστόρημα, κάτι πιο σύντομο… Ίσως ένα ακόμη διήγημα  από εκείνα τα βιωματικά, όπως το ¨Διαβατήριο¨, που τα έχω στο συρτάρι ως σημειώσεις και που κάποτε θα πρέπει να γραφτούν…

Αλλά όχι, δεν είχα κέφι να αναστήσω αναμνήσεις από εκείνη την περίοδο. Έτσι κι αλλιώς, αυτό το καλοκαίρι είχα σκοπό να επισκεφτώ τον φίλο μου τον Κλάουντιο και την γυναίκα του την Λεονάρντα στην Φλωρεντία  και θέλοντας και μη θα έπαιρνα μια ισχυρή δόση από ξαναζωντανεμένες παλιές γλυκόπικρες εικόνες.

Γιατί όχι ένα θεατρικό; είπα.

Ναι, αλλά τι ακριβώς; ζήτησε να μάθει  ο άλλος μου εαυτός, που συνήθως έχει σοβαρότερες αντιρρήσεις στις πρωτοβουλίες μου, αλλά αυτή τη φορά μου φάνηκε κάπως συγκαταβατικός.

Θα βρούμε, του είπα, αλλά η αλήθεια είναι πώς είχα ήδη κάτι στο μυαλό μου.

(συνεχίζεται)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Περιπέτειες συγγραφής V (Αυγουστιάτικες σκέψεις)

Posted by vnottas στο 25 Αύγουστος, 2011

Σχετικά με ¨περιπέτειες συγγραφής¨ έχω ήδη αρχίσει να σας παραθέτω αποσπάσματα από εμπειρίες του παρελθόντος, σε παλιότερες καταχωρήσεις.

Αυτή τη φορά λέω να σας καταστήσω κοινωνούς των αποπειρών και των φάσεων της συγγραφής καθώς αυτές γέννιουνται και καθώς εξελίσσονται. Και το καλοκαιρινό περιβάλλον, πιο ανάλαφρο και πιο αισιόδοξο, προσφέρεται κατ’ εξοχήν (βουνό ή θάλασσα) για κάτι τέτοιο.

Δεν μιλάω για τις συγγραφές κατά παραγγελία. Αυτές έχουν άλλη, δική τους λογική. Μιλάω για τις προαιρετικές. Τις αμιγώς ερασιτεχνικές. Τις «γράφω για μένα και ανταμείβομαι περνώντας καλά».

Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως καταλαβαίνετε εκείνο που προέχει είναι να υπάρχει ρητή η σχετική επιθυμία. Ας πούμε μια ακαταμάχητη νοσταλγία για το λευκό φύλλο καθώς γεμίζει με μικρά ακανόνιστα μαύρα σημαδάκια, που με τη σειρά τους παραπέμπουν σε κόσμους άγνωστους, ενδεχομένως συναρπαστικούς, τουλάχιστον για τον συγγραφέα…

Ή που διατυπώνουν απόψεις που ούτε που είχες φανταστεί ότι τις είχες στην κασέλα. Και καμιά φορά αλήθειες (προς επαλήθευση). Και καμιά φορά άλλα πράγματα, απρόσμενα και αποκαλυπτικά…

Αλλά για το ξεκίνημα η επιθυμία δε φτάνει.

Χρειάζονται και ιδέες. (Οι ιδέες-εμπνεύσεις, έτσι και έχεις την τύχη να σου καταφτάσουν απρόσμενα και με το έτσι θέλω, γενούν αυτομάτως όρεξη για καταγραφή, όμως η επιθυμία για γράψιμο σπανίως γεννάει ταυτόχρονα ιδέες. Και εάν δεν διαθέτεις ένα σεντούκι με εμπνεύσεις αποταμιευμένες, αλλά σε καλή κατάσταση, μπαίνεις σε διαδικασίες ψαξίματος).

Αρχίζεις λοιπόν να αναζητάς ιδέες. Έτσι μπορείς που και που να απομονώνεσαι και (εν ανάγκη) να (κάνεις ότι) γράφεις έχοντας κάποιες συγκεκριμένες απαντήσεις στο (θεμιτό) ερώτημα (των άλλων): «Τι κάνεις εσύ εκεί;» «Γράφω!» (αφήγημα, ιστορία, παραμύθι, δοκίμιο, κάτι άλλο, κάτι σαν κι εκείνο, κάτι για τους προηγούμενους, κάτι για τους επερχόμενους, κοκ).

Σπανιότατα όμως οι ιδέες καταφτάνουν με ολοκληρωμένη μορφή. Συνήθως εμφανίζονται ως αρχικές ιδέες και έχουν ατέλειωτες (πολλαπλές) αλλά και ατελείωτες (μισές) μορφές. Σε αυτό το σημείο από τα δύο το ένα:

Είτε μπλοκάρεσαι ανάμεσα στις μισές ιδέες και εξακολουθείς να ψάχνεις για την καλύτερη έως ότου  βαρεθείς και παραπέμψεις την όλη συγγραφή σε μια άλλη παραγωγικότερη εποχή

είτε πιάνεις την άκρη ενός από τα νήματα (η επιλογή μπορεί να είναι εντελώς συγκυριακή) και αρχίζεις να πλέκεις, ευελπιστώντας ότι πλοκές και νοήματα θα ολοκληρωθούν και θα ¨στρώσουν¨ καθ’ οδόν.

Στη δεύτερη περίπτωση, ενδέχεται:

α. Να πάνε όλα καλά. Οι ιδέες να απλώνονται χωρίς βρόγχους και ανεπίλυτους κόμπους πάνω στον αφηγηματικό κάμπο και να καταλήγουν μετά τη δέουσα  πορεία σε ανεκτά συμπεράσματα και λύσεις. Και ύστερα από μια σειρά τελικών διορθωτικών μικροεπεμβάσεων που είναι απαραίτητες, όσο και κατά βάση ευχάριστες, η προσπάθεια να καταλήγει αίσια.

β. Όλα να πάνε στραβά και λίγο μετά να ανακαλύπτεις ότι η ιδέα δεν ήταν επαρκώς γόνιμη, ότι σκουντουφλάς σε ανυπέρβλητες δίνες και νοηματικούς υφάλους, οπότε, όσο πιο γρήγορα την εγκαταλείψεις, τόσο το καλύτερο.

γ. Αρχικά όλα να μοιάζουν πως εξελίσσονται κατ’ ευχήν, ώσπου μια κάποια στιγμή ανακαλύπτεις ότι για άλλα άρχισες να γράφεις και με άλλα ασχολείσαι τώρα, άλλες οι αρχικές σου προθέσεις και αλλού σε σπρώχνει η φουσκοθαλασσιά των επί μέρους καταγραφών.

Μη τρομάζεις, αυτή η τρίτη είναι μια συνηθισμένη περίπτωση που αντιμετωπίζεται συνήθως με παλινδρομικές επεμβάσεις και με λιγότερο ή περισσότερο ριζικά κοψίματα που απομένουν σε παλιά τετράδια ως χαρακτηριστικές «αδιέξοδες ιστορίες» Ασ’ τες εκεί. Ενδέχεται κάποτε να γεννοβολήσουν κάποια καλή ιδέα για μια άλλη συγγραφή.

(συνεχίζεται)

Υστερόηχοι:  πρόκειται για ορισμένες ακόμη εκτελέσεις (ενδιαφέρουσες) από μουσικές που παρουσιάσαμε ήδη.

1.

2.
3.

4.

5.

6.

7.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Περιπέτειες συγγραφής (ΙΙΙ)

Posted by vnottas στο 28 Φεβρουαρίου, 2009

Μετά τα σημειώματα Ι και ΙΙ (βλέπε εδώ παρακάτω -και, όλα μαζί, αριστερά, στις ¨σελίδες¨), τα οποία με διαφορετικούς τίτλους αναφέρονται στο πως (στην περίπτωσή μου) γράφτηκε ένα μυθιστόρημα, ιδού το σημείωμα νούμερο ΙΙΙ όπου, επιτέλους, το εν λόγω δημιούργημα έχει ολοκληρωθεί και βρίσκεται στη φάση αναζήτησης εκδότη.

 

Φτάσαμε λοιπόν στο σημείο εκείνο όπου ο μπόγος που εξέβρασε ο εκτυπωτής συμπτύσσεται  σε έναν εμφανίσιμο, αξιοπρεπή φάκελο, ο τίτλος, έστω προσωρινός, παίρνει θέση στο εξώφυλλο και η ώρα της αυτό-έκθεσης πλησιάζει αδυσώπητα.

 Πάντως, το γεγονός ότι το κείμενο τελείωσε και είναι εκεί, μπροστά σου, καταγεγραμμένο, ολοκληρωμένο, δομημένο, αρτιμελές, με αρχή, μέση και τέλος, ήδη σε γεμίζει με αισιοδοξία. Το κοιτάς που σου βγήκε πιο μεγάλο απ’ όσο έλπιζες και λες: ¨Για δες πως γεμίζουν οι λευκές σελίδες έτσι και πάψεις να προβληματίζεσαι για το αν θα γεμίσουν ή όχι!¨  

Όμως, έτσι κι αλλιώς, το πρώτο στοίχημα το κέρδισες. Ο τοκετός ολοκληρώθηκε, ο γεννήτορας επέζησε,  και για το πόνημα ελπίζουμε τα καλύτερα!

Είναι μάλιστα τόση η αισιοδοξία σου, που αποφασίζεις να εμπιστευτείς το πνευματικό σου τέκνο απ’ ευθείας στους ¨μεγάλους¨ εκδότες. Και μάλιστα μένοντας Ανώνυμος. Δεν τηλεφωνείς λοιπόν στους παλιούς σου συμφοιτητές, μερικοί εκ των οποίων σταδιοδρομούν στον εκδοτικό χώρο, άλλοι ως σύμβουλοι εκδόσεων, άλλοι ως πολιτισμικοί πολύ-παράγοντες, αλλά προβαίνεις στο διάβημα προς τους ¨μεγάλους¨, ταχυδρομικώς, αφ εαυτού και άνευ ενδιάμεσων κρίκων. 

Αφελές!

Τότε δεν ήξερα ότι οι ¨μεγάλοι¨ σε τέτοιου είδους περιπτώσεις:

α . δε σου απαντούν καθόλου

β . σου απαντούν ύστερα από έξι μήνες για να σου πουν ότι για να το διαβάσουν πρέπει να τους διαβεβαιώσεις γραπτώς ότι δεν το έδωσες (για διάβασμα) και σε άλλο εκδότη (έτσι, για να το δείξεις σε τρεις τέσσερεις από αυτούς, χρειάζεσαι περίπου τρία τέσσερα τέρμινα).

γ. διαθέτουν ¨ομάδες αναγνωστών¨ οι οποίες δεν ελέγχουν απλώς αν το κείμενο ¨διαβάζεται¨, αλλά που συχνά συμπεριλαμβάνουν εκπροσώπους διαφόρων ¨τάσεων¨ και ¨δυνάμεων¨ που ελέγχουν την (ανά περίπτωση) ¨πολιτική ορθότητα¨ των κειμένων.  Η πλάκα είναι ότι αν απορριφθείς για λόγους μη επαρκούς πολιτικής ορθότητας, ουδέποτε θα το μάθεις. Σε αυτή την περίπτωση γυρνάμε στο πρώτο σημείο α΄: δε σου απαντούν καθόλου.

 

Εδώ νομίζω ότι χρειάζεται μια διευκρινιστική υποσημείωση:

Αν τύχει και είσαι εν ενεργεία πανεπιστημιακός, τότε ο κόσμος των εκδοτών μπορεί να χωριστεί σε δύο ομάδες.

Υπάρχουν:

α. Αυτοί που εκδίδουν πανεπιστημιακό υλικό και που ενδιαφέρονται για σένα, σου στέλνουν ευχητήριες κάρτες, σου αποστέλλουν τους καταλόγους τους, σε αγαπάνε, σου χαμογελάνε, σε κολακεύουν και -κυρίως- είναι έτοιμοι να εκδώσουν τις (επιδοτούμενες, τουλάχιστον όσο αφορά την κυκλοφορία) διδακτικές πανεπιστημιακές σου συγγραφές, και  

β. Αυτοί που δεν εκδίδουν πανεπιστημιακό υλικό, παρά παρουσιάζονται ταμένοι (από μικροί)  γενικώς ή κυρίως στη λογοτεχνία και τα παρακλάδια της και οι οποίοι -εκ προοιμίου, φίλε ανώνυμε- ποσώς ενδιαφέρονται και για τις δικές σου λογοτεχνικές ανησυχίες.

Αυτοί οι δεύτεροι μπορούν να χωριστούν σε:

β1. Μικρο Μεγάλους, (δηλαδή την ελληνική εκδοχή του όρου ¨μεγάλος¨) , για τους οποίους είπαμε παραπάνω

β2. Μικρο Μεσαίους, για τους οποίους θα πούμε παρακάτω, και

β3. Μικρο Ανύπαρκτους, που επιβιώνουν κυρίως από την εκμετάλλευση των αυτοεπιδοτούμενων συγγραφικών ονείρων μερικών πρωτοεμφανιζόμενων λογοπλόκων, πρόθυμων να επιδοτήσουν την έκδοση και τον εκδότη από τη τσέπη τους.

Αυτούς τους αποκλείουμε από την αρχή και ξεμπερδεύουμε.

 

Όταν  οι μέν ¨μικροί¨ είναι εκ προοιμίου αποκλεισμένοι, οι δε ¨μεγάλοι¨ τσιμουδιά (κάποτε βαριέσαι να τους περιμένεις), δε μας απομένουν παρά αυτοί που δεν χρησιμοποιούν ομάδες και συμβούλους, ούτε περιμένουν από σένα να χρηματοδοτήσεις το εγχείρημα,  και κατά συνέπεια εύλογα υποθέτεις ότι βασίζονται, όσο αφορά τις εκδοτικές τους επιλογές, στο ένστικτο και τη μύτη τους: οι ¨Μεσαίοι¨.

Αποφάσισα να απευθυνθώ σ’ αυτούς.

 

Έτσι λοιπόν, μία ωραία πρωία πήρα υπό μάλης τέσσερα αντίγραφα (που λέει ο λόγος, -αν τα έβαζα υπό μάλης θα με δυσκόλευαν στην οδήγηση-, η αλήθεια είναι ότι τα έβαλα σε μικρό ταξιδιωτικό σάκο και τα πέταξα στο πορτ μπαγκάζ) και κατέβηκα στην Αθήνα με σκοπό να ¨χτυπήσω¨ ισαρίθμους εκδότες ανήκοντες στην σωστή εκδοτική κλίμακα.

Για να μη σας τα πολυλογώ, τα αποτελέσματα υπήρξαν τα εξής:

·        οι δύο το έπαιξαν αφυψηλούδες ή άσχετοι και δεν απάντησαν

·        ο ένας πρότεινε σύντμηση του πρωτόλειου δημιουργήματος στο μισό περίπου, γιατί ύστερα από μακρόχρονη παρατήρηση του εκδοτικού του κοινού είχε καταλήξει ότι οι νεοέλληνες από βιβλία διαβάζουν  μόνο τα μισά.

και…

·        ένας ενθουσιάστηκε!

 

Επρόκειτο για τον Γιώργο Μπαζίνα εκδότη βιβλίων επιστημονικής φαντασίας και κόμικς, συγγραφέα ¨παράλογων ιστοριών¨ συγγενών κατά κάποιο τρόπο με τις δικές μου.

Περιττό να σας πω ότι (όχι μόνον κατόπιν τούτου) οι Αφοι Μπαζίνα, (υπάρχει και ο Νίκος, επί των οικονομικών-οργανωτικών) μου προέκυψαν αμέσως συμπαθέστατοι. Εξ  άλλου ο Γιώργος έσπευσε ευθύς εξ αρχής να μου εξηγήσει ότι οι καλές σχέσεις ανάμεσα σε συγγραφέα και εκδότη αποτελούν τη μόνη σοβαρή εγγύηση, όχι μόνο για την αποτελεσματικότητα του κοινού εγχειρήματος, αλλά και για την τελική έκβαση εκείνης της (επί του παρόντος δευτερεύουσας αν και όχι αμελητέας) όψεως αυτών των σχέσεων που θα μπορούσαμε (με τη δέουσα σεμνότητα) να αποκαλέσουμε «οικονομική».

Πράγματι, ο Γιώργος μου επεσήμανε ότι, όπως και να το κάνουμε, ¨ο εκδότης δεν ελέγχεται¨. Έτσι εγώ (σε επαφή αργότερα και με άλλους, λιγότερο συμπαθείς εκδότες) συμπληρώνοντας τις κοινωνιολογικές μου παρατηρήσεις επί του προκειμένου, κατάλαβα ότι στις πρώτες απόπειρες έκδοσης, ο συγγραφέας μάλλον δεν πρόκειται να λάβει απάντηση στα ακόλουθα (σεξπηρικά) ερωτήματα:

α. Πόσα ακριβώς αντίτυπα του έργου του τυπώθηκαν;

β. Πόσα από αυτά πωλήθηκαν μέσα σε ένα ¨άλφα¨ χρονικό διάστημα;

γ. Σε ποια ακριβώς τιμή πωλήθηκαν;

δ. Ποια θα μπορούσε να είναι η δική του απολαβή από αυτά τα έσοδα (αν δεν ήταν αυτή που τελικά ήταν, αν ήταν…)

 Όμως οι δικοί μου πρώτοι εκδότες υπήρξαν -επαναλαμβάνω- συμπαθείς και ειλικρινείς. Αυτό σημαίνει  ότι όταν, ένα χρόνο περίπου μετά, έλαβα από τον εκδοτικό οίκο μία επιταγή (ήμουν τότε στη Ρώμη, αλλά αυτή είναι μια ιστορία που θα σας διηγηθώ άλλοτε), αντί να την εξαργυρώσω και να την δηλώσω στην εφορία,  θα έπρεπε μάλλον να την είχα κορνιζώσει και αναρτήσει μεταξύ των πολυτίμων κειμηλίων/παραγώγων  της  πνευματικής μου ζωής.

 

Αλλά

μέχρι να συμβεί αυτό, αλλά και ύστερα από αυτό, θα συμβούν και κάμποσα άλλα ενδιαφέροντα συγγραφικά, που θα σας εξιστορήσω προσεχώς…

Β.Ν. 

 

(συνεχίζεται…)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Πώς έγραψα ένα μυθιστόρημα (ΙΙ)

Posted by vnottas στο 25 Ιανουαρίου, 2009

(ή) Περιπέτειες και εμπειρίες ενός ακόμη επίδοξου συγγραφέα, μέρος β.

 

Σας έλεγα λοιπόν (σε προηγούμενο κείμενο, εδώ παρακάτω) πώς συνέβη και η συγγραφή της διατριβής μπορεί να προκαλέσει συγγραφικές παρενέργειες: ένα δεξί χέρι ¨λυμένο¨, ξεαγκυλωμένο, εν τινι μέτρω χειραφετημένο, μπορείς να το πεις και ξεκολλημένο και ξεκωλωμένο και προπονημένο και σε φόρμα και σε ¨όρμα¨, κι έξω απ’ τη νόρμα, ενώ  ταυτόχρονα  φουντώνει μέσα σου μία έντονη εκφραστική ανάγκη, επί μακρόν καταπιεσμένη από την τυπικότητα του ύφους που χαρακτηρίζει τις επιστημονικές εργασίες και ειδικότερα τις διατριβές.  

Έτσι κι εγώ, που σε μυθοπλασία ίσαμε τότε δεν είχα γράψει απολύτως τίποτα και που οι γραφές μου εξαντλούνταν σε μερικά δοκίμια (για την κοινωνία, τον χώρο και την επικοινωνία -τα αγαπημένα μου θέματα), συν κάποιες νεανικές ερωτικές επιστολές και μερικές μαθητικές εκθέσεις ιδεών,  άρχισα να σκέπτομαι (και αμέσως μετά να υλοποιώ) τη συγγραφή μιας εκτεταμένης μυθιστορίας.

 

Αναζητώντας δακτυλογράφο

Ας προσθέσω όμως ότι στο μεταξύ (δευτερεύον ίσως, αλλά καθόλου αμελητέον για τις νέες μου δραστηριότητες), είχε συντελεστεί γύρω μου μια σημαντική ¨γραφική¨ επανάσταση.

Δηλαδή:

*είχα αρχίσει να γράφω τη  διατριβή στο χέρι, με μολύβι, καθώς αγνοούσα το χειρισμό της γραφομηχανής (αν και είμαστε ήδη στην τελευταία δεκαετία του εικοστού)

*έδωσα τα πρώτα χειρόγραφα σε επαγγελματία δακτυλογράφο με γραφείο στο κέντρο της πόλης

*τα ξαναπήρα μετά από εκνευριστικά μακρύ  χρονικό διάστημα και τα επέστρεψα πίσω μόλις διαπίστωσα ότι ο αριθμός των λαθών ξεπερνούσε κατά πολύ τον αναμενόμενο.

Οδηγίες: επαναλάβετε αυτό το πήγαινε/έλα επί το ¨κάμποσες φορές¨, πολλαπλασιάστε το αποτέλεσμα επί ικανό αριθμό κεφαλαίων και θα κατανοήσετε ακόμη έναν λόγο για τον οποίο, τον παλιό εκείνο τον καιρό, τόσο οι μυθοπλασίες όσο και οι επιστημονικές διατριβές ήταν εγχειρήματα δύσκολα, γεμάτα δοκιμασίες, απογοητεύσεις, μουτζούρες, παραπομπές, παροράματα, διορθωτικές παρεμβάσεις με γόμα, με ξυραφάκι, με σκολορίνη, με λεξικά, με υπομονή, στο περιθώριο,  στο τέλος, ή στην επόμενη έκδοση (επαυξημένη, αναθεωρημένη, ανακαινισμένη, εξωραϊσμένη και προπαντός διορθωμένη). 

 

Όμως ο μικρός μου αδελφός, ο Μάριος, με λυπήθηκε και μου ενεχείρισε μικρή μαγνητική δισκέτα με πρόγραμμα εκμάθησης πληκτρολογίου, μαζί με πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου, ονόματι first choice, πρωτόγονο για τα σημερινά μέτρα, αλλά θαυματουργό για τα τότε. Έτσι, ο Άλλος, ο επιλεγόμενος Ατίθασος καθώς επίσης και Ανυστερόβουλος Υπολογιστής, μπήκε στη ζωή μου. Μετά από μια λογική περίοδο άσκησης, τα κείμενα μου άρχισαν να σουλουπώνονται, τουλάχιστον οπτικά, και η εποπτεία μου πάνω τους ήτανε πλέον εφικτή χωρίς ζόρι και, κυρίως, χωρίς ανακατέματα τρίτων.

Ας πούμε λοιπόν ότι η συνταγή συγγραφής (τι να ρίξεις στο καζάνι όπου βράζουν οι καλές σου προθέσεις για την σύνταξη μιας λογό ή παρά λογο-τεχνικής παραγωγής) στην περίπτωσή μου περιλαμβάνει: α) χέρι λυμένο (το είπαμε), β) εκφραστική συμπίεση (την περιγράψαμε), και γ) την υιοθέτηση μιας τεχνολογικής καινοτομίας σχετικής με τα εργαλεία γραφής (την συμπληρώσαμε κι αυτή).

Άρα όλα είναι έτοιμα για να πάμε παρακάτω: στην αναζήτηση του στοιχειώδους εναρκτήριου μύθου προς επεξεργασία.

 

Αναζητώντας τον μύθο

Ένθετη συμβουλή προς νέους συμπάσχοντες: Ακόμη και αν έχετε αδυναμία στις φανταστικές αφηγήσεις, όπως ο υπο(μη)φαινόμενος, διαλέξτε μια θεματολογία αγκυρωμένη στις άμεσες εμπειρίες σας. Έτσι θα πατάτε σε στέρεο έδαφος και η αφήγηση θα δέσει καλύτερα. Όσο αφορά εμένα, τον καιρό εκείνο οι πιο επίκαιρες, (αν και όχι οι πιο συναρπαστικές) εμπειρίες μου αφορούσαν στην πανεπιστημιακή ζωή. Έτσι σιγά σιγά οι μυθοπλαστικές μου ιδέες άρχισαν να διαμορφώνονται και να περιπλέκονται ως εξής:

*Ας πούμε ότι βρισκόμαστε σε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο, υποθετικό μεν, αλλά με πραγματικά χαρακτηριστικά.

*όπου ξαφνικά οι καθηγητές του αρχίζουν ένας ένας να κιτρινίζουν, να αποδημούν, ενώ ταυτόχρονα ο, τι απομένει από αυτούς εξαφανίζεται…

*ας φτιάξουμε κι έναν νεαρό ήρωα, χαμηλόβαθμο πανεπιστημιακό και ας τον κάνουμε βασικό ύποπτο, (έχει κίνητρο μια που του κλέβουν συστηματικά τις εργασίες οι οποίες υπογράφονται από ολιγόνοες ανωτέρούς του, έτσι ώστε να αποκτήσουν κι αυτοί ένα λαμπερό curriculum vitae. Αυτόν τον Ήρωα ας τον ονομάσουμε Αημαρξίδη, όχι, Αημαρκξύδη… ή καλυτέρα Αημαρκσίδη. Κίμωνας Αημαρκσίδης, ποντιακής καταγωγής,  χωρισμένος με παιδί και πεθερά.

*ας του δημιουργησουμε κι έναν φίλο, δημοσιογράφο, για να εμπλέξουμε και τα ΜΜΕ και ας του δώσουμε το όνομα ενός γράμματος της αλφαβήτου. Δέλτας.

*ας φιλοτεχνήσουμε και έναν ευαίσθητο αστυνομικό από χωριό, και ας τον αποκαλέσουμε Καραμούζο, έτσι, για να δώσουμε στην ιστορία μία αστυνομική απόχρωση

* ας προσθέσουμε και κάμποσους άλλους περιφερειακούς ήρωες, κατά βούληση…

και ας τους αφήσουμε να δράσουν, να ερωτευτούν, να ερευνήσουν, να καταδιωχθούν και να καταδιώξουν.

Τα άλλα θα διαμορφωθούν στην ανηφορική φάση της αφήγησης, αναζητώντας τους αυτό- και έτερο- καθορισμούς τους, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Όλα αυτά σε ένα τοπίο  κάπως θολό, με μια φύση που παραπονιέται καθώς κάποια περίεργα γεωφυσικά φαινόμενα εκδηλώνονται αναπάντεχα, για να μπερδέψουν ακόμη περισσότερο τα νήματα της παραμυθίας.

Και μετά, από ένα σημείο και πέρα, ο αφηγητής-Θεός παύει να κάνει τα πάντα, οι ήρωες χειραφετούνται και κάνουν του κεφαλιού τους, οπότε η ¨λύση¨ έχει όλο και λιγότερες εναλλακτικές και η ιστορία αρχίζει να κατρακυλάει προς το Τέλος της. Αν και κινδυνεύεις να χάσεις τον έλεγχο, κακά τα ψέματα, είναι το πιο ευχάριστο και παραγωγικό μέρος της συγγραφής.

 

Αναζητώντας όνομα και τίτλο

Καθώς, ευτυχισμένος, το ατενίζεις έτοιμο, φρεσκοξεφουρνισμένο από τον εκτυπωτη, δεν αποφεύγεις να αναρωτηθείς ¨τι ακριβώς είναι τούτο¨;

Προϊόν φαντασίας (ενδεχομένως αχαλίνωτης); σίγουρα. Περιπέτεια; εν μέρει… Αστυνομικό; στις άκρες. Κάτι σαν αυτό που οι αγγλοσάξονες αποκαλούν campus roman (μυθιστορία πανεπιστημιακής θεματολογίας); ίσως, αλλά τότε το είδος δεν μου ήταν γνωστό, δεν ήξερα καν ότι υπήρχε.

Φτιάχνεις έναν προσωρινό τίτλο, και επειδή ¨ουδέν μονιμότερον¨, σου μένει μέχρι το τέλος: «Το πολυτεχνείο τρέμει». Και για να μη το μπερδέψει κανείς με το γνωστό Μετσόβιο και απαιτήσει άμεσες πολιτικές προεκτάσεις, προσθέτεις τη διευκρίνιση που κρίνεις καταλληλότερη σε υπότιτλο: Μυθιστόρημα Πανεπιστημιακής Φαντασίας με Αστυνομικές Αποχρώσεις.

Εντάξει, αλλά ¨Υπό¨; που έλεγαν κάποτε; Υπό ποίου ετελέσθη το αδίκημα. Ποίος ο υπεύθυνος λογοπλόκος;

¨Εγώ¨, απαντάει ένα τμήμα του εαυτού μου που δεν το γνωρίζω καλά, γιατί μιλάει αλλιώτικα από το πώς μιλάω συνήθως εγώ, γελάει πιο πολύ, ενίοτε παραληρεί και   βγάζει γλώσσα. ¨Εντάξει¨,  του λέω, ¨αλλά ανώνυμα, τουλάχιστον μέχρι να γνωριστούμε¨.

Λάθος. Εκ των υστέρων είμαι σίγουρος ότι πρόκειται περί λάθους. Οι ανωνυμίες κάνουν κακό. Σου δημιουργούν (όπως οι μάσκες μια βραδιά καρναβαλιού) μια ψεύτικη ευεξία που κρατάει λίγο (έως ότου ο εκδότης του επόμενου βιβλίου σου σε αποκαλύψει) και τελικά θα σου βγουν σε κακό. Κάτι ξέρω.

Εν πάση περιπτώσει, τότε είπα: υπογραφή: ένας ανώνυμος. Μετά το αντέστρεψα στο πιο εμφαντικό: Ανώνυμος Ένας (με τ’ όνομα!)

Και για την απαραίτητη βιογραφική αναφορά που προορίζεται για το αυτί του εξώφυλλου, σημείωσα τα ακόλουθα (προφητικά):

Ο Ανώνυμος Ένας

στην Αρχή ήταν ένας

φυσιολογικός άνθρωπος

 

κάποτε όμως διαπίστωσε

ότι -απροσδόκητα- τα πράγματα

γύρω του είχαν

αρχίσει να παίρνουν

λάθος στροφές

 

Στο Παρά Πέντε

συνειδητοποίησε τότε

πως ξανάρθε ο καιρός να πάρει

ριζοσπαστικές αποφάσεις

 

Είχε κάνει κι άλλες φορες

ριζικές ανακατατάξεις στη ζωή του

 

Μόνο που τούτη τη φορά

του βγήκε κάπως αλλιώς

 

Κάπως σα μυθιστόρημα πανεπιστημιακής

φαντασίας με αστυνομικές αποχρώσεις

 

Έτσι πέρασε

στην Ανωνυμία.

 

(συνεχίζεται μόλις βρω χρόνο… )

(προσεχώς μεταξύ άλλων: ο Α.Ε.

σε αναζήτηση εκδότη και ο Α.Ε.

σε αναζήτηση κοινού)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Περί συγγραφής διατριβών (ή πώς αποφάσισα να γράψω ένα μυθιστόρημα) (Ι)

Posted by vnottas στο 5 Δεκέμβριος, 2008

 

Σε κάποια στιγμή του απομακρυσμένου (όχι πολύ, αλλά αρκετά) παρελθόντος, συνέβαιναν τα εξής:

α. Είχα μόλις ξεμπερδέψει με τη συγγραφή της επί διδακτορία διατριβής μου

β. Στο πανεπιστήμιο στο οποίο ήδη εργαζόμουν, παρουσιάστηκαν τα κλασσικά πανεπιστημιακά απρόοπτα, μπερδέματα, γραφειοκρατήματα  και άλλα, με αποτέλεσμα η πανεπιστημιακή μου δραστηριότητα να μπει για ένα μεγάλο (όχι πολύ, αλλά αρκετά) χρονικό διάστημα σε παρένθεση.

Έτσι αποφάσισα να γράψω ένα μυθιστόρημα!

 

Αλλά ας γίνω σαφέστερος.

α 1. Τα περί διατριβής

Η διατριβή είναι (ήταν ανέκαθεν, πιθανότατα είναι ακόμη) μια εν μέρει τελετουργική, μυητική πράξη.

Από τη μια μεριά, υποτίθεται ότι συγγράφεις με όλους τους κανόνες της (διανοητικής) εντιμότητας κάτι το οποίο αποτελεί συνεισφορά στην εξέλιξη της οικείας επιστήμης, ενώ ταυτόχρονα αποδεικνύεις ότι το κατέχεις το θέμα, ξέρεις τι έχει ειπωθεί γι αυτό, και μπορείς έτσι να συνδέσεις το ήδη γνωστό με εκείνο που εσύ διερεύνησες και προτείνεις. Αυτό είναι το ουσιαστικό μέρος.

Από την άλλη, την τυπική, την τελετουργικά επιβεβαιούμενη, η αποδοχή της διατριβής (με ποδοκρότημα, τραπεζοκρότημα, χειροκρότημα, χειροτόνημα, ή ανευ) πιστοποιεί  ότι έχεις μάθει και αποδέχεσαι τους κανόνες, ρητούς και υπονοούμενους, που καθορίζουν την ιδιαίτερη πανεπιστημιακή γλώσσα, αλλά επίσης ότι έχεις μάθει και αποδέχεσαι τις σχέσεις και συμπεριφορές που ισχύουν μεταξύ του πανεπιστημιακού προσωπικού.

Αυτό το τελευταίο είναι εξαιρετικά σημαντικό ιδιαίτερα στην περίπτωση που αποσκοπείς  να ενταχθείς στο (ή είσαι ήδη συνεργαζόμενος με το) ευαγές πανεπιστημιακό ίδρυμα στο οποίο υποβάλλεις τη διατριβή σου.

Με άλλα λόγια πρέπει να αποδείξεις, αν μη τι άλλο, ότι είσαι και θα είσαι ¨συνεργάσιμος¨.

Προσωπικά, για να αποφύγω τις πολλές υποχρεώσεις, αλλά και γιατί είχα διπλή επιστημονική ταυτότητα, διάλεξα ένα ευαγές διαφορετικό από εκείνο με το οποίο συνεργαζόμουν. Πάντως, στην Τριμελή Επιβλέπουσα είχα μέλη και από τα δύο πανεπιστήμια, άρα θα έπρεπε να μιλάω (γράφω) σε δύο παράλληλα γλωσσάρια, αλλά δε τρέχει τίποτα, αυτό δεν είναι πρόβλημα για κάποιον που φιλοδοξεί να αναγνωριστεί ως ειδήμων σε θέματα επικοινωνίας…

 

α 2. Περί όγκου της διατριβής.

Ω επίδοξοι διδακτορούχοι των θετικών επιστημών, σας ζήλεψα. Εσείς που παίρνετε ένα αμφισβητούμενο ή μη επαρκώς γνωστό φαινόμενο,  το βάζετε στον υαλοσωλήνα των παρατηρήσεων και το παρακολουθείτε για ικανό χρονικό διάστημα, ώστε να βγάλει (ξεζουμίσει) τη ζητούμενη επιστημονική αλήθεια, και μετά καταγράφετε τις παρατηρήσεις και τα πορίσματα σας σε καμιά πενηνταριά, το πολύ, σελίδες, τις παραδίδετε, τις υποστηρίζετε, σας τις εγκρίνουν και πάει τελειώσατε.

 Άντε να επιχειρήσεις κάτι το ανάλογο με ένα κοινωνικό, επικοινωνιακό ή, άντε, πολεοδομικό θέμα! Χρειάζεσαι τόμους! Για να μη σας τα πολυλογώ, εμένα μου χρειάστηκαν μόνο οκτακόσιες δακτυλογραφημένες σελίδες, μετά από γραφή, διόρθωση, ξεσκαρτάρισμα, πολύ περισσότερων.

Όμως, και αυτό μετράει (και θα το χρωστάω στην Αλέξανδρο που με αλεξανδρινή επιμονή και υπομονή καλούπιαζε τις δραπετεύσεις μου) για τις μελλοντικές συν/γραφικές μου δραστηριότητες, ¨ουδέν επίπονον αμιγές θετικών επιπτώσεων¨: όταν γράψεις 800 εγκεκριμένες σελίδες, το χέρι λύνεται, το άσπρο χαρτί δεν σε τρομάζει πια, τη γραφή την έχεις δαμάσει και δε σου κουνιέται πλέον!

 

α 3. Περί του ύφους των επί διδακτορική διατριβή λόγων και γραφών.

Όπως (δεν ξέρω αν) διευκρίνισα επαρκώς παραπάνω, το ύφος των διατριβών δεν αποτελεί θεμιτό στοιχείο εκφραστικής αναζήτησης, αλλά ένα ακόμη τεκμήριο εσωτερίκευσης και αφομοίωσης από την πλευρά του υποψηφίου, της τελετουργικής όψεως της πανεπιστημιακής ιδιολέκτου και των παρεπο/συνεπαγο/μένων της.

Πράγματι, από ένα σημείο και μετά, δε μετράει το τι λες, αλλά αν το λες με επαρκή (επιστημονική) σεμνότητα, σοβαρότητα, ενδελέχεια, περιεκτικότητα, τακτ, και βάλε. Ενδεχομένως, σε κάποιο σημείο των 800 σελίδων, σου τη δίνει, καθώς διαπιστώνεις ότι το γλίστρημα από τη σοβαρότητα στη σοβαροφάνεια, από την διεξοδική παράθεση στο σχολαστικισμό, από την θεμιτή αμφισβήτηση στη ανέξοδη γκρίνια είναι παραπάνω από πιθανό!

Τότε τι κάνεις; Δεν έχεις πολλές επιλογές, ή μάλλον δεν έχεις καθόλου. Προσπάθησα, και το μόνο που βρήκα, ήταν η επί τούτου υπερβολή: αν η διατύπωση έπρεπε να είναι ¨περιδιαγραμμάτων¨ μία, εγώ μπορούσα να την κάνω, τόσο χάριν παιδείας όσο και χάριν παιδιάς, δύο ή και δυόμιση. Ευτυχώς κανένας δε πρόσεξε την περιρρέουσα περιπαικτική μου διάθεση (που κατά τη γνώμη μου, εδώ που τα λέμε, ουδόλως έβλαπτε την παράθεση των βασικών νοημάτων) και έτσι μου ενέκριναν την διατριβή με άριστα.

 

 β. Οι αναβολές, οι καθυστερήσεις και τα απρόοπτα στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Υπάρχουν δύο τουλάχιστον ειδών: αυτές που αφορούν στους φοιτητές (διανομή συγγραμμάτων, έκδοση αποτελεσμάτων, έκδοση πιστοποιητικών κ.α.) και αυτές που αφορούν στο διδακτικό προσωπικό. Στη δεύτερη περίπτωση [μπάρμπα από την Κορώνη, μέσου, άκρης, κονέ, δοντιού, κλπ (πόσο πλούσια που είναι η νεοελληνική γλώσσα σε πράγματα που ξέρει καλά)  μη συνυπολογιζομένου] οι διαδικασίες είναι υπερχρονοβόρες. Πολύ περισσότερο εάν, όπως συνέβη σε ‘μένα, πέσεις ταυτόχρονα σε τροποποίηση του νομοθετικού πλαίσιου, περίοδο φοιτητικών καταλήψεων και πανεπιστημιακού λοκ-άουτ. Τότε ο συνυπολογισμός του διδακτορικού διπλώματος στα προσόντα σου μπορεί να καθυστερήσει ως και τρία χρόνια. Και εσύ ενώ περίμένεις τι κάνεις;

Πρόταση: εκμεταλλεύεσαι το λυμένο χέρι και την συμπιεσμένη εκφραστικότητα και γράφεις μυθιστόρημα.

 

(συνεχίζεται – μόλις βρω χρόνο)

 

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »