Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Posts Tagged ‘Σούσα’

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Ιντερμέδιο ΣΤ. Μια επιστολή ταξιδεύει…

Posted by vnottas στο 9 Σεπτεμβρίου, 2017

Ιντερμέδιο VI: Μια επιστολή που ταξιδεύει από τα Εκβάτανα προς την Αθήνα

 

Ο Εύελπις κατάφερε να ολοκληρώσει έγκαιρα τις αναγκαίες παρεμβάσεις έτσι ώστε το δίκτυο αλληλογραφίας ανάμεσα στα μετόπισθεν και το μέτωπο να γίνει ταχύτερο και ασφαλέστερο. Κατόρθωσε επίσης να ανανεώσει την ειδική γραμμή για τα μηνύματα που απαιτούν προτεραιότητα και εμπιστευτικότητα εισάγοντας νέα έμπιστα στελέχη  καθώς και νέους κώδικες κρυπτογράφησης βασισμένους στην στενογραφία του Ξενοφώντα. Για να τα καταφέρει εφάρμοσε τις υποδείξεις έγκυρων Ελλήνων τεχνικών και χρησιμοποίησε την βοήθεια των ημεροδρομικών υπηρεσιών των κομβικών ενδιάμεσων πόλεων. Έλαβε επίσης υπ’ όψιν στοιχεία από τα επικοινωνιακά συστήματα που είχαν αποδειχτεί αποτελεσματικά στην Αίγυπτο και την Περσία.

Η ακόλουθη επιστολή ταξιδεύει από τα Εκβάτανα προς την Αθήνα. Απευθύνεται στον Εύελπι τον Μεγαρέα και την έχει συντάξει ο προϊστάμενος του ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος

 skytali

Αγαπητέ Εύελπι σε χαιρετώ.

Σπεύδω να σε διαβεβαιώσω ότι είμαι καλά και ότι βρίσκομαι στα Εκβάτανα, πλάι αν όχι ακριβώς πάνω στην πρώτη γραμμή της εκστρατείας. Έμαθα για την αίσια κατάληξη του ταξιδιού σου και για την άφιξη της αποστολής στην Αθήνα. Έλαβα ήδη την επιστολή όπου μου περιγράφεις το κλίμα που επικρατεί εκεί καθώς και τις πρώτες σου επαφές. Έλαβα επίσης μια επιστολή από τον Αριστοτέλη, όπου ανάμεσα στα άλλα μου γράφει καλά λόγια για σένα. Φαίνεται ότι του έκανες καλή εντύπωση και νομίζω ότι πρέπει να σε συγχαρώ γι αυτό. Δεν είναι μικρό πράγμα να μιλάει για κάποιον επαινετικά ο Δάσκαλος.

Αλλά υπάρχουν και εδώ νεώτερα στα οποία θέλω να σε κάνω κοινωνό. Τα περισσότερα είναι ευχάριστα και τόσο καθοριστικά που είναι πιθανό ο απόηχός τους να έχει ήδη φτάσει στην Αθήνα, πριν από την παρούσα επιστολή.

Αλλά ας τα πω από την αρχή.

Ήμουν ακόμη στα Σούσα όταν ήρθε να με βρει ο στρατηγός Κλείτος. Ήταν κι αυτός ασθενής και είχε παραμείνει στις φροντίδες του Ακαρνάνα γιατρού για ένα διάστημα. Μου είπε ότι αποθεραπεύθηκε  και ότι θα επέστρεφε στο μέτωπο.

«Ο Αλέξανδρος», μου διευκρίνισε, «έχει δώσει εντολή στον γέρο-Παρμενίωνα να μεταφέρει τον υπόλοιπο θησαυρό της Περσέπολης στα Εκβάτανα, αμέσως μόλις η πόλη πέσει στα χέρια μας. Ο Παρμενίων βρίσκεται ήδη στη Περσέπολη, προετοιμάζει τη μεταφορά, και περιμένει την είδηση ότι η πρωτεύουσα της Μηδίας έπεσε, για να ξεκινήσει. Ζήτησε ήδη από την φρουρά των Σούσων να του στείλει όσα υποζύγια μπορεί να βρεθούν εδώ, γιατί στη Περσέπολη δεν υπάρχουν πλέον αρκετά, και ρωτάει εάν τόσο εγώ, όσο κι εσύ, επιθυμούμε να ταξιδέψουμε μαζί του προς βορράν».

image832

Η ιδέα ήταν καλή. Αυτή την εποχή, σε αυτά τα μέρη, είναι πολύ καλύτερα να ταξιδεύει κανείς ομαδικά παρά μόνος του.  Έτσι ξεκινήσαμε συνοδευμένοι από ένα τμήμα της φρουράς και αρκετά ζώα που συλλέχθηκαν άμεσα απ’ την πόλη και την γύρω ύπαιθρο. Χωρίς να συναντήσουμε καθ’ οδόν δυσκολίες, φτάσαμε στην Περσέπολη (ή μάλλον σε ό, τι έχει απομείνει απ’ αυτήν) και συναντήσαμε τον Παρμενίωνα.  Ο παλαίμαχος στρατηγός δεν μου φάνηκε ευτυχής για τη συγκεκριμένη αποστολή που του ανατέθηκε. Είναι γνωστό ότι ο Παρμενίωνας δεν εκτιμά γενικώς τα πλούτη και είναι φανερό ότι θα προτιμούσε αντί να ασχολείται με τη μεταφορά του θησαυρού, να είχε παραμείνει στο μέτωπο και να συμμετέχει στις επιχειρήσεις που διεξάγονται εκεί.

Η είδηση για την επικείμενη παράδοση των Εκβατάνων ήρθε μαζί με την εντολή να  ξεκινήσουμε. Μπόρεσα έτσι να δω από κοντά τη δύσβατη ορεινή διαδρομή που διήνυσε ο κύριος όγκος του στρατεύματος και μάλιστα χωρίς να έχει ήδη αρχίσει για τα καλά το θέρος, όπως τώρα. Απόρησα για την ταχύτητα που κατάφεραν  να αναπτύξουν κάτω από τέτοιες συνθήκες και έδωσα νοερά συγχαρητήρια στον Ευμένη για την οργάνωση της επιμελητείας και του ανεφοδιασμού.

Λάβε υπ’ όψιν ότι το πέρασμα Ντεχ Μπιντ στις ράχες του Ζάγκρου βρίσκεται σε ύψος δύο χιλιάδων επτακοσίων μέτρων.

Να σου πω επίσης ότι, όπως έμαθα από τον Παρμενίωνα, στη χώρα των Παραιτακών (ανάμεσα στο πέρασμα Ντεχ Μπιντ και τη Μηδία), έναν τόπο φημισμένο για τον δριμύ του χειμώνα, ο Αλέξανδρος άφησε ως σατράπη τον Οξοάρθη, γιο του γνωστού μας Σατράπη της Σουσιανής, του Αβουλίτη. 

Φτάσαμε στα Εκβάτανα λίγες μέρες μετά την είσοδο των στρατευμάτων μας στην όμορφη αυτή πόλη της Μηδίας, όπου βρίσκονται τα θερινά ανάκτορα των Αχαιμενιδών. Χτισμένη στα υψώματα ενός βουνού,  περιβάλλεται από επάλληλα κυκλικά τείχη που, βαμμένα με διαφορετικά χρώματα, εντυπωσιάζουν όποιον τα πλησιάζει από την πλευρά της πεδιάδας.

Ξέρεις ότι έχω ένα επιστημονικό ενδιαφέρον για τα φαινόμενα που προκαλούν εντυπωσιασμό. Σε διαβεβαιώνω ότι αυτή η πόλη, ιδιαίτερα όταν την βλέπεις από μακριά, σε αφήνει έκπληκτο αν όχι ενεό. Δεν χρειάστηκε να πολιορκηθεί γιατί ο Δαρείος, ο οποίος πέρασε τον χειμώνα εδώ, έσπευσε να απομακρυνθεί με όσα στρατεύματα του είχαν απομείνει (περίπου έξι χιλιάδες πεζούς και τρεις χιλιάδες ιππείς, από ό, τι μάθαμε) αμέσως μόλις πληροφορήθηκε ότι η στρατιά μας πλησιάζει.

Προφανώς σκόπευε, όπως σχολίασε ο Παρμενίωνας, να καταστρέψει οτιδήποτε θα διευκόλυνε τον ανεφοδιασμό του στρατεύματός μας σε τρόφιμα, και να κερδίσει το χρόνο που θεωρούσε αναγκαίο για να ισχυροποιηθεί κάπως, πριν αποφασίσει αν θα διαπραγματευτεί τελεσίδικα  ή όχι. Δηλαδή η συνήθης μέχρι στιγμής τακτική του. Αντίθετα, από τους θησαυρούς που είναι αποθηκευμένοι στα Εκβάτανα ¨σήκωσε¨ μόνο ένα μέρος. Δεν ξέρω πως ακριβώς μπορεί να ερμηνευτεί αυτή του η ¨παράλειψη¨. Βιαζόταν ή ήθελε με τον τρόπο αυτό να εξευμενίσει κάπως τον διώκτη του;

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σου θυμίσω πως, μετά τα όσα συνέβησαν στα Σούσα με τις κλοπές των κειμηλίων, ο φίλος Ευμένης ο Καρδιανός έχει φροντίσει να διεισδύσει στο περιβάλλον των Περσών Πριγκίπων,  χρησιμοποιώντας κυρίως τον Ευρυμέδοντα (τον δικό μας, τον Θεσσαλό ιππέα) επικεφαλής μια ομάδας από περσομαθείς Ίωνες. Η προσπάθεια αυτή πέτυχε, με αποτέλεσμα να μάθουμε αρκετά πράγματα για τις προθέσεις ορισμένων από αυτούς, αλλά και να έρθουμε σε άμεση επαφή με τον Βισθάνη, τον γιο του προηγούμενου Μεγάλου Βασιλέα, του Αρταξέρξη του Ώχου, μετά τη δολοφονία του οποίου είχε ανεβεί στο θρόνο ο Δαρείος.

Ο εν λόγω Βισθάνης περίμενε τον Αλέξανδρο δυο, τρεις σταθμούς πριν από τις πύλες της πόλης για να δηλώσει την υποταγή του και να τον πληροφορήσει για τη φυγή του Δαρείου. Έδωσε μάλιστα και κάποιες πληροφορίες για τις κρυφές κινήσεις των στασιαστών πριγκίπων, που επαύξησαν την ανησυχία και τη βιασύνη του δικού μας βασιλιά.images (21)

Ο Αλέξανδρος ήρθε να δει τους δύο πρώην ασθενείς συνεργάτες του πριν προλάβουμε να ζητήσουμε εμείς να τον χαιρετίσουμε. Ήταν παρών και ο γέρο-Παρμενίωνας. Αφού μας αγκάλιασε και μας ευχήθηκε ¨σιδερένιοι¨, μας καλωσόρισε πίσω στην εκστρατεία και μας είπε ότι δεν θα έμενε πολύ στα Εκβάτανα, γιατί βιαζόταν να προφτάσει τον Δαρείο, ξέροντας πλέον ότι ο τελευταίος των Αχαιμενιδών βασιλέων κινδύνευε τώρα κυρίως από τους δικούς του.

Έτσι, μέσα στις επόμενες ημέρες, ο ίδιος με ένα τμήμα του στρατεύματος (βασικά το εταιρικό ιππικό και τη μακεδονική φάλαγγα) θα συνέχιζε την καταδίωξη ακολουθώντας τους πιο σύντομους δρόμους, ακόμη και αν ήταν δύσβατοι. Ο Κλείτος επικεφαλής ενός άλλου τμήματος θα έπρεπε να προελάσει προς την χώρα των Πάρθων, ενώ ο Παρμενίωνας θα κατευθυνόταν προς την Υρκανία (την χώρα των Λύκων). Όσον αφορά σ’ εμένα, μου έδωσε εντολή να παραμείνω στα Εκβάτανα και εκτός από τη εποπτεία της συγγραφής των Βασίλειων Εφημερίδων που θα αναλάμβανα ξανά, αφού  ο Ευμένης θα τον ακολουθούσε στην εξόρμηση,  θα έπρεπε να επιβλέψω την παράδοση του θησαυρού της Περσέπολης.  Ξέρεις σε ποιον; Ναι, και ξέρεις!

Στον Άρπαλο του Μαχάτα!

Αυτός είναι και πάλι υπεύθυνος για τα οικονομικά της εκστρατείας και προς το παρόν έχει εγκατασταθεί κι αυτός στα Εκβάτανα. Λίγα λέω. Η αλήθεια είναι ότι του έχει ανατεθεί η ευθύνη για την πόλη και του έχουν αφεθεί έξι χιλιάδες μακεδόνες οπλίτες, μερικοί ιππείς και κάμποσοι ψιλοί.

Ειλικρινά εύχομαι να δικαιωθεί αυτή τη φορά ο Αλέξανδρος για την επιλογή του. Ωστόσο πρέπει να πω ότι η διαίσθησή μου λέει άλλα πράγματα, όχι τόσο ευοίωνα, και τα έχω πει στον Αλέξανδρο. Ξέρω ότι τον δυσαρεστώ, αλλά νομίζω ότι έτσι κάνω το καθήκον μου. Τέλος πάντων.

Να σου εκμυστηρευτώ και κάτι άλλο. Ο Αλέξανδρος, πριν μας αφήσει, μας είπε μισοαστεία-μισοσοβαρά και, σε κάθε περίπτωση, γελώντας: ¨Εσείς οι τρεις ελπίζω ότι δε με κακολογούσατε όταν τα λέγατε μεταξύ σας στο ταξίδι¨. Του είπα -αμέσως, για να προλάβω κάποια έκρηξη διαμαρτυρίας είτε από τον ευέξαπτο Κλείτο είτε από τον εύθικτο βετεράνο Παρμενίωνα- ότι εμείς οι τρεις ό, τι έχουμε να πούμε του το λέμε πάντα κατά πρόσωπο, γι αυτό και μας αγαπάει. Έφυγε χαμογελώντας αλλά εγώ άρχισα και πάλι να σκέφτομαι τι σόι διαβολές μπορεί να έχει σκαρώσει τους τελευταίους μήνες ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης και η παρέα του.

img_d6afa4be6833

Ο Αλέξανδρος ξεκίνησε την επόμενη κιόλας μέρα και κατευθύνθηκε σε εξαιρετική ταχύτητα προς τα ανατολικά ακολουθώντας τα χνάρια του Δαρείου. Ο Ευμένης, που είναι μαζί του και μου στέλνει στοιχεία για τη συγγραφή της ¨Βασιλείου ¨Εφημερίδος¨, ισχυρίζεται ότι αυτή η προέλαση ξεπέρασε σε ταχύτητα οποιαδήποτε επίδοση οργανωμένου στρατεύματος, οποτεδήποτε στο παρελθόν.

Μετά από ένα δεκαήμερο εξαντλητικής προέλασης σταμάτησαν για ανεφοδιασμό και σύντομη ξεκούραση στις Ράγες, μια πόλη μεγαλύτερη από τα Εκβάτανα, αν και λιγότερο γνωστή, κοντά στη διάβαση των Κασπίων Πυλών.

Ύστερα προσπέρασε τις Πύλες και προχώρησε ως το τέλος της κατοικημένης περιοχής. Επειδή παραπέρα υπήρχε έρημος θέλησε να προμηθευτεί τα απαραίτητα τρόφιμα για το πέρασμα, αλλά πριν προλάβει να ολοκληρώσει τον ανεφοδιασμό, έφτασαν δύο ακόμη αυτόμολοι από το στράτευμα του Δαρείου (ο Βαβυλώνιος Βαγιστάνης και ο Αντίβηλος, ο γιος του Μαζαίου που μας παρέδωσε αμαχητί την Βαβυλώνα) και τον πληροφόρησαν ότι ορισμένοι πέρσες ευγενείς οργάνωσαν πραξικόπημα και συνέλαβαν τον Δαρείο. Επικεφαλής των στασιαστών, όπως ορθά είχε προβλέψει η υπηρεσία μας, είναι ο Βήσσος, ο σατράπης των Βακτρίων. Ο Αλέξανδρος διέκοψε τον ανεφοδιασμό και επικεφαλής των ταχύτερων αλλά και πιο ανθεκτικών ανδρών του, παίρνοντας μαζί του τρόφιμα και νερό μόνο για δύο μέρες, συνέχισε αμέσως την καταδίωξη.

Πράγματι μετά από δύο μέρες έφτασε στον τόπο όπου είχαν στρατοπεδεύσει οι Πέρσες, αλλά εκεί πληροφορήθηκε ότι ο Βήσσος και οι πραξικοπηματίες ευγενείς, με τον αιχμάλωτο Δαρείο έγκλειστο σε μια αρμάμαξα, συνέχιζαν τη φυγή προς τα ανατολικά, ενώ οι πέρσες που διαφώνησαν με τους στασιαστές και οι έλληνες μισθοφόροι τους είχαν εγκαταλείψει και είχαν καταφύγει στα γύρω βουνά.

images (19)

Ο Ευμένης κατάφερε να πληροφορηθεί από τους ντόπιους την ύπαρξη ενός συντομότερου μονοπατιού προς την ίδια κατεύθυνση με εκείνη του Βήσσου και ο Αλέξανδρος αποφάσισε να το ακολουθήσει. Διέταξε τα άλογα πεντακοσίων ιππέων να δοθούν σε ελαφρότερα οπλισμένους πεζούς και μπαίνοντας επικεφαλής αυτού του ταχύτερου αυτοσχέδιου σώματος ¨έφιππων πεζών¨, πήρε το συντομότερο μονοπάτι. Οι υπόλοιποι εξακολούθησαν την πορεία πάνω στο δρόμο στον οποίο προηγείτο ο Βήσσος, μπροστά οι ελαφρότερα και πίσω οι βαρύτερα οπλισμένοι.

Ο Αλέξανδρος κατόρθωσε να καλύψει μια απόσταση τετρακοσίων σταδίων[1] και να προλάβει τους πέρσες αντάρτες τα ξημερώματα της επόμενης μέρας. Ήταν διασκορπισμένοι και, προκειμένου να μετακινούνται ταχύτερα, οι περισσότεροι είχαν πετάξει ως και τις ασπίδες τους. Ελάχιστοι δοκίμασαν να αντισταθούν. Οι περισσότεροι παραδόθηκαν ή το έβαλαν στα πόδια.  Ανάμεσα σε εκείνους που διέφυγαν ήταν και ο Βήσσος με εξακόσιους περίπου ιππείς. Μέσα στην αρμάμαξα που ήταν εγκαταλειμμένη στη μέση του κακοτράχαλου δρόμου βρέθηκε ο Δαρείος ετοιμοθάνατος. Πρέπει να ξεψύχησε λίγο αργότερα.  Αυτό που φοβόταν ο Αλέξανδρος τελικά συνέβη. Απ’ ό, τι εκ των υστέρων μάθαμε, οι στασιαστές πρίγκιπες θέλησαν να τον πάρουν μαζί τους έφιππο, αλλά όταν εκείνος αρνήθηκε να εγκαταλείψει την αρμάμαξα, τον τραυμάτισαν θανάσιμα. Ίσως ο Δαρείος ήθελε -επιτέλους- να συναντήσει τον Αλέξανδρο, αλλά αυτό ήταν εκείνο που οι πρίγκιπες ήθελαν να αποφύγουν πάση θυσία. Γι αυτό τον εκτέλεσαν.  Άσχετα με το τι θα γράψουμε στις ¨Βασίλειους Εφημερίδες¨, η αλήθεια είναι ότι  δεν έχω ιδέα εάν μίλησε ή όχι με τον Αλέξανδρο πριν πεθάνει.

Αυτό ήταν αγαπητέ Εύελπι το τέλος ενός Μεγάλου Βασιλέα, το τέλος μιας ισχυρής Δυναστείας και, όπως όλα δείχνουν, το τέλος μιας κάποτε κραταιάς αυτοκρατορίας. Είναι δύσκολο να κρίνουμε εμείς τον Δαρείο, γιατί εμείς δεν είμαστε παρά οι ¨νικητές¨, άρα η άποψή μας βασίζεται σε άλλα κριτήρια και εξυπηρετεί άλλες ανάγκες. Ωστόσο, θέλω να ελπίζω ότι θα υπάρξει για όλους μας, και μια Ιστορία πιο αποστασιοποιημένη, που θα δώσει μελλοντικά μια αυθεντικότερη κρίση.images (23)

Αγαπητέ Εύελπι, μετά το θάνατο του Δαρείου ο Αλέξανδρος προχώρησε προς την Υρκανία και έμεινε για λίγο στο ανάκτορο της πρωτεύουσας  Ζαρδάκατα. Μάθαμε ότι ο Βήσσος έσπευσε να αυτοανακηρυχθεί βασιλεύς των Περσών με το όνομα Αρταξέρξης ο Τέταρτος, φορώντας μάλιστα και επιδεικνύοντας την τιάρα και  το ξίφος που κατάφερε να ανακτήσει από το θησαυροφυλάκιο των Σούσων. Όμως, όπως καταλαβαίνεις, παρά το ότι ο Αλέξανδρος σκοπεύει να κυνηγήσει και να τιμωρήσει τους αντάρτες πρίγκιπες πριν προλάβουν να γίνουν πραγματικά επικίνδυνοι, με το θάνατό του Δαρείου  ολοκληρώνεται η επίτευξη των στόχων της πανελλήνιας εκστρατείας, όπως αυτοί είχαν διατυπωθεί στο Συνέδριο της Κορίνθου. 

Γι αυτό διοργανώθηκαν γιορτές ¨λήξης¨ και δόθηκε η ευκαιρία σε όσους οπλίτες των σύμμαχων πόλεων το επιθυμούν, να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Έτσι, ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς θα λάβουν πλουσιοπάροχη αμοιβή, και όπου να ‘ναι θα πάρουν το δρόμο της επιστροφής. Όσοι πάλι το επιθυμούν θα παραμείνουν ως μισθοφόροι. Όσον αφορά στις απώτερες προθέσεις του Αλέξανδρου, είναι φανερό ότι δεν έχει σκοπό να σταματήσει την προέλαση, τουλάχιστον μέχρις ότου κατακτήσει το σύνολο της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών.

Ωστόσο στο μακεδονικό στράτευμα υπάρχουν αντιρρήσεις. Όλα δείχνουν ότι μετά από πέντε χρόνια (αν συμπεριλάβουμε και τις επιχειρήσεις κατά των φυλών του βορρά πριν την έναρξη της ασιατικής εκστρατείας) συνεχούς πολέμου, οι στρατιώτες επιθυμούν μια εκτεταμένη ανάπαυλα, αν όχι την επιστροφή στην πατρίδα. Ο Αλέξανδρος είχε ήδη αντιληφθεί πολλά σημάδια σχετικά με τη διάδοση αυτών των απόψεων, τις οποίες άλλωστε συμμερίζονται και αρκετοί από τους κορυφαίους μακεδόνες στρατηγούς. Εάν λάβουμε υπ’ όψιν ότι το μέγιστο όργανο της μακεδονικής διοίκησης εξακολουθεί να είναι το ¨Κοινόν των Μακεδόνων¨, δηλαδή η συνέλευση των μακεδόνων στρατιωτών, είναι κατανοητό γιατί ο βασιλιάς θέλησε να μάθει τις σκέψεις των μαχητών, από πρώτο χέρι, διεξάγοντας μια ειδική έρευνα.

Όπως σου έχω ήδη αναφέρει ο Αλέξανδρος ζήτησε προτάσεις και από την υπηρεσία μας για τον τρόπο που θα έπρεπε να διεξαχθεί μια τέτοια διερεύνηση του ηθικού του στρατεύματος. Δυστυχώς οι προτάσεις που υποβάλαμε δεν έγιναν αποδεκτές. Αντίθετα έγινε δεκτή η ύπουλη μεθοδολογία που πρότεινε η παρέα του Ανάξαρχου. Είπαν στους στρατιώτες ότι ολοκληρώθηκε η νέα γραμμή επικοινωνίας με την Ελλάδα και εγκαινιάζοντάς την θα μετέφεραν δωρεάν τις πρώτες επιστολές των οπλιτών προς τους οικείους τους.

Έγραψαν πολλοί. Τα γράμματα όμως προτού προωθηθούν διαβάστηκαν και αναλύθηκαν από μια ομάδα σοφιστών που πρότεινε ο Αβδηρίτης. Η διατύπωση του αποτελέσματος  της έρευνας ήταν ολίγον του τύπου ¨ήξεις – αφήξεις¨, αλλά δεν μπορούσε να κρύψει πως οι οπλίτες είναι ταλαιπωρημένοι και νοσταλγούν σφόδρα την πατρίδα.  Φάνηκε επίσης, αλλά παρουσιάζεται στα πορίσματα με τρόπο αρκετά καλυμμένο, ότι υπάρχει όντως το πρόβλημα που μου ανέφερες σχετικά με τα κυκλώματα μεσαζόντων και τοκογλύφων που απομυζούν τους πιο εύπιστους οπλίτες. Είχες δίκιο: εάν δεν παρέμβουμε έγκαιρα ίσως θα υπάρξουν προβλήματα  χρεωμένων οπλιτών στο προσεχές μέλλον.

Ο βασιλιάς είδε το βασικό πόρισμα της έρευνας και αποφάσισε να μιλήσει απ’ ευθείας στους στρατιώτες και να τους πείσει να παραμείνουν και να τον ακολουθήσουν στις προσεχείς του εξορμήσεις. Και τα κατάφερε.

saloni1

Ο Αλέξανδρος απευθύνθηκε στους στρατιώτες του διαθέτοντας δύο τουλάχιστον τρανταχτά επιχειρήματα: Πρώτον ότι, μέχρι τώρα, τους έχει οδηγήσει μόνο σε νίκες. Δεύτερον, ότι πολεμάει μαζί τους στη πρώτη γραμμή και έχει ήδη στο κορμί του περισσότερες ουλές τραυμάτων από εκείνες του μέσου μαχόμενου οπλίτη. Μπορεί όμως και να ισχυριστεί ότι εάν οι πέρσες αντιληφθούν ότι οι έλληνες άρχισαν να υποχωρούν και να επιστρέφουν μαζικά προς τη Δύση, δεν αποκλείεται να συσπειρωθούν ξανά και να τους κυνηγήσουν μέχρι τη Μέση Θάλασσα.

Αν στην παραπάνω επιχειρηματολογία συνυπολογίσει κανείς και τη δυνατότητα γενναιόδωρων ανταμοιβών που εξασφαλίζονται από τους ευτραφείς θησαυρούς που πέρασαν πρόσφατα στην κατοχή του Μακεδόνα, γίνεται κατανοητό γιατί οι περισσότεροι στρατιώτες πείστηκαν.

Όμως δεν συμβαίνει το ίδιο με τους μακεδόνες στρατηγούς. Όχι όλους, αλλά μερικούς σημαντικούς όπως για παράδειγμα ο γηραιός, αλλά ακμαίος Παρμενίωνας ή ο στενός φίλος του βασιλιά, ο Κλείτος, οι οποίοι (όπως και εγώ άλλωστε, τ’ ομολογώ) εκφράζουν ανοιχτά τις διαφωνίες τους, δίνοντας έτσι όπλα στους συνήθεις διαβολείς.

Η αλήθεια είναι ότι στρατηγοί και εταίροι έχουν και κάποιους άλλους λόγους να είναι δυσαρεστημένοι. Όπως ότι ο Αλέξανδρος δεν έχει λύσει ακόμη το θέμα της διαδοχής, όπως θα έπρεπε να έχει κάνει ήδη πριν από την εκκίνηση της εκστρατείας, φτιάχνοντας νόμιμους απογόνους με κάποια ελληνίδα πριγκίπισσα. Έπειτα γιατί διαπιστώνουν ότι ο ηγεμόνας τους επηρεάζεται όλο και πιο έντονα από τα περίπλοκα και φανταχτερά τελετουργικά  της περσικής αυλής και έχει αρχίσει να υιοθετεί κάποια στοιχεία της περσικής βασιλικής ενδυμασίας. Άσε που προωθεί όλο και συχνότερα πέρσες, αλλά και άλλους γηγενείς, στις ανώτερες θέσεις των κατακτημένων περιοχών.

.images (22)

Να σου μεταφέρω και ένα άλλο νέο που αφορά στους Έλληνες μισθοφόρους του Δαρείου (περίπου χίλιοι πεντακόσιοι) οι οποίοι απέδρασαν μετά το πραξικόπημα των ευγενών, και εν τέλει παραδόθηκαν σε εμάς. Σίγουρα θα σε ρωτήσουν σχετικά στην Αθήνα και πρέπει να ξέρεις πώς ακριβώς χειρίστηκε το  θέμα ο Αλέξανδρος. Όσοι λοιπόν από τους μισθοφόρους είχαν προσληφθεί πριν από το Συνέδριο της Κορίνθου, όπου κηρύχτηκε επισήμως ο πόλεμος κατά των Περσών, τους άφησε ελεύθερους, όσους προσλήφθηκαν μετά, τους ενέταξε υποχρεωτικά στο στράτευμά του με το μισθό που τους έδινε ο Δαρείος. Όσον αφορά στην έκκληση του Φωκίωνα υπέρ των μισθοφόρων που αιχμαλωτίστηκαν στις προηγούμενες μάχες, μπορείς να μεταφέρεις στον αθηναίο ηγέτη ότι η έκκλησή του για καλή μεταχείριση, θα εισακουστεί.

Στην περίπτωση των πρέσβεων των ελληνικών πόλεων που ήταν διαπιστευμένοι στην αυλή του Δαρείου, η απόφασή του ήταν κάπως διαφορετική.

Εκείνοι που προέρχονταν από πόλεις κράτη που ήταν εξαρτημένα από τους Πέρσες, (Σινώπη, Καλχηδόνα) θεώρησε αποδεκτό το να εκπροσωπούν τις πόλεις τους στην Αυλή των Περσών, δεδομένου ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Εκείνοι, αντίθετα, των οποίων οι πόλεις είχαν υπογράψει τις αποφάσεις του Συνεδρίου της Κορίνθου (δηλαδή τους πρέσβεις των Σπαρτιατών, καθώς και τον Αθηναίο πρέσβη Δρωπίδη) τους φυλάκισε.

.

Όλα αυτά που σου διηγούμαι, αγαπητέ Μεγαρέα, συνέβησαν μετά την έναρξη του νέου έτους, μέσα στον τρέχοντα ακόμη, τη στιγμή που σου γράφω, εναρκτήριο μήνα Εκατομβαιώνα. Όλα δείχνουν ότι και η νέα χρονιά θα είναι πυκνή σε γεγονότα. Ελπίζω και εύχομαι οι τυχόν εκπλήξεις που μας επιφυλάσσει η Ειμαρμένη να είναι θετικές και εκείνες που δεν θα είναι, να μπορέσουμε να τις αντιμετωπίσουμε με τη βοήθεια του Υπέρτατου Λόγου.

Προς το παρόν συνέχισε τη δραστηριότητά σου στην Αθήνα όπως έχουμε συμφωνήσει. Αν χρειαστεί να διαφοροποιήσουμε τη πολιτική μας, θα σε ειδοποιήσω. Περιμένω νεώτερα και για τη δίκη που απ’ ότι μου γράφεις συγκλονίζει αυτή τη στιγμή την Αθήνα. Θα έχει πιθανότατα λιγότερο εντυπωσιακές επιπτώσεις από αυτά που συμβαίνουν εδώ, αλλά δε σου κρύβω ότι, αυτού του είδους, η αθηναϊκή αναστάτωση (που όπως και να το κάνουμε, πρέπει να ακολουθεί κάποιους πάγιους κανόνες) μου  δημιουργεί -περιέργως, το παραδέχομαι- μια αίσθηση ηρεμίας και κανονικότητας. 

Ας είσαι γερός και ευτυχής

Ο Εξ Ολύνθου Καλλισθένης

images (25)

[1] Τετρακόσια στάδια: περίπου εβδομήντα τέσσερα χιλιόμετρα

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄κεφάλαιο έβδομο:Όπου ο Εύελπις και ο Άρπαλος τα πίνουν μαζί

Posted by vnottas στο 10 Μαΐου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο έβδομο. Όπου ο Εύελπις και ο Άρπαλος τα πίνουν μαζί

4792.480

Ο Εύελπις γνωρίζει τον διαβόητο Άρπαλο, αλλά όχι από κοντά. Έχει δει πολλές φορές παλιότερα το χαρακτηριστικό του σουλούπι ανάμεσα σε εκείνους που περιβάλλουν τον μακεδόνα βασιλιά όταν αυτός επιθεωρεί το στράτευμα ή όταν μιλάει στις ευρείες συσκέψεις των συμμάχων. Αλλά, μα τον Δία τον Χειραγωγό, δεν περίμενε να τον γνωρίσει προσωπικά κάτω από τέτοιες παράδοξες συνθήκες και, ακόμη περισσότερο, δεν περίμενε να δεχτεί απ’ αυτόν βοήθεια σε μια κρίσιμη συγκυρία.

Ο Άρπαλος πάλι, δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τον Εύελπι μόνον από το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο του πολεμιστή που βλέπει μπροστά του. Αλλά μόλις ακούει το όνομά του, συνειδητοποίει ότι βρίσκεται απέναντί σ’ έναν από τους πιστούς του επικίνδυνου ραδιούργου, αλλά και φανατικού στις απόψεις του, Καλλισθένη. 

¨Ο Δίας ο Παιγνιώδης έριξε τους κύβους κι έφερε δυάρες¨ λέει μέσα του. ¨Να δεις που την παρτίδα θα την κερδίσει πάλι η τυφλή ανορθολογική Ειμαρμένη.  ¨Όμως¨, σκέφτεται αυτάρεσκα καθώς απλώνει το χέρι για να σφίξει -εγκάρδια θα έλεγε κανείς- εκείνο του Μεγαρέα, ¨τώρα στο παιχνίδι μπαίνει και ο Άρπαλος ο Απρόβλεπτος¨.

όπλα

 Οι ένοικοι της αγροικίας πάνω στο λόφο, (καμιά δεκαριά άτομα: ένας χωρικός, το άμεσο σόι του και μερικοί οικόσιτοι δούλοι), ήταν εκείνη την ημέρα τυχεροί μέσα στην ατυχία τους. Οι ένοπλοι που είχαν καταλάβει το αγροτόσπιτο το πρωί, δεν τους ήθελαν στα πόδια τους και τους είχαν κλειδώσει στο κελάρι, δεμένους χειροπόδαρα. Αυτό όμως αποδείχτηκε ικανό τεκμήριο για τους επτά  έλληνες που αποφάσισαν να διανυκτερεύσουν εκεί, ότι οι ένοικοι δεν ήταν ανακατεμένοι στην ενέδρα και επομένως, αφού τους απελευθέρωσαν, το μόνο που ζήτησαν ήταν φιλοξενία για εκείνο το βράδυ.

Βέβαια, η επικοινωνία μαζί τους δεν υπήρξε εύκολη γιατί μιλούσαν μόνο ένα τοπικό ιδίωμα αρκετά δυσκατάληπτο ακόμη και για τον σωματοφύλακα Σωσίβιο, τον μόνο που ισχυριζόταν ότι ξέρει καλά τα περσικά. Από ό, τι τελικά κατάφεραν να αποκωδικοποιήσουν από αυτά που, πρόθυμα όσο και δυσνόητα  έλεγαν οι ντόπιοι, οι ανατολίτες που έστησαν την ενέδρα δεν ανήκαν στο τακτικό περσικό στράτευμα∙  πιθανότατα, είχαν κατεβεί από τα βουνά του βορρά όπου εξακολουθούν να δρουν ένοπλοι Ούξιοι.

image009

Ανάμεσα στον Μακεδόνα και στον Μεγαρέα κυκλοφορούν κάποιοι (όχι αδιόρατοι) σπινθήρες έντασης∙ ας πούμε όμως ότι είναι πολύ ασθενέστεροι από εκείνους που πιθανώς θα εκρήγνυνταν, αν στη συνάντησή τους δεν είχε προηγηθεί η σωτήρια παρέμβαση του Άρπαλου και η επακόλουθη από κοινού επικράτηση πάνω στους πολυάριθμους Ανατολίτες.  Ας προσθέσουμε ότι, αντίθετα,  τέτοιοι σπινθήρες είναι ανύπαρκτοι ανάμεσα στους ακολούθους τους. Οι τέσσερεις σωματοφύλακες πολεμιστές και ο ιπποκόμος αμαξάς-τοξότης, μετά την συμπλοκή έχουν εγκαρδίως συναδελφωθεί και είναι έτοιμοι να γιορτάσουν όλοι μαζί τη νίκη με ένα καλό φαγοπότι.  

Τώρα στην εστία του σπιτιού τριζοβολάει μια πλούσια φωτιά και στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι γύρω από το οποίο κάθονται οι έλληνες, έχουν απλωθεί διάφορα τοπικά εδέσματα, κυρίως άρτος, αλλαντικά και λαχανικά. Υπάρχει επίσης μια λήκυθος γεμάτη με άρακ, ένα δυνατό ποτό αρωματισμένο με άνηθο, με το οποίο πρωτύτερα ξέπλυναν τις όχι λίγες, αν και μάλλον επιφανειακές, πληγές τους. Είναι ένα ποτό που το έχουν ήδη συναντήσει στα παράλια της Συρίας∙ ο Εύελπις έχει ακούσει τον Φίλιππο τον Ακαρνάνα να το συνιστά για τον καθαρισμό των τραυμάτων.

«Είναι εξ ίσου καλό στην κατάποση», αποφαίνεται ο Άρπαλος δοκιμάζοντάς το.

«Μόνο που απαιτεί πολύ νερό κατά την αραίωση» προσθέτει ο Εύελπις, κάνοντας νόημα στους δικούς του να ακολουθήσουν τη συμβουλή του για γερό αραίωμα.

«Εξαρτάται απ’ τον πότη. Υπάρχουν οι ανθεκτικοί και οι άμαθοι», διαφωνεί ο Άρπαλος, γεμίζοντας με μια μάλλον επιτηδευμένη κίνηση τον κύλικά του με το καυτερό υγρό.

Ο Εύελπις, παίρνει μια βαθειά ανάσα. Ο αέρας μέσα στο αγροτόσπιτο μυρίζει φλεγόμενο ξύλο, ψημένο λουκάνικο και αναθυμιάσεις από άρακ. Ύστερα κουνάει επιφυλακτικά το κεφάλι του και επικαλείται ένα δημοφιλές φιλοσοφικό απόφθεγμα.

«Παν μέτρον άριστον», λέει.

«Οι πόλεμοι αγαπητέ Μεγαρέα, δε ξέρω αν το παρατήρησες, αλλά βρίσκονται εκτός μέτρου. Εγώ, τουλάχιστον, έχω αυτήν την εντύπωση». 

«Εγώ πάλι νομίζω, ευγενικέ Μακεδόνα, ότι καλά τα λένε οι φιλόσοφοι, αλλά πρέπει επίσης να λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο κατηγορίες ¨μέτρου¨ και αυτός ο δυισμός μπερδεύει την κατάσταση». Το βλέμμα του Εύελπι καρφώνεται στα γαλανοπράσινα μάτια του Άρπαλου. «Το να βρεθεί το ¨ιδανικό μέτρο¨ δεν είναι δουλειά για μέτριους ανθρώπους», συνεχίζει. «Κι αυτό γιατί, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει εκείνο των θνητών, εγκατεστημένο πάνω στις απλές και νόμιμες ανθρώπινες επιθυμίες (και ανάγκες) και εκείνο των θεοτήτων κρυμμένο μέσα στις φιλοδοξίες για την τελειότητα και τη θέωση.

Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν  ξέρει πότε μπορεί να χρησιμοποιήσει αβίαστα το ανθρώπινο ¨μέτρο¨, έτσι όπως το υπαγορεύει αυθόρμητα η ανθρώπινη φύση και πότε πρέπει να συμπεριφερθεί ακολουθώντας το ¨μέτρο¨ που υπαγορεύουν οι θεοί. Αυτό το δεύτερο φαίνεται ότι δεν είναι αυτόματα ορατό, αντίθετα, είτε πρέπει να το ψάξεις βαθειά μέσα σου, όπως συνιστούσε ο αείμνηστος Σωκράτης, είτε είσαι υποχρεωμένος να καταφύγεις στις ερμηνείες και τους χρησμούς των μάντεων και των ιερέων, που όμως, όπως όλοι ξέρουμε, δεν είναι πάντοτε σαφείς…»

image002

Ο Άρπαλος κοιτάζει τώρα τον συνομιλητή του με περισσότερο ενδιαφέρον και χαμογελάει:

«Κάτι μου λέει ότι έχεις κι εσύ επισκεφτεί εκείνη τη φωλιά των ¨σκύλων¨, το γυμνάσιο του Κυνοσάργους στην Αθήνα. Ωστόσο έχω την εντύπωση ότι και εσύ, όπως και εγώ άλλωστε, έχεις φτιάξει μια δική σου εκδοχή, μια δική σου παραλλαγή και ερμηνεία, των απόψεων των ¨κυνών¨. Τα λέω καλά;»

Ο Εύελπις, για να ακουστεί, υψώνει κάπως τη φωνή του, γιατί οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες, έχουν αναπτύξει ξέχωρη φωναχτή συζήτηση που αφορά κάτι ανάμεσα στην κρυφή γοητεία των γυναικών της ανατολής και την προφανή γοητεία του χοιρινού στα κάρβουνα.

«Βασικά παρακολούθησα τη σχολή του Ισοκράτη.  Αλλά σχετικά με τα φιλοσοφικά θέματα, όποτε μπορούσα επισκεπτόμουν τόσο το Κυνόσαργες, όσο και την Ακαδημία. Εσύ πότε βρέθηκες στην Αθήνα;»

«Όπως ίσως ξέρεις… Διορθώνω: όπως σίγουρα ξέρεις, αφού απ’ ό, τι γνωρίζω είσαι ένας έμπιστος συνεργάτης του ¨παντογνώστη¨ Καλλισθένη, ήμουν στην Αθήνα πρόσφατα. Τελικά όμως, υπακούοντας στην έκκληση του αγαπητού μου Αλέξανδρου, να ‘μαι και πάλι στην Ασία.  Είχα όμως επισκεφτεί το Κλεινόν Άστυ και όταν ήμουν νεότερος, πριν την εκστρατεία, σε ένα, ας πούμε, εκπαιδευτικό ταξίδι.  Είναι γνωστό πως οι ψηλομύτες αθηναίοι ευπατρίδες επιτρέπουν στους αλλοδαπούς να παρακολουθούν μόνον το γυμνάσιο του Κυνοσάργους. Σπουδαίο δημόσιο ίδρυμα, το οποίο όμως υποτιμούν οι καθαρόαιμοι παίδες  των Αθηναίων. Εσύ πώς τα κατάφερες;»

«Είμαι γιος ενός πολιτικού πρόσφυγα από τα Μέγαρα, στον οποίο έχουν παραχωρηθεί ειδικά προνόμια».  

«Α, έτσι», λέει ο Άρπαλος και, ενώ το βλέμμα του παίρνει μια νοσταλγική απόχρωση, σηκώνει ψηλά, σε μια κίνηση απροσδιόριστης πρόποσης τον κύλικα, και μετά κατεβάζει μονορούφι το δυνατό άρακ. «Ήτανε όμορφη η Αθήνα τότε,  όπως είναι σαγηνευτική και τώρα», λέει μετά. «Εμβριθείς Φιλόσοφοι, σπινθηροβόλοι ρήτορες, πλούσιες βιβλιοθήκες από όπου ακόμα και σήμερα προμηθεύομαι τα βιβλία που μου ζητάει ο βασιλιάς… Και βέβαια, η ωραιότερη από τις θέλξεις του Άστεως: Οι αθηναίες εταίρες. Οι μόνες γυναίκες με τις οποίες μπορείς να κάνεις έρωτα που  να εξάπτει το σώμα ως την πιο οξεία κορύφωση, αλλά και συζήτηση που να χαρίζει στο πνεύμα τις πιο λεπτές απολαύσεις!»  

αρχείο λήψης

Ο Εύελπις κοιτάζει παραξενεμένος τον συνδαιτυμόνα του. Αυτό δε το περίμενε. Ο ατάσθαλος φυγάς μοιάζει να έχει κάποια κοινά σημεία μαζί του. Την αδυναμία στις ωραίες καλλιεργημένες γυναίκες, την αγάπη για τις βιβλιοθήκες, τη νοσταλγία για την πόλη της Παλλάδος Αθηνάς, που ο ίδιος -για να μην τον τυραννάει- προσπαθεί να καταπνίξει, αλλά που ο Μακεδόνας  -αν και έζησε πολύ λιγότερο εκεί- την ομολογεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

«Λοιπόν μου έλεγες», αλλάζει πάλι θέμα ο Άρπαλος, «ότι το περίφημο ελληνικό μας ¨μέτρο¨ είναι δυσπρόσιτο γιατί -όπως και οι κυνικοί, αν δεν κάνω λάθος, υποστηρίζουν- δεν έχουν αποδοθεί στην λέξη επακριβείς ορισμοί. Και ότι πρέπει να διακρίνουμε κατηγορίες και αποχρώσεις. Και ότι υπάρχει, κατ’ αρχήν,  το μέτρο της φύσης των ανθρώπων και το μέτρο των θεών. Δηλαδή από τη μια μεριά ένα ¨μέτρο¨ που, λέω εγώ, δεν πρέπει να διαφέρει από εκείνο που ασυνείδητα διαθέτουν όλα τα ζωντανά όντα, από τους σκύλους-σκύλους, ως εμάς τους άνω θρώσκοντες, και, από την άλλη,  ένα ¨μέτρο¨ που οι θεοί μας το κοινοποιούν σπάνια και με φειδώ, ή, πάλι, μέσω μιας εξειδικευμένης ιεραρχίας μυημένων. Έτσι είναι; τα λέω σωστά;»  

Ο Άρπαλος παίρνει μια βαθειά ανάσα που καταλήγει σ’ ένα μικρό αρακογενές ρέψιμο.

«Εμένα», συνεχίζει χωρίς να περιμένει την απάντηση του Μεγαρέα, «δε μου φαίνεται και πολύ αισιόδοξη η άποψή σου. Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, είμαστε αενάως καταδικασμένοι στην σύγχυση και το μπέρδεμα… Διαβλέπω μια απαισιοδοξία όμοια με εκείνη που κρύβεται πίσω από την ¨αναχωρητικότητα¨ ορισμένων κυνικών. Μια απαισιοδοξία που οδηγεί στον μονισμό και την επιδεικτική πενία των προσποιητά ευτυχισμένων σκύλων και που, προσωπικά, δε μ’ αρέσει».

¨Μα τι λέει τώρα ετούτος εδώ;¨ σκέπτεται ο Εύελπις. ¨Μα την Αθηνά την Σοφολογιότατη, με αποκαλεί απαισιόδοξο; Και μάλιστα με συγκρίνει με τους ΄σκύλους΄; Ποιος; Αυτός, που κάνει παρέα με τον Ανάξαρχο τον Αβδηρίτη και την κλίκα του. Να τον αφήσω στη βακχική του ζαλάδα ή να του τα κάνω πιο λιανά;¨

Τελικά αποφασίζει ότι εντάξει, δεν πειράζει,  χάρη στα κοινά σημεία που διαπίστωσε λίγο πριν, μπορεί να πει -σε αυτόν, τον παράδοξο, έως τις προάλλες φυγά- ένα δύο πράγματα παραπάνω:

«Δεν κατάλαβες καλά άρχοντα μακεδόνα, ίσως γιατί προηγουμένως με διέκοψες θυμίζοντάς μου την Αθήνα, τις συγκινήσεις της και τα εφηβικά μου χρόνια.  Όμως, δεν ολοκλήρωσα τον συλλογισμό μου.

Εγώ, όπως και άλλοι άλλωστε, πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ένα εργαλείο παραπάνω από τα άλλα ζωντανά, το μόνο που ενδέχεται να τους οδηγήσει στο ιδανικό ¨μέτρο¨. Μόνον που δεν το χρησιμοποιούν όσο συχνά και όσο επιδέξια θα έπρεπε.

Αυτό το εργαλείο, που άλλοι το αποκαλούν ¨νόηση¨ και άλλοι του δίνουν το όνομα του θεού Λόγου,  είναι εκείνο που μας βοηθάει να επεξεργαστούμε με τρόπο ωφέλιμο τις όποιες γνώσεις καταφέρνουμε να αποσπάσουμε από το σκοτεινό βασίλειο του Άγνωστου. Και μάλιστα πρόκειται για ένα εργαλείο που, με όσο περισσότερες γνώσεις το προμηθεύει κανείς, τόσο πιο αποτελεσματικό γίνεται. Μπορεί μεν να μην οδηγεί σ’ ένα αναλλοίωτο και  απόλυτο ¨δέον γενέσθαι¨, αλλά είναι σε θέση να προσδιορίσει το εκάστοτε κατάλληλο μέτρο, ή αν προτιμάς να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στη χθόνια φύση από τη μια, και τους απαιτητικούς θεούς-πρότυπα των ανθρώπων από την άλλη. Μιλάω για το Μέτρο που άριστα προσαρμοσμένο από τον Λόγο θα έπρεπε να καθοδηγεί πράξεις και συμπεριφορές σε κάθε φάση και σε κάθε συγκυρία του ατομικού και του συλλογικού βίου.

Αυτή είναι η θεώρησή μου και δεν νομίζω ότι πρέπει να σου φανεί απαισιόδοξη. Γιατί, απλούστατα, δεν είναι. Κάθε άλλο. Πιστεύει βαθειά στον άνθρωπο και τις απεριόριστες δυνατότητες που κρύβει μέσα του».

Ο Μακεδόνας ρίχνει μια επίμονη διερευνητική ματιά στον Εύελπι, αλλά το άρακ κάνει πλέον ορατή την επιρροή του και το βλέμμα δεν προκύπτει τόσο σταθερό όσο θα το ‘θελε. Επομένως, το στρέφει προς τους ακόλουθους, που τώρα έχουν αρχίσει να τραγουδούν (επινοώντας μια πρώιμη όσο και παράφωνη πολυφωνικότητα) ένα δωρικό άσμα πορείας.images (17)

«Οι άνθρωποι, οι άνθρωποι… πολύς λόγος γι αυτούς…», λέει σιγανά∙ και μετά, δυνατότερα:

«Πρόσεξέ με  Μεγαρέα, εγώ δεν είπα ότι είμαι αισιόδοξος. Είπα μόνον ότι δε μου αρέσει η απαισιοδοξία ορισμένων κυνικών, γιατί η θεωρία τους δεν περιέχει κανένα ικανό αντίδοτο στα όσα μελανά διαπιστώνει και στα όσα, ακόμη πιο μαύρα, προφητεύει. Εκτός βέβαια απ’ την αποχή από τις εγκόσμιες χαρές. Αυτοί οι τύποι καταδικάζουν (υποπτεύομαι μόνο στα λόγια) τη μόνη χειροπιαστή παρηγοριά που μπορώ να δω στο γύρο: την γήινη, εγκόσμια απόλαυση!»

Αλλά ο Εύελπις συνεχίζει απτόητος. Έχει αποφασίσει  (ευκαιρίας δοθείσης) να ξεκαθαρίσει ορισμένα πράγματα, ρωτώντας στα ίσια αυτόν εδώ τον περίεργο τύπο: 

«Και όσο για τους κυνικούς, με εκπλήττει που λες πως δεν τους πας. Κι αυτό γιατί απ’ ό, τι ξέρω, μερικοί από αυτούς που ακολουθούν την εκστρατεία, κατέχοντας μάλιστα αξιοζήλευτες θέσεις κοντά στον βασιλέα, κομπάζουν και καυχώνται ότι είναι φίλοι σου, δημιουργώντας μάλιστα την εντύπωση ότι  κι εσύ συμμερίζεσαι τα όσα λένε και κάνουν».

«Τα φαινόμενα συχνά απατούν Μεγαρέα. Αυτό θα έπρεπε να το ξέρεις», απαντά ο Άρπαλος ξαναγεμίζοντας τον κύλικά του, και παραλλάσσοντας σε βήξιμο έναν (και πάλι αρακογενή) λόξυγκα. «Αναγνωρίζω ότι το κίνημα των σκύλων είχε τα τελευταία χρόνια μεγάλη απήχηση σχεδόν σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις, κυρίως στις πιο πλούσιες, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους. Ομολογώ ότι κι εμένα με είχε επηρεάσει τον καιρό που μαθήτευα στο Κυνόσαργες. Τίποτα το παράξενο αφού, στην αρχή τουλάχιστον, οι σκύλοι -αντισυμβατικοί  ίσαμε την πρόκληση και ατημέλητοι έως αστείοι- αντιπροσώπευαν την εξέγερση των νέων ανθρώπων απέναντι στο κύμα -όχι αναζήτησης της ευδαιμονίας, πράγμα που θα ήταν θεμιτό- αλλά φτηνής χρησιμοθηρίας και χυδαίου πραγματισμού που είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του  στον ελληνικό κόσμο. Όχι τόσο σε εμάς στο βορρά, που βρισκόμαστε ακόμα κοντά στα αρχέγονα ήθη, αλλά κυρίως στις πόλεις όπου έχουν πλέον αποκτήσει ουσιαστική ισχύ οι νεόπλουτοι έμποροι και οι μεγάλοι αστικοί δουλοκτήτες, τους ξέρεις, οι ιδιοκτήτες εργαστηρίων και οι ανάδοχοι των ορυχείων.

 Εμένα ξέρεις τι με είχε γοητεύσει πιο πολύ; Η περίφημη ¨ομάδα των εξήκοντα αστειευομένων φιλοσοφούντων¨ που κι αυτοί έδρευαν -και εδρεύουν ακόμη- εκεί, στο άλσος του Κυνοσάργους, δίπλα στην όχθη του Ιλισού. Πρώτη φορά έβλεπα η αναζήτηση μιας νέας ηθικής να συνοδεύεται από σάτιρα, εύχαρι διάθεση και ευφυολογήματα.

Έπειτα να σου πω και το άλλο. Ήμουν μαζί με τον Αλέξανδρο, διάδοχο ακόμη τότε, όταν επισκέφτηκε εκείνον τον απίθανο  τύπο στην Κόρινθο, τον Διογένη. Ο άνθρωπος αυτός, εκτός που ήταν μανούλα στα λογοπαίγνια, είχε αναμφίβολα κουράγιο. 

Όμως στη συνέχεια, με την έναρξη της εκστρατείας, νομίζω ότι πολλοί που διατέλεσαν ή και που εξακολουθούν να αυτοαποκαλούνται ¨κυνικοί¨, αλλαξοπίστησαν…»

«Σ’ αυτό δε μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σου» συγκατανεύει ο Εύελπις, έκπληκτος γιατί η εικόνα που είχε μέχρι τώρα για τον Άρπαλο ήταν αρκετά πιο απλοϊκή και μονοσήμαντη. Τώρα αντιλαμβάνεται ότι ο πρώην επικεφαλής των οικονομικών, δεν προμηθεύει απλώς βιβλία στον Αλέξανδρο, αλλά είναι εξοικειωμένος και με το περιεχόμενό τους. «Έχεις δίκιο Μακεδόνα. Από τότε που στις ομάδες των κυνικών (που, εδώ που τα λέμε, αρχικά αντλούσαν τις βασικές τους ιδέες από τη διδασκαλία του Σωκράτη), παρεισέφρησαν διάφοροι σχετικιστές σοφιστές, η  συμπεριφορά τους και κάμποσες από τις βασικές τους αρχές τροποποιήθηκαν.  Μερικοί έγιναν φανατικοί υποστηρικτές μιας ¨Αυτοκρατορίας¨ που να μοιάζει και να συνεχίζει κάπως πιο ¨εκσυγχρονισμένα¨ τη μηδική, μερικοί υποστηρίζουν την εκστρατεία με ένα σκυλίσιο ενδιαφέρον που θα μπορούσα, νεολογώντας, να αποκαλέσω ¨κυνισμό¨, μερικοί φαίνεται ότι έχουν διεισδύσει στους ανώτατους κύκλους της ηγεσίας, και μερικοί από αυτούς δηλώνουν, και ίσως είναι, φίλοι σου». 

«Η Φιλία είναι μεγάλη κουβέντα, Μεγαρέα. Σου το λέει κάποιος που είναι γνωστός κυρίως ως ο ¨Φίλος του Βασιλέως¨ και που πολλοί τον υπολογίζουν μόνο χάρη σε αυτή την ιδιότητα. Δεν πρέπει να την χαραμίζεις χρησιμοποιώντας την για οποιαδήποτε ανθρώπινη σχέση. Ακόμη κι εγώ, ο κατ’ εξοχήν ¨φίλος¨ δεν μπορώ να σου πω τι ακριβώς είναι. Μπορώ όμως να σου πω, και σου επιτρέπω να το μεταφέρεις και στον πολυπράγμονα προϊστάμενό σου, τον Καλλισθένη, ότι οι σχέσεις μου με τον Ανάξαρχο και τους δικούς του, -αυτόν κυρίως εννοείς, έτσι δεν είναι;- δε θα τις χαρακτήριζα ακριβώς φιλικές. Ο συγγενής του Αριστοτέλη ζει στο βασιλικό περιβάλλον και είναι αρκετά οξυδερκής ώστε να ξέρει καλά πόσο λίγες και πόσο ευάλωτες είναι οι πραγματικές φιλίες που αναπτύσσονται εκεί μέσα». 

ancient-gambling

Παρά την συνεισφορά του άρακ, η ένταση από τη μάχη άργησε να καταλαγιάσει εκείνη τη νύχτα και οι επτά έλληνες άργησαν να αφεθούν στις φροντίδες του Μορφέα. Ειπώθηκαν και άλλα πολλά, όπως γενικόλογες εικασίες για το ποιος μπορεί να κινεί εξεγερμένες ομάδες στα μετόπισθεν, τι δύναμη μπορεί να διαθέτουν ακόμη οι ήδη ηττημένοι βουνίσιοι Ούξιοι και άλλα.

Από ένα σημείο και μετά τραγουδήθηκαν, με τη συμμετοχή όλων, διάφορα χορωδιακά άσματα, άλλα εύθυμα και άλλα νοσταλγικά.

Ύστερα,  ο Εύελπις διάλεξε ένα (κατά τη γνώμη του) κατάλληλο σε διάσταση σβηστό κερί και χάραξε κατά μήκος του εγκοπές  σε πέντε ίσα διαστήματα, Μετά το άναψε, το έδωσε στον νεαρό οπλίτη από τα Πιέρια Όρη (που του φάνηκε ως ο πλέον νηφάλιος) και του ανάθεσε την πρώτη βάρδια σκοπιάς, που πάει να πει την αγρυπνία και επαγρύπνηση έως ότου η φλόγα φτάσει στην επόμενη εγκοπή του κεριού. Οι υπόλοιποι αφέθηκαν, ο ένας μετά τον άλλο, σε βαθύ ύπνο.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο δεύτερο. Ο Οινοκράτης προάγεται.

Posted by vnottas στο 24 Μαρτίου, 2016

esopo

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο δεύτερο: Πως πήρε ο Οινοκράτης την αναβάθμισή του

Στην αρχή ο Οινοκράτης δεν το πήρε καλά που όλοι έφευγαν από τα Σούσα εκτός απ’ τον ίδιο. Πρώτα τον ενόχλησε που αναχώρησαν βιαστικά ο Ευρυμέδοντας και το Πουλχερίδιον. Για να τα λέμε όλα, ιδιαίτερα  το Πουλχερίδιον. Αν ο νεαρός Θεσσαλός  αξιωματικός θα έπρεπε να φύγει για λόγους καθήκοντος, ποιος ο λόγος να φύγει άρον άρον και η γοητευτική μικρή σουρπουίτσα;

Παρ’ όλα αυτά φρόντισε να τους ετοιμάσει τα απαραίτητα εφόδια για το ταξίδι και εκείνο το πρωί -τί πρωί, δεν είχε ακόμη καλοφέξει κι ένα υγρό γκρίζο πέπλο σκέπαζε ακόμη τα Σούσα- τους αγκάλιασε, τους φίλησε σταυρωτά και τους δύο και τους ευχήθηκε οι θεοί των ταξιδιωτών να τους παραστέκονται και να τους προστατεύουν.

Αλλά, σαν να μην έφτανε η αναχώρηση των δύο νέων, ο Εύελπις τον ειδοποίησε ότι και εκείνος επρόκειτο να φύγει για την Περσέπολη μέσα στις επόμενες μέρες. ¨Μόνος σου; Μετά την απόπειρα;¨ είχε απορήσει ο Οινοκράτης. ¨Τρόπος του λέγειν!¨, είχε απαντήσει ο Μεγαρέας προκαλώντας έναν αδιευκρίνιστο μορφασμό του υπηρέτη. ¨Θα πάρω μαζί μου έναν – δυο ιππείς… Θα έχω προστασία, μην ανησυχείς¨.

Προς στιγμήν ο Οινοκράτης αισθάνθηκε αποπροσανατολισμένος. Τι στην ευχή  ¨ακόλουθος¨ ήθελε να πιστεύει πως είναι, αν ο αφέντης του ξεκινούσε για ταξίδι χωρίς αυτόν, άρα μοναχός και αβοήθητος;

Γιατί ο Οινοκράτης θεωρούσε  ότι ο ρόλος του δίπλα στον Εύελπι δεν ήταν βέβαια εκείνος του οποιουδήποτε αδιαφοροποίητου δούλου, ούτε ενός απλού θεράποντα ¨οικέτη¨, αλλά ενός τέως παιδ-αγωγού, που έχοντας συμβάλει στη δημιουργία ενός άρτιου άνδρα, μπορούσε πλέον να αναλάβει τον τιμητικό ρόλο του προστάτη ¨ακόλουθου¨.

Όμως αυτές οι ανησυχίες εξαλείφθηκαν όταν, στη συνέχεια, ο αφέντης τον ενημέρωσε για τις γενικότερες προθέσεις του, μερικές από τις οποίες αφορούσαν άμεσα τον πολυπράγμονα υπηρέτη.

Ε, ναι! Η ζωή επιφυλάσσει εκπλήξεις και αλλαγές.

Ακόμη και η ζωή ενός δούλου μπορεί να κρύβει κάποιες στιγμές κατά τις οποίες είναι δυνατό να συμβούν πράγματα απρόσμενα!  

mercgrec

Καθώς άκουγε τις αποφάσεις του κυρίου του, ο Οινοκράτης ξέχασε την όποια πρωινή δυσαρέσκεια κι ένα πλατύ χαμόγελο αναρτήθηκε στο μελαχρινό του πρόσωπό: Στο μέλλον του ανάτελλε κάτι  νέο κι ανέλπιστο.

Εντάξει, γνωρίζοντας καλά τον Εύελπι ήξερε ότι κάποια αμοιβή για τον δημιουργικό ζήλο που είχε επιδείξει τις τελευταίες μέρες ήταν αναμενόμενη. Αλλά την επίσημη ένταξή του -ως δόκιμο μέλος- στις αφανείς υπηρεσίες; όχι, αυτήν ειλικρινά δεν την περίμενε. 

Ο Οινοκράτης γνώριζε ότι οι Υπηρεσίες μπορεί να μην έχουν και τόσο σαφείς αρμοδιότητες, αλλά ήταν βέβαιος ότι διαθέτουν αδιαμφισβήτητη  -έστω και αν καλυμμένη- εξουσία. Είναι ένα σώμα στο οποίο είναι δύσκολο, αν και όχι αδύνατο, να ενταχθεί ένας δούλος. Εάν όμως κάτι τέτοιο συμβεί, αποτελεί, όχι μόνο μια τιμητική επιλογή και μια επίσημη αναγνώριση αλλά και ένα αποφασιστικό σκαλοπάτι προς την πλήρη χειραφέτηση του επιλεγέντος. Σίγουρα πράγματα!  

Όμως, για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να πούμε ότι ο Οινοκράτης δεν ενδιαφερόταν και τόσο έντονα για την επίσημη ανακήρυξη της ελευθερίας του. Ο Οινοκράτης, μέσα του, είχε μια εγγενή τάση να  ¨φιλοσοφεί¨, τόσο τις αντιξοότητες, όσο και τις εκπλήξεις της ζωής. Έτσι, εδώ και καιρό είχε προσπαθήσει να πείσει τον εαυτό του ότι την όποια ανεξαρτησία την κερδίζει κανείς με καθημερινό ¨αγώνα παρουσίας¨. Ακόμη και ένας  αιχμαλωτισμένος δούλος.

 Βασικά αυτό σημαίνει να καταφέρνεις να έχεις άποψη για ό, τι συμβαίνει γύρω σου, να προσπαθείς να κοινοποιήσεις αυτήν την άποψη στους άλλους και, όποτε αυτό δεν είναι πρακτικά αδύνατο, να τη βάζεις σε εφαρμογή. Έστω εν μέρει. Πίστευε ότι όταν κατάφερνε κάτι τέτοιο, αποδεικνυόταν πιο χειραφετημένος από   πολλούς ¨ελεύθερους¨  και ¨απελεύθερους¨ που είχε γνωρίσει στην Αθήνα και, παλιότερα, στις Συρακούσες.

Πάντως, όσο κι αν είχε κατορθώσει (λίγο ή πολύ) να πείσει τον εαυτό του για την ορθότητα της παραπάνω φιλοσοφικής προσέγγισης, αυτό δεν τον εμπόδισε εκείνο το πρωί να νοιώσει μια ανυπόκριτη αυθόρμητη χαρά εν όψει μιας ενδεχόμενης μελλοντικής τιμητικής απελευθέρωσης.

images (3)

Ο Εύελπις μίλησε στον Οινοκράτη για τις αρχές και τη βασική μεθοδολογία των Υπηρεσιών και του έδωσε να απομνημονεύσει μερικά κείμενα που θα του χρησίμευαν κατά την τελετή ένταξης. ¨Είσαι τυχερός¨, του είπε, ¨ο Καλλισθένης συμφώνησε να ακολουθήσουμε για την ένταξή σου το συντομευμένο τυπικό και έτσι θα γλιτώσεις κάποιες μυητικές ταλαιπωρίες, όχι όλες¨.

Ο Οινοκράτης υποσχέθηκε ότι θα κάνει το παν για να είναι έτοιμος, έτσι ώστε η διαδικασία να ολοκληρωθεί το συντομότερο.

Ύστερα ο Εύελπις του εξήγησε τι περίμενε απ’ αυτόν κατά τη διάρκεια της απουσίας του από τα Σούσα. Ο Οινοκράτης που τον παρακολουθούσε προσεκτικά, κατάλαβε ότι εάν δεν θα συνόδευε αυτή τη φορά τον Εύελπι, ήταν γιατί θα είχε δουλειά  να κάνει στα Σούσα  και, παρά το γεγονός ότι ως γνωστόν δεν ήταν οπαδός του ¨λακωνίζειν¨ -κάθε άλλο-, αυτή τη φορά αρκέστηκε στο να ακούει και να κουνάει που και που καταφατικά το κεφάλι του.

dioniso

…και μια (πειραματική) ανάγνωση

(Συνεχίζεται… Στο επόμενο: Ιππεύοντας προς την Περσέπολη)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Δ΄, κεφάλαιο πρώτο. Λίγες μέρες μετά…

Posted by vnottas στο 10 Μαρτίου, 2016

Μέρος Δ΄

Κεφάλαιο πρώτο: Λίγες μέρες μετά… Dexiosis_Petit_Palais_ADUT00349

Τις μέρες που ακολούθησαν ο Εύελπις δεν πήρε ανάσα. Ούτε έγραψε. Όταν τελικά κατάφερε να ξαναβρεί χρόνο, διάθεση και τις λοιπές κατάλληλες συνθήκες για γραπτή αφήγηση, σημείωσε αναδρομικά τα παρακάτω, αρχίζοντας από τα συμβάντα της επόμενης ημέρας μετά τον εντοπισμό της υφαρπαγής των συμβόλων.

Αφηγείται ο Εύελπις:

Την επόμενη μέρα, όσο πιο νωρίς μου επέτρεψε το επίπονο ξενύχτι και ο λιγοστός πρωινός ύπνος, έσπευσα στο διαμέρισμα του Καλλισθένη.

Τον βρίσκω ξύπνιο, ανασηκωμένο στο κρεβάτι του, με τα κλινοσκεπάσματα καλυμμένα από κυλίνδρους παπύρων και από βιβλία.  Χαμογελώ γιατί αυτό σημαίνει πως, παρά τις ανησυχίες και τις επιφυλάξεις του γιατρού, ο Ολύνθιος είναι σήμερα σαφώς καλύτερα.

Πράγματι, στο πρόσωπό του έχει μειωθεί η χθεσινή ωχρότητα και εμφανίζονται κάποια ίχνη χρώματος, ενώ η φωνή του, καθώς ανασηκώνει το κεφάλι και με κοιτάζει ερωτηματικά, αποκτά και πάλι κάτι απ’ τη συνήθη σταθερότητά της.

«Πες μου, πώς πήγε;»

Τον κοιτάζω κι εγώ∙ το βλέμμα μου  δεν κρύβει τη συμπάθεια που αισθάνομαι γι αυτόν τον βορειοελλαδίτη διανοητή, που είναι για μένα δάσκαλος ζωής στην πράξη, όσο ο Ισοκράτης υπήρξε ο καθοδηγητής μου στη γενικότερη θεωρητική αντιμετώπισή της. Παίρνω μερικά από τα έγγραφα από πάνω του και τα τακτοποιώ στο τραπέζι εκεί παραδίπλα∙ μετά κάθομαι σ’ ένα σκαμνί απέναντί του.

«Είχες δίκιο», του λέω, «υπάρχουν πράγματι στο θησαυροφυλάκιο κειμήλια που ενδιαφέρουν τους Πέρσες που μας αντιστέκονται. Ή μάλλον υπήρχαν, γιατί μερικά εξαφανίστηκαν, όπως μπόρεσα να διαπιστώσω αντιπαραβάλλοντας αυτά που είναι ακόμη στη θέση τους με αυτά που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που μου άφησες χτες.  Λείπει η τιάρα και το βασιλικό ξίφος του τελευταίου Αρταξέρξη».

Εξακολουθεί να με κοιτάζει ερωτηματικά κι  εγώ συνεχίζω:

«Επισκέφτηκα το θησαυροφυλάκιο χτες το βράδυ, αμέσως μόλις μου έδωσαν το σημείωμά σου. Από τα ίχνη  που διακρίνονται στις προθήκες όπου ήταν τοποθετημένα, είναι φανερό ότι τα κειμήλια κλάπηκαν πρόσφατα. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε βάσιμα ότι η κλοπή είχε ανατεθεί στους μαυροφορεμένους εισβολείς που εξουδετερώσαμε, οι οποίοι όμως είχαν τουλάχιστον έναν συνένοχο που κατάφερε τελικά να διαφύγει παίρνοντας μαζί του τα αντικείμενα αυτά».

Στο κέντρο του μετώπου του σχηματίζεται μια λεόντεια ρυτίδα. Προσπαθώ να γίνω πιο αναλυτικός.  

CcyWK7xWAAASTD2
«Ο τρόπος
με τον οποίο οι μαυροφορεμένοι μπήκαν και βγήκαν από το θησαυροφυλάκιο δεν αποτελεί πια μυστήριο. Απ’ ό,τι φαίνεται, το υπέδαφος της ακρόπολης κρύβει ένα ολόκληρο δίκτυο από υπόγειους διαδρόμους που φτάνουν ως τα ανάκτορα ξεκινώντας από αφετηρίες που ακόμη αγνοούμε -εκτός από μία∙ πρόκειται για  έναν τοπικό ναό του Βαβυλώνιου θεού Μαρδούκ, όχι μακριά από την Ακρόπολη, κοντά στην όχθη του ποταμού Χοάσπη. Έδωσα ήδη εντολή να διερευνηθούν τα υπόγεια περάσματα, ελπίζοντας να ανακαλύψουμε τα ίχνη της διαδρομής που ακολούθησαν οι εισβολείς και να εντοπίσουμε το σημείο από όπου ξεκίνησαν».

«Ώστε πίσω από την επίθεση βρίσκονται οι Πέρσες…;»

«Ναι, αλλά όχι κατ’ ανάγκην ο Δαρείος… ούτε μοιάζει να είναι ανακατεμένη η βασιλική οικογένεια».

Αναφέρω στον Καλλισθένη τις απόψεις του Αβουλίτη σχετικά με τις συνωμοτικές κινήσεις των περσών πριγκίπων, για τα πατριωτικά κίνητρα που επικαλούνται και για την ανάγκη να νομιμοποιήσουν την επικείμενη ανταρσία τους. Του λέω ακόμη για τη συνάντησή μου με την Σισύγαμβρη και τον αρχιερέα των ανακτόρων: τις ανησυχίες της πρώτης, τις πολιτικο-θρησκευτικές αναλύσεις και τις προτάσεις του δεύτερου.

Προσπαθώ να του μεταφέρω όλα τα ουσιαστικά σημεία από τις χτεσινές επαφές μου με τους Πέρσες του παλατιού, χωρίς να ανακατέψω στην αφήγηση τις προσωπικές μου εντυπώσεις,  αν και αυτό μου προκύπτει κάπως δύσκολο. Όμως, όπως είναι σωστό και επιβεβλημένο, πρέπει τώρα να ακούσω τις δικές του απόψεις, τα δικά του συμπεράσματα για όλα αυτά.

Στο καστανό του βλέμμα, που γίνεται όλο και πιο ζωηρό, βλέπω τον απόηχο από τις διεργασίες που γίνονται μέσα του, καθώς τα όσα του διηγούμαι τον αποσπούν από τους πόνους των τραυμάτων  και τον παρασύρουν στην ένταση των εξελίξεων.

images (3)

Ύστερα πιάνω την άλλη άκρη του νήματος των όσων συνέβησαν χτες και του αφηγούμαι τις περιπέτειες και  τις ανακαλύψεις του Οινοκράτη: Την επιβεβαίωση της παρουσίας του Άρπαλου στα Σούσα και την κρυφή συνάντησή του στον ναό του βαβυλώνιου θεού με τον Άνάξαρχο τον σοφιστή, τον Μαρτούκη τον ιερέα και μεταφραστή των νόμων του παλιού βασιλιά Χαμουραμπί, καθώς  και με κάποιους άλλους τύπους των οποίων δεν καταφέραμε ακόμη να εξακριβώσουμε την ταυτότητα. Του λέω και για την περιπετειώδη φυγή του στις υπόγειες στοές και την επεισοδιακή συνάντησή μας  στο θησαυροφυλάκιο.

Όταν νομίζω ότι ανάφερα όλα τα βασικά σημεία των χθεσινών γεγονότων, σταματώ και περιμένω τις αντιδράσεις του.

«Έκανες καλή δουλειά Μεγαρέα», μου λέει. «Ας δούμε τώρα τα πράγματα που πρέπει να γίνουν με τη σειρά και, όπως θα μας συμβούλευε ο Αριστοτέλης, συστηματικά.

ΑθλητικοίΑγώνεςΑρχαίοτητα1

Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να κάνεις μια συνοπτική ενημέρωση στον φρούραρχο Μάζαρο και στον υπεύθυνο για την Πόλη, τον στρατηγό Αρχέλαο. Πες τους ότι καταλήξαμε πως για την επίθεση ευθύνονται οι  Πέρσες, χωρίς να επιμείνεις στην υπόθεση για εσωτερική ανταρσία κατά του Δαρείου. Επειδή ακριβώς θα πρέπει να διερευνήσουμε αυτήν την υπόθεση, δε χρειάζεται  περισσότερη δημοσιότητα σχετικά με τα προχθεσινά γεγονότα. Ας κοινοποιήσουν, εάν το κρίνουν απαραίτητο, ότι οι δύο Πέρσες που επιχείρησαν να εισβάλουν στο Θησαυροφυλάκιο έγιναν αντιληπτοί και θανατώθηκαν. Και ας αφήσουν να εννοηθεί ότι το θέμα για εμάς κλείνει εκεί.

Μετά θα πρέπει να αρχίσεις να ετοιμάζεσαι για ταξίδι. Νομίζω ότι πρέπει να φύγεις το συντομότερο για την Περσέπολη».

Εκπλήσσομαι, και μου φαίνεται.

«Κοίτα, κανονικά θα έπρεπε επιστρέψω εγώ», διευκρινίζει ο Καλλισθένης. «Έχω πλέον τακτοποιήσει τα θέματα που αφορούν την οικογένεια του Δαρείου, σύμφωνα με τις εντολές του Αλέξανδρου. Αφού εκείνος δεν πρόκειται να περάσει πάλι από εδώ, αλλά από ότι φαίνεται θα προχωρήσει κατ’ ευθείαν στα αχνάρια του Δαρείου προς βορράν,  θεωρώ  λογικό να βρεθώ πάλι κοντά του.

Όμως ο Φίλιππος ο γιατρός επιμένει πως αποκλείεται να καταφέρω να ταξιδέψω, και ίσως έχει δίκιο.

Ναι, ξέρω ότι εσύ, προτού επιστρέψεις, έχεις αναλάβει να επιμεληθείς την τακτοποίηση των θησαυρών που μετέφερες από την Περσέπολη. Όμως θεωρώ ότι δεν αρκεί να στείλουμε μια γραπτή αναφορά για όσα συνέβησαν τις τελευταίες μέρες. Προέχει να ενημερώσεις αυτοπροσώπως το συμβούλιο των εταίρων και, εάν ο Ευμένης το κρίνει χρήσιμο, να τα πεις κατ’ ευθείαν ακόμη και στον Βασιλέα. Μην ανησυχείς για τους θησαυρούς∙  αφού είμαι υποχρεωμένος να παραμείνω εδώ θα έχω το νου μου ώστε να γίνει η καταγραφή με ασφάλεια».

foin

Μένει για λίγο σιωπηλός παρατηρώντας με. Μετά παίρνει μια βαθειά ανάσα και συνεχίζει.

«Τώρα επί της ουσίας: Τα θέματα που προκύπτουν από αυτά που μάθαμε είναι δύο.

Το ένα μπορεί να έχει επιπτώσεις στην εξέλιξη της εκστρατείας και αφορά την πιθανή εξέγερση κατά του Δαρείου: Άραγε κάτι τέτοιο θα μας διευκολύνει επειδή διχάζει και αποδυναμώνει το στρατόπεδό των Περσών ή, αντίθετα, η ενδεχόμενη επικράτηση των ανταρτών πριγκίπων μπορεί να δώσει μια νέα, επικίνδυνη δυναμική στην αντίσταση της καταρρέουσας αυτοκρατορίας;

Για να καταλάβουμε καλύτερα πως διαμορφώνονται τα πράγματα κάτω από τέτοιες συνθήκες πρέπει, όχι μόνο να επαληθεύσουμε αν ο ηγέτης των ευγενών που εξεγείρονται είναι όντως αυτός ο Βήσσος, όπως ισχυρίζεται ο Αβουλίτης, αλλά και να μάθουμε τα πάντα γι αυτόν ή για όποιον άλλον ενδέχεται να αμφισβητήσει τον Δαρείο.

Ίσως κάτω από την ευφορία των συνεχών νικών υποτιμήσαμε το πόσο χρήσιμο είναι να γνωρίζουμε καλά τι συμβαίνει στο εσωτερικό των αντιπάλων μας.  Θεωρώ πάντως ότι μπορούμε να επανορθώσουμε και μάλιστα έγκαιρα. Πρέπει να μάθουμε περισσότερες λεπτομέρειες για το πως έπεσε ο τελευταίος Μεγάλος Βασιλιάς πριν τον Δαρείο τον Κοδομανό -ήταν αν δεν κάνω λάθος ένας ¨Αρταξέρξης¨, καθώς και ποιοι θα μπορούσαν να εμφανιστούν σήμερα ως επίδοξοι κληρονόμοι του. Ίσως χρειαστεί να συστήσουμε μια ειδική ομάδα που να ασχοληθεί συστηματικά με τη συλλογή πληροφοριών  για τους αμφισβητίες πέρσες ευγενείς.

Πρέπει να δώσουμε τις σωστές απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα το συντομότερο, αν θέλουμε να μην χάσουμε τον έλεγχο και να μπορέσουμε να επηρεάσουμε τις εξελίξεις κατά το δοκούν».

images (11)

Παρά την αποφασιστικότητα που αποπνέουν τα λόγια του, η ένταση της φωνής του Καλλισθένη έχει πάλι αποδυναμωθεί. Σταματάει και πάλι για λίγο και μετά συνεχίζει.

«Το δεύτερο θέμα που προκύπτει Εύελπι, είναι σχετικό ακριβώς με το ¨δοκούν¨. Το απώτερο ¨δοκούν¨. Έχει να κάνει με το τι επιδιώκει αυτή εδώ η εκστρατεία, τι ακριβώς θέλουμε, ποια είναι τα οράματά μας για τον κόσμο που θα προκύψει απ’ αυτήν. Βλέπεις, είμαι σίγουρος ότι αυτά που επιθυμούμε εμείς απέχουν από αυτά που αναζητά ο Ανάξαρχος, ο Άρπαλος και ο κύκλος τους.

Εμείς -το έχουμε συζητήσει μεταξύ μας κι άλλες φορές- θέλουμε να σωθούν και να διαδοθούν όλα εκείνα τα θαυμαστά που συνέβησαν στην Ελλάδα τους τελευταίους αιώνες. Στην γνώση, στην τέχνη, στην ποιότητα των ανθρώπων και των ιδεωδών, στην ποικιλία των πολιτικών συστημάτων.  Εκείνοι λατρεύουν μόνον την ποσότητα και την ομοιομορφία, επιδιώκουν την άλογη αύξηση και αδιαφορούν για την ποιότητα. Περισσότερα εδάφη, περισσότερα κέρδη, περισσότεροι δούλοι, αυτά κυρίως τους απασχολούν. Τώρα έχουν γοητευτεί από την ιδέα της ¨αυτοκρατορίας¨. Αυτοκρατορία με τον τρόπο που την οργάνωσαν οι Πέρσες, με χρήση των χρημάτων εμπνευσμένη από τους Βαβυλώνιους, και με θεούς χωρίς Αιδώ  και κυρίως χωρίς μέτρο.

Η συνάντηση που εντόπισε ο υπηρέτης σου, μυρίζει προχωρημένη συνωμοσία και με ανησυχεί. Όμως, όπως και ο Αλέξανδρος, είμαι μαθητής του Αριστοτέλη χάρη στον οποίο βρίσκομαι εδώ. Δεν θα ήθελα να πάρω πρωτοβουλίες χωρίς τη συγκατάθεση του δασκάλου μου. Έχει κι εκείνος αντιληφθεί τις αμετροέπειες που εκδηλώθηκαν στις τάξεις μας πρόσφατα. Και, όπως σου έλεγα πριν από την επίθεση, με προσκάλεσε να τον επισκεφτώ και να μιλήσουμε σχετικά. Είχα σκοπό να ζητήσω να μου επιτραπεί να συνοδεύσω στην Αθήνα τα αγάλματα των τυραννοκτόνων, κι έτσι να έχω την δυνατότητα να συζητήσω μαζί του, αλλά ο τραυματισμός μου αποκλείει και αυτό το ταξίδι».

Με  κοιτάζει για μια στιγμή και μετά συμπληρώνει: «Σε κάθε περίπτωση ας μην κοινοποιήσουμε τα σχετικά με τον Ανάξαρχο και τον Άρπαλο και τις ¨συγκεντρώσεις¨ τους, προτού συλλέξουμε περισσότερα και ακριβέστερα στοιχεία».

αρχείο λήψης (3)

Ο Καλλισθένης καταπνίγει έναν αναστεναγμό. Δείχνει ξαφνικά κουρασμένος. Εδώ που τα λέμε, απορώ που ο Φίλιππος δεν έχει ακόμη εισβάλλει για να μας διακόψει και να τον βάλει να αναπαυθεί. Έπειτα γυρίζει προς το μέρος μου και χαμογελάει.

«Αν υποθέσουμε ότι τα επόμενα δεκαήμερα η υπόθεση των στασιαστών πριγκίπων μπει υπό έλεγχο, και πάψουμε να είμαστε σε κατάσταση συναγερμού», μου λέει ξαφνικά, «τι θα έλεγες για ένα ακόμη ταξίδι; Μακρύτερο… Ας πούμε στην Αθήνα;!»

persian

Πρόλαβαν να πουν αρκετά πράγματα ακόμη την ημέρα εκείνη, πριν ο Φίλιππος ο γιατρός τους διακόψει. Ο Ακαρνάνας εισέβαλε στο δωμάτιο του τραυματία με τους καθαρούς επιδέσμους ανά χείρας, ένα μάλλον αισιόδοξο χαμόγελο να κρέμεται στις άκρες των χειλιών του και τους βοηθούς του από πίσω, να κουβαλούν ζεστό νερό και καταπλάσματα. Ήταν περασμένο μεσημέρι όταν ο Εύελπις άφησε τον Καλλισθένη στις φροντίδες του γιατρού και κατευθύνθηκε στους χώρους του φρουραρχείου όπου θα συναντούσε τον επικεφαλής Μάζαρο, στον οποίο είχε ήδη μηνύσει να τον περιμένει γιατί υπάρχουν νεότερες εξελίξεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν.

images (4)

 Την επόμενη μέρα, με το πρώτο χάραμα της αυγής, ο Ευρυμέδοντας συνοδευόμενος από το Πουλχερίδιον είχε αναχωρήσει για Περσέπολη μεταφέροντας έναν σφραγισμένο κύλινδρο που προοριζόταν για τον Ευμένη τον Καρδιανό ιδιόχειρα. Ήταν η αναφορά, που είχε ολοκληρωθεί στην τελική της μορφή μετά τη συνάντηση του Εύελπι με τον τραυματία προϊστάμενο του και περιέγραφε συνοπτικά την επίθεση στο θησαυροφυλάκιο, τον τραυματισμό του Καλλισθένη και τα πρώτα πορίσματα των ερευνών. Ο Εύελπις είχε ζητήσει επίσης από τον Θεσσαλό ίλαρχο να μεταφέρει προφορικά στον Ευμένη ότι σύντομα θα επέστρεφε στην προελαύνουσα στρατιά και ο ίδιος, οπότε θα έχουν την ευκαιρία να συζητήσουν αναλυτικότερα για όλα τα θέματα, αυτά που αναφέρονται στην επιστολή, αλλά και άλλα.

Στην μικρή Πουλχερία ο Εύελπις είχε παραδώσει την επιστολή του προς την Θαΐδα. Δεν ήταν μια εκτεταμένη επιστολή και ίσως δεν περιελάμβανε παρά ένα μικρό μέρος από αυτά που θα ήθελε να της πει, αλλά  τώρα που ήξερε ότι θα βρεθεί και πάλι κοντά της δεν τον ενοχλούσε που δεν κατάφερε να της τα εξομολογηθεί όλα με μιας.

Ύστερα, αφού ειδοποίησε τον Οινοκράτη να έχει όλα τα απαιτούμενα έτοιμα για επικείμενο ταξίδι προς την Περσέπολη,  σημείωσε τα πράγματα που θα έπρεπε, σύμφωνα με τις οδηγίες του Καλλισθένη, να τακτοποιήσει πριν την αναχώρηση.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο ενδέκατο. Υπόγεια διαδρομή

Posted by vnottas στο 22 Ιανουαρίου, 2016

Κεφάλαιο ενδέκατο: Όπου το δίδυμο των ερασιτεχνών ανιχνευτών καταλήγει στο υποχθόνιο τμήμα των Σούσων

138.256

Ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης, μασουλώντας με βουλιμία φανατικού πιστού το ευλογημένο άρτυμα που προμηθεύτηκαν από τους μικροπωλητές στο προαύλιο (κάτι σαν μαλακό τυρί αλειμμένο σε μια άζυμη πίτα), ανηφορίζουν την εξωτερική μνημειακή κλίμακα και εισέρχονται στο ψηλοτάβανο πρώτο πάτωμα του πολυώροφου Ναού του Μαρδούκ.

Ο Οινοκράτης θέλει να μαζέψει κι άλλες πληροφορίες γι αυτό το παράξενο συγκρότημα κτιρίων όπου -είναι πλέον πεισμένος- εξυφαίνεται κάτι σκοτεινό και συνωμοτικό. Θέλει να εξακριβώσει με ποιο τρόπο ο ναός επικοινωνεί εσωτερικά με τα υπόλοιπα κτίσματα, σε κάποιο από τα οποία πρέπει να έχουν μαζευτεί εκείνοι που τρύπωσαν μέσα από την παράπλευρη ελεγχόμενη είσοδο: ο Άρπαλος και οι σωματοφύλακές του, ο γραμματικός του Ανάξαρχου, καθώς και άλλοι που ίσως, εξ αιτίας της σκοτεινιάς του δειλινού και του πλήθους των επισκεπτών του παρακείμενου ναού, δεν κατάφερε να αναγνωρίσει. Και, σε κάθε περίπτωση, θέλει η αποψινή αναφορά του στον Εύελπι να διανθίζεται με τα κατάλληλα στοιχεία που θα κάνουν τις περιγραφές του πιο ακριβείς, ζωντανές και ενδιαφέρουσες.

 Φαίνεται ότι οι πιστοί των θεοτήτων της Βαβυλώνας στα Σούσα είναι πολλοί, γιατί ο πρώτος όροφος του ναού, παρά το μεγάλο του μέγεθος, έχει ήδη αρχίσει να γεμίζει. Στο κέντρο της αίθουσας, πάνω από τα κεφάλια των πιστών (που δεν έχουν πάψει να ψέλνουν, άλλοι μουρμουριστά, άλλοι μασουλώντας και άλλοι με μεράκι επαγγελματία αοιδού) υψώνεται το άγαλμα του γενειοφόρου, ροπαλοφόρου και φτερωτού Μαρδούκ, απεικονισμένου ύστερα από κάποια δύσκολη μάχη,  ενώ τριγύρω τού κάνουν παρέα οι απεικονίσεις άλλων θεών, προφανώς από το ίδιο θεϊκό βαβυλωνιακό σόι. Στο βάθος διακρίνονται οι σκάλες που, προερχόμενες από τα έγκατα του κτίσματος, οδηγούν στους πιο πάνω ορόφους (και αντιστρόφως).

Σε μια στιγμή, το πλήθος παύει τον ψαλμό, καθώς στην υπερυψωμένη εξέδρα που έχει στηθεί κάτω από το άγαλμα του Μαρδούκ ανεβαίνουν τρεις ρασοφόροι ιερωμένοι, ο ένας απ’ τους οποίους, εκείνος που κρατάει μια γκλίτσα ψηλότερη απ’ το μπόι του, ανοίγει διάπλατα τα χέρια και αρχίζει να απαγγέλει δυνατούς ακατανόητους ήχους, που επαναλαμβάνουν πρώτα οι συνοδοί του και μετά όλο μαζί το εκκλησίασμα. Οι δύο λαθραίοι πιστοί τους μιμούνται ανοιγοκλείνοντας τα στόματά τους όσο μπορούν πιο πειστικά, ενώ παράλληλα προωθούνται στο εσωτερικό του κτίσματος παρατηρώντας  δεξιά κι αριστερά τον χώρο.

clp_assyrian2

«Αυτές οι πλαϊνές πύλες βγάζουν σίγουρα στο εσωτερικό του συγκροτήματος, αλλά εάν βγούμε από εκεί θα μας εντοπίσουν σίγουρα», λέει στο αυτί του Χοντρόη ο Οινοκράτης. «Ίσως εκείνες οι σκάλες στο βάθος να οδηγούν σε κάποιο πιο ασφαλές υπόγειο πέρασμα. Πάμε να ρίξουμε μια ματιά. Σιγά σιγά…»  

Κάνουν να προχωρήσουν προς το βάθος της αίθουσας, αλλά δεν έχουν διανύσει παρά ένα μικρό τμήμα της απόστασης που τους χωρίζει από τις σκάλες, όταν ο Μαγκουροφόρος ιερέας βγάζει μια οξεία παρατεταμένη κραυγή, που τους τρομάζει και τους ακινητοποιεί.

Όμως δεν πρόκειται παρά για μια συνθηματική ιαχή, εγκεκριμένη και συμφωνημένη με τον εν λόγω θεό, γιατί και σ’ αυτόν, όπως και σε πολλούς άλλους θεούς αρέσουν τα συνθήματα, τα παρασυνθήματα, καθώς και τα νεύματα (σημεία) αλληλο- αναγνώρισης.  Πράγματι στο άκουσμα της κραυγής, όλοι οι εκκλησιαζόμενοι ομού και χωρίς εξαιρέσεις κάνουν την εξής χαρακτηριστική κίνηση, ο συμβολισμός της οποίας είναι προφανής. Ανασηκώνουν το αριστερό χέρι ως το ύψος της μύτης τους και εισπνέουν βαθειά, γιατί μόνον έτσι μπορούν να έχουν επαφή με την οσμή της πλάσης και να δηλώσουν (αλληγορικά) ότι όχι μόνο την ανέχονται και την εγκρίνουν, αλλά και ότι τους αρέσει σφόδρα. Μετά κατεβάζουν (το χέρι) ως το κέντρο της κοιλιακής χώρας την οποία και πιέζουν με τον δείκτη. Αυτή η κίνηση συμβολίζει ότι ο θεός τους μπορεί μεν να είναι γενειοφόρος και εκ πρώτης όψεως αρσενικός, αλλά επειδή ακριβώς είναι θεός μπορεί να δημιουργεί, να φτιάχνει και να γονιμοποιεί από μόνος του, χάρη στη Θεία Κοιλιά του (ένα απλούστερο ομοίωμα της οποίας είχε την καλοσύνη να χαρίσει και στα θηλυκά θνητά δημιουργήματά του).

 Μετά το χέρι κατεβαίνει προς το υπογάστριο, και ενώ τα δάκτυλα και η παλάμη σχηματίζουν μία δράκα (χούφτα), το ανασηκώνουν ελαφρά και συμβολικά (το υπογάστριο μαζί με ό, τι βρουν εκεί). Αυτή είναι η πιο μυστηριακή από τις φάσεις της Συμβολικής Κίνησης, για την ερμηνεία της οποίας ερίζουν διάφορες ερμηνευτικές ιερατικές σχολές. Υπάρχουν οι καθησυχαστικές και οι αποκαλυπτικές εκδοχές, καθώς και μία εσωτεριστική που απαγορεύει κάθε ανάλυση της τελικής φάσης του καθ-ιερωμένου νεύματος, για λόγους που, ακριβώς επειδή είναι μυστικιστικοί, δεν μπορούν να αποκαλυφθούν παρά σε μυημένους υψηλής πιστότητας και κατοχυρωμένης προέλευσης.

Το νεοϊδρυθέν δίδυμο της παραλλαγμένης εξερευνητικής δράσης καταλαμβάνεται εξαπίνης. Η συλλογική χορογραφική κίνηση του εκκλησιάσματος είναι τόσο αυθόρμητη, αλλά και τόσο άρτια συντονισμένη, που δεν προλαβαίνουν να σκαρώσουν παρά μια ανεπιτυχή προσομοίωσή της, με αποτέλεσμα οι διπλανοί να τους ρίξουν βλέμματα ερωτηματικά έως δυσαρεστημένα  του τύπου : Αχ αυτοί οι νεόφυτοι! Δεν θα έπρεπε να τους επιτρέπουν τη συμμετοχή στις τελετές πριν μάθουν καλά το τελετουργικό.  

images (2)

Δεν έχουν άδικο. Οι δύο δεν κατανόησαν αρκετά το προσωπικό ομολογητικό περιεχόμενο του Νεύματος και έτσι, αντί να το εφαρμόσουν σε πρώτο (νοηματικό) πρόσωπο, δηλαδή στον εαυτό τους, πήγαν να το εφαρμόσουν ο ένας στον άλλο. Έτσι, ο μεν άτσαλος Χοντρόης παραλίγο να βγάλει το μάτι του Οινοκράτη, μια που δεν κατάφερε να βρει τη μύτη του με την πρώτη, ενώ αυτός ο τελευταίος κατά τη διάρκεια της προσομοίωσης της τρίτης φάσης του νεύματος προκάλεσε στον Χοντρόη οξύτατο πόνο στις κάτω κοιλιακές χώρες, με αποτέλεσμα ο Ασιάτης να κοκκινίσει ως βρασμένο τεύτλο και να χοροπηδήσει ως (παχουλό) ερίφιο σε κατηφόρα ορεινής περιοχής.

Ευτυχώς ο αρχιερέας εκπέμπει την κραυγή που σημαίνει ¨τέρμα τα νεύματα¨ και το πλήθος ηρεμεί, ενώ οι δύο καταφέρνουν να προωθηθούν ακόμη λίγο προς τα ενδότερα. Πριν προλάβουν όμως να πάρουν μια ανάσα, ο ένας από τους συνοδούς του ραβδούχου ιερέα θέλει να πει κι αυτός κάτι, δικό του, και το λέει με μια κοφτή λαρυγγώδη φράση. Σε απάντηση το εκκλησίασμα βγάζει από τα θυλάκιά του ένα είδος μαύρης κονκάρδας και καθένας την στερεώνει στο στήθος του.

Ο Οινοκράτης προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς είναι αυτό το μαύρο πράγμα και, παρατηρώντας καλλίτερα τους πλαϊνούς του, αναγκάζεται (όχι χωρίς έκπληξη) να παραδεχτεί ότι πρόκειται για μια κεραμική καρφίτσα που αναπαριστά ένα είδος μαύρης κατσαρίδας.  Μερικοί μάλιστα (με πιο φανατική φάτσα) έχουν αναρτήσει στο στήθος τους μια πραγματική μεγάλη μαύρη αποξηραμένη κατσαρίδα. Ο Οινοκράτης φυσικά αγνοεί το πραγματικό νόημα του συμβόλου, και για αυτό, αφού πρώτα προσπαθεί να σκεφτεί πού θα μπορούσε να βρει κάτι το μαύρο για να το βάλουν στο στήθος τους και αφού πειστεί ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, κάνει νόημα στον Χοντρόη ότι το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να εγκαταλείψουν αμέσως την αίθουσα. (Για την πληρότητα της παρούσας αφήγησης, ας σημειώσουμε ότι η ανάρτηση στο στήθος ενός είδους μαύρης κανθαρίδας, είχε να κάνει με το προφητικό μέρος της εν λόγω λατρείας και υποδήλωνε ότι οι πιστοί δεν θα αλλαξοπίστηζαν, αλλά  θα παράμεναν αφοσιωμένοι στον θεό τους, ακόμη και εάν εκείνος στην επόμενη απόπειρα δημιουργίας διάλεγε ως εκλεκτό και προνομιούχο πλάσμα το συμπαθές αυτό οικόσιτο έντομο).

Όμως οι εξελίξεις εμποδίζουν ακόμη μια φορά τους ελιγμούς του Οινοκράτη. Δηλαδή, συμβαίνουν δύο πράγματα: Από την αριστερή (μπαίνοντας) παράπλευρη πύλη αρχίζει να εισέρχεται στο ναό μια πομπή αποτελούμενη από (κι άλλους!) ιερείς, (κάποιους) κουκουλοφόρους και (καλοθρεμμένα) τετράποδα μηρυκαστικά -προφανώς ετοιμάζεται κάποια θυσία-, ενώ ταυτόχρονα όλες οι άλλες πύλες κλείνουν και μπροστά τους παρατάσσονται σωματώδεις ένοπλοι.

«Στις σκάλες», σφυρίζει ο Οινοκράτης στον Χοντρόη και, κρατώντας τα χέρια χιαστί μπροστά στο στήθος τους ώστε να μην είναι άμεσα ορατή η έλλειψη του μαύρου εμβλήματος, προχωρούν προς το κλιμακοστάσιο, το φτάνουν, και βλέπουν με ανακούφιση ότι δεν υπάρχει εκεί κάποιος φρουρός που να εμποδίζει την κάθοδο (αυτή τους ενδιαφέρει, άλλωστε η μόνη εναλλακτική κατεύθυνση, η άνοδος, όπως θα μάθει αργότερα ο Οινοκράτης, είναι παγιδευμένη και τα κλειδιά που εξουδετερώνουν τις παγίδες είναι γνωστά μόνο στους μυημένους βαθμού ανάλογου με το ύψος του ορόφου. Εκείνοι που μπορούν να φτάσουν στην τελευταία εσοχή του κλιμακωτού τεμένους είναι ελάχιστοι).

Καθώς λοιπόν οι πιστοί είναι προσηλωμένοι στην εισερχόμενη πομπή, οι δύο κατεβαίνουν, όσο πιο αδιάφορα αλλά και σβέλτα μπορούν, τα πέτρινα σκαλοπάτια.

assyrians

Φτάνουν στο επόμενο πλατύσκαλο και βρίσκονται σε έναν επίπεδο χώρο όπου διασταυρώνονται δύο υπόγειοι διάδρομοι, ενώ η σκάλα συνεχίζει απτόητη την κάθετη πορεία της προς τα μυστηριωδέστερα  βάθη του τεμένους. Η αίσθηση του προσανατολισμού που δεν λείπει από τον Οινοκράτη, του υπαγορεύει να ακολουθήσει τον διάδρομο προς τα αριστερά, γιατί προς τα ‘κει πρέπει να βρίσκεται η πύλη απ’ την οποία έχουν μπει στο συγκρότημα ο Άρπαλος και οι άλλοι. Προχωρούν λοιπόν αριστερά.

Το τμήμα της υπόγειας σήραγγας όπου θα βρεθούν τώρα δεν είναι, όπως θα περίμενε κανείς, χαμηλοτάβανο, υγρό και  σκοτεινό.  Κάθε άλλο. Είναι μια καλοφωτισμένη υπόγεια στοά που ενώνει τον ναό με κάποιο άλλο επίσης σημαντικό σημείο του συγκροτήματος. Επομένως είναι πολύ πιθανόν να κυκλοφορεί κόσμος εκεί κάτω και ως εκ τούτου, οι δύο ερασιτέχνες ανιχνευτές είναι υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν το κλεφτό γρήγορο βάδισμά τους και να προσποιηθούν την πιο αργή και σίγουρη κίνηση κάποιου που ανήκει στο περιβάλλον και ξέρει που πάει.

Φαίνεται ότι τα καταφέρνουν αρκετά καλά, γιατί αυτό το άνετο ύφος δεν θα αργήσει να αποδώσει όταν,  ύστερα από λίγο, βρίσκονται στη ρίζα μιας άλλης σκάλας και, πριν προλάβουν να αντιδράσουν, βλέπουν  να την κατεβαίνει διστακτικά ένας νεαρός υπηρέτης με ένα δίσκο στο χέρι. Πράγματι, αυτός ο τελευταίος τους απευθύνει το λόγο με ύφος παρακλητικό και σε μια περσική που ακόμη και ο Οινοκράτης καταλαβαίνει ότι δεν είναι η μητρική του γλώσσα.

«Τι λέει;» ρωτάει ανάμεσα στα δόντια του τον Χοντρόη.

Επίσης σφυριχτά, ο Πέρσης τον πληροφορεί ότι ο υπηρέτης θέλει να μάθει αν έχουν την καλοσύνη να του πουν πού ακριβώς είναι η συγκέντρωση, γιατί του ο αφέντης του παράγγειλε κάτι, αλλά αυτός εδώ χάθηκε.

 Ο Οινοκράτης κορδώνεται: «Παίξε το σκληρός και ρώτα τον ποιος είναι ο αφέντης του».

Ο Χοντρόης προσπαθεί να κάνει την φωνή του πιο ζόρικη και καταφέρνει να την κάνει πιο τσιριχτή. Ο υπηρέτης απαντά, χωρίς αντιρρήσεις, ότι είναι στην υπηρεσία του Βαβυλώνιου ιερέα και λογίου Μαρτούκη, ή κάπως έτσι.

«Ρώτα τον αν ο αφέντης του είναι στη συγκέντρωση της Ιερής Εποπτικής Επιτροπής ή στην άλλη»

«Δε ξέρω τίποτα για Ιερή Επιτροπή, σίγουρα είναι στην άλλη. Στην άλλη!», απαντά ο υπηρέτης. «Σε εκείνη που συμμετέχουν Βαβυλώνιοι και Έλληνες», συμπληρώνει εξυπηρετικός.

Ο Χοντρόης μεταφράζει το κατά δύναμιν και στο πρόσωπο του Οινοκράτη απλώνεται ένα χαμόγελο ικανοποίησης

«Στείλε τον τώρα να κάνει μια μεγάλη βόλτα στα επάνω, όχι, καλύτερα στα κάτω-κάτω πατώματα!»

Πράγματι ο Στρουμπουλός με μια επίδειξη μιμικής και γλωσσικής πειστικότητας καταφέρνει να στείλει τον υπηρέτη στη σκάλα που είχαν οι ίδιοι κατεβεί πριν λίγο, αυτή που κατεβαίνει ακόμα πιο κάτω, προς τα μυστηριώδη βάθη του ναού.  

images (37)

Το χαμόγελο στο πρόσωπο του πολυμήχανου Οινοκράτη καθώς παρακολουθεί τον νεαρό να απομακρύνεται στην υπόγεια στοά δεν έχει ακόμη σβήσει, και στο μυαλό του έχει ήδη αρχίσει να σχηματίζεται το σκαρίφημα των αμέσως προσεχών τους ενεργειών. Με δυο λόγια πρέπει: να βρουν και να πλησιάσουν  την αίθουσα αυτής της επιβεβαιωμένης πλέον ¨συγκέντρωσης¨, να δουν ό, τι είναι να δουν, ν’ ακούσουν ό, τι είναι να ακούσουν και μετά να την κάνουν για το σπίτι με τον γαλατικό τρόπο, δηλαδή στη ζούλα και χωρίς να τους πάρει χαμπάρι κανένας .

Πρώτα όμως πρέπει να επιλέξει αν θα μείνουν στα υπόγεια ή αν θα πρέπει να ανεβούν τη σκάλα απ’ όπου κατέβηκε ο νεαρός υπηρέτης. Καταλήγει ότι, όσο συνωμοτική κι αν είναι αυτή  η ¨συγκέντρωση¨ μάλλον δεν θα την έχουν θάψει εδώ κάτω και ότι, ούτως η άλλως, καλό είναι να μη παγιδευτούν στην υποχθόνια περιοχή, αλλά να πλησιάσουν την επιφάνεια και την ενδεχόμενη έξοδο. Κάνει λοιπόν νόημα στον Χοντρόη δείχνοντάς του με το δείκτη προς τα πάνω. Ωστόσο, πριν αυτός προλάβει να ανταποκριθεί, βαριά ρυθμικά βήματα ακούγονται από τον πάνω όροφο.

«Ώχ!» κάνει ο Οινοκράτης και αλλάζοντας κατεύθυνση, εγκαταλείπει τη σκάλα και, τραβώντας τον Χοντρόη από την άκρη της ρόμπας του, κατευθύνεται όσο πιο γρήγορα μπορεί προς την άλλη, την τελείως  άγνωστη και, από ένα σημείο και μετά, σκοτεινή άκρη του διαδρόμου.

«Τι εισ’ εσύ, εκεί κατ’» φωνάζει σε παραφθαρμένη περσική ένας ψηλός ένοπλος, που μαζί με άλλους τρεις εμφανίζεται στην κορυφή της σκάλας. Οι δύο παρείσακτοι βρίσκονται λίγα μέτρα πριν από το σκοτεινό τμήμα της στοάς, και επιταχύνουν, ωστόσο ο εξοικειωμένος πλέον μεταφραστής Χοντρόης δεν παραλείπει να απαντήσει στο ίδιον ιδίωμα: «Έκτακτον Προσωπιπικόν! Δια τας ανάγκας της συγκεντρώσεως!»

images (8)

Φτεροπόδαροι σαν τον Ερμή, οι δύο τρέχουν. Για ένα διάστημα ο διάδρομος φωτίζεται αμυδρά από σποραδικούς πυρσούς, αλλά οι δύο φυγάδες, καθώς πίσω τους αντηχούν τα τρεχαλητά των διωκτών τους, προτιμούν ενστικτωδώς το σκοτάδι. Ευτυχώς, ακόμα και στο σκοτεινό τμήμα η σήραγγα διακλαδώνεται, άρα η διαδρομή γίνεται πραγματικός λαβύρινθος όπου υπάρχει η πιθανότητα να ξεφύγουν. Πράγματι, μετά μερικά στάδια αδιάκοπου τρεχαλητού, οι ήχοι πίσω τους εξασθενούν και εξαφανίζονται.

«Σταμάτα να πάρουμε μια ανάσα», λέει ο (πάντα προνοητικός) Οινοκράτης και αφού βγάλει και πετάξει τη ντόπια χλαμύδα, ψάχνει στα θυλάκια του ιδρωμένου ιμάτιού του, απ’ όπου βγάζει έναν μικρό πυρόλιθο. Με την βοήθεια της πυρογόνου πέτρας ανάβει έναν  δαυλό που αποσπά από τον τοίχο του διαδρόμου. «Το θέμα είναι τώρα να βρούμε μια έξοδο στην επιφάνεια. Πρέπει πλέον να έχουμε απομακρυνθεί αρκετά από τον περίβολο του συγκροτήματος».

«Άνω διέξοδον ουκ είδον. Μηδέ ετέραν», παρατηρεί ο Χοντρόης.

«Ωστόσο, η στοά είναι ανηφορική, αυτό θα το κατάλαβες υποθέτω. Όπου να ‘ναι πρέπει να μας βγάλει έξω. Πέτα τη χλαμύδα που αγοράσαμε για να μη σε δυσκολεύει και ξεκινάμε».

Ξαναξεκίνούν. Πράγματι ο υπόγειος διάδρομος έχει γίνει αισθητά ανηφορικός∙ και όχι μόνο. Σε λίγο συνάντούν σκάλες… και έπειτα κι άλλες σκάλες…

«Τούτο δυσνόητον εστί. Εν τοιάυτη ανόδω ευρισκόμενοι,  εν τη πιπιφανεία καταφθάσαντες προ πολλού δει εσόμενοι!», παρατηρεί αγκομαχώντας έντονα ο Κυκλικός Δρομέας.

Ο Οινοκράτης σταματάει προς στιγμήν και, κουνώντας το σγουρόμαλλο καταϊδρωμένο κεφάλι του, αποφαίνεται: «Εκτός… Μα ναι! Ξέρεις που βρισκόμαστε τώρα Χοντρόη; Στα έγκατα της υπερυψωμένης Ακρόπολης. Πιθανότατα κάτω από τα περσικά ανάκτορα. Πες στους θεούς σου να βάλουν κι αυτοί ένα χέρι να βρούμε διέξοδο, και μάλιστα βγαίνοντας να αντικρύσουμε φιλικά πρόσωπα που να μη μας θεωρήσουν εισβολείς και μας επιτεθούν».

Αφού διανύσουν ένα ακόμη απροσδιόριστο τμήμα της στοάς και αφού σκαρφαλώσουν λαχανιασμένοι ακόμη μερικές ανοδικές κλίμακες, ο Οινοκράτης ξαφνικά σταματά και σβήνει τον δαυλό που  ακόμη φέγγει ασθενικά. «Ναι δεν έκανα λάθος, σε εκείνο το σημείο απέναντι υπάρχει αχνό φως», αποφαίνεται.

Πλησιάζουν το σημείο όπου, από κάποια αδιόρατη πηγή, εκπέμπονται οι ασταθείς ανταύγειες μιας φλόγας. Πλησιάζουν και, περισσότερο μέσω της αφής παρά οπτικά, διαπιστώνουν ότι εκεί υπάρχει ένα  πρόσφατο ρήγμα στον τοίχο. Πιθανόν μια παλιά εντοιχισμένη πόρτα που πρόσφατα γκρεμίστηκε και, πίσω από το άνοιγμα, αντηχούν κάποιοι δυσδιάκριτοι ήχοι.

Οπότε ο Χοντρόης θα είναι ο πρώτος που θα ανακράξει:

«Φωναί! Αι φωναί ελληνικαί ομοιάζουν. Πιπιθανότατον της των θεών ευνοίας τυγχάνομεν, ω Οίνον -Εκράτα!»

zoroastrian-creation-myth

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Γ΄, Κεφάλαιο δέκατο. Τα κειμήλια

Posted by vnottas στο 16 Ιανουαρίου, 2016

[αφιερωμένο στο μεσαίο (όπως λέμε μεγάλο ή μικρό) αδελφάκι μου, που παρακολουθεί (με ευμένεια) τις περιπέτειες των ηρώων μου εκ του μακρόθεν]

Κεφάλαιο δέκατο Ακρόπολη των Σούσων

 Όπου ο Εύελπις επιστρέφει στο θησαυροφυλάκιο

tresor4

Όταν επιστρέφω στο διαμέρισμα των ανακτόρων που έχει αποδοθεί στον Καλλισθένη, σουρουπώνει. Θέλω να του διηγηθώ τις επαφές μου με τους ντόπιους και να ακούσω τις απόψεις και τις συμβουλές του. Ελπίζω μόνο ότι θα τον βρω καλύτερα.

Όσο και αν η συμπεριφορά της Σισύγαμβρης ήταν λίγο πολύ η αναμενόμενη, και όσο κι αν αυτά που μου είπε ο πέρσης αρχιερέας -σίγουρα ενδιαφέροντα για μένα- δεν θα αποτελέσουν έκπληξη για τον Καλλισθένη, σκέφτομαι ότι η μέρα δεν πήγε χαμένη. Τα λεγόμενά του ζωροαστριστή ιερωμένου επαληθεύουν λίγο πολύ τις θεωρίες του προϊσταμένου μου σχετικά με την ¨πειθώ¨, που δεν είναι παρά μια ακόμη μορφή εξουσίας. Μπορεί βέβαια αυτά που μου είπε να μην αφορούν στην χθεσινή επίθεση εναντίον μας, εντούτοις θεωρώ βέβαιο ότι οι γενικότερες θεωρήσεις και οι προτάσεις του, θα ενδιαφέρουν τον Ολύνθιο.

 Όμως, ο τελευταίος συνομιλητής μου, ο Αβουλίτης, ήταν αρκετά αποκαλυπτικός και μου υπέδειξε νήματα που πιθανότατα οδηγούν ως τα κίνητρα της χθεσινής απόπειρας. Εδώ που τα λέμε, μια εξέγερση κατά του Δαρείου από τους πρίγκιπες της ενδοχώρας που αρχίζει με μια ενέργεια εναντίον μας δεν είναι κάτι που μας εκπλήττει, όσο κι αν δεν ήταν η πρώτη από τις υποθέσεις που κάναμε. Και ομολογώ ότι, εγώ προσωπικά, θα προτιμούσα η επίθεση που αντιμετωπίσαμε να εντάσσεται σε μια τέτοια εξωγενή εξέλιξη, παρά να είναι αποτέλεσμα μιας εσωτερικής, ενδοελληνικής συνωμοσίας εναντίον μας.

Ωστόσο θα πρέπει  να κάνουμε μια σειρά από επαληθεύσεις. Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, τώρα είναι που η σοφία και η πείρα του Καλλισθένη είναι απαραίτητες. Ανυπομονώ να του μιλήσω.

Στον προθάλαμο βρίσκω τον Φίλιππο το γιατρό, όρθιο πάνω από ένα τραπέζι να καθοδηγεί δύο καθισμένους βοηθούς του, που ο ένας γδέρνει κάτι αποξηραμένα κλαδιά κι ο άλλος ανακατεύει τις φλούδες και τα ξερά φυλλαράκια που προκύπτουν με λάδι και άλλα λιγότερο αναγνωρίσιμα υγρά σε μια μικρή μαρμάρινη γαβάθα.

images (4)

«Πώς πάμε γιατρέ;»

«Α, επέστρεψες Μεγαρέα. Σε γενικές γραμμές πάμε καλά. Ο Καλλισθένης διαθέτει την εσωτερική δύναμη που θα τον βοηθήσει να ξαναβρεί την ισορροπία που ανέτρεψαν οι τραυματισμοί. Αρκεί να πειθαρχήσει στις απαραίτητες οδηγίες που υπαγορεύει ο Ασκληπιός για την περίπτωσή του».

«Δεν το κάνει;»

«Τον ξέρεις, δεν τον ξέρεις; Δεν θέλω να τον ναρκώσω για να τον κρατήσω ακίνητο, αλλά τελικά φοβάμαι ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Σήμερα ήθελε σώνει και καλά να διαβάσει. Χωρίς να με ενημερώσει, έδωσε εντολή να του μεταφέρουν εδώ κείμενα από εκείνα που έφτασαν χτες από την Περσέπολη με τον Θεσσαλό αξιωματικό. Είπε να του φέρουν ό, τι βρουν μεταφρασμένο και δεμένο με τον τρόπο της πόλης της Βίβλου, έτσι ώστε να μπορεί να τα χειριστεί όντας κλινήρης. Πέρασε τη μισή μέρα ξεφυλλίζοντας και διαβάζοντας καταλόγους και περιλήψεις στα ελληνικά, ανασηκωμένος στο κρεβάτι και με τις πληγές του να συμπιέζονται…»

«Ο κάθε πολεμιστής και τα όπλα του γιατρέ. Εσύ τα ιάματα και τις ουσίες σου, εμείς οι λόγιοι τις γραφές και τα βιβλία μας.  Με αυτά δίπλα αισθανόμαστε πιο δυνατοί».

«Πρέπει πάντως να βρήκε κάτι το ενδιαφέρον γιατί το μεσημέρι ζήτησε τον πλήρη κατάλογο του Θησαυροφυλακίου και άρχισε να ψάχνει κι εκεί».

«Τώρα είναι ξύπνιος;»

«Σου είπα, δε σου είπα; Μόνο με μια γερή δόση υπνοφόρο βότανο κατάφερα πριν λίγο να τον κοιμίσω. Τώρα ετοιμάζω κι άλλο γιατί τα αποθέματά μου τελειώνουν».

Φαίνεται ότι η έκφρασή μου απεικονίζει την απογοήτευση που νοιώθω γιατί ο γιατρός με κοιτάζει ερωτηματικά.

«Αύριο», μου λέει. «Αύριο θα τα πείτε διεξοδικά».

Μένω για λίγο αμήχανος.

«Ποια βιβλία διάβασε;» τον ρωτάω μετά.

«Εκεί είναι» μου απαντά,  «στη γωνία πάνω στο μικρό τραπέζι». Κι ύστερα προσθέτει: «Α, θα το ξέχναγα, πριν κοιμηθεί άφησε ένα σημείωμα για σένα».

Μου δίνει μια πλάκα πηλού που ακόμη δεν έχει καλά καλά στεγνώσει.

Τη διαβάζω…

και μετά την ξαναδιαβάζω.

«Όχι δεν χρειάζεται να περιμένουμε μέχρι αύριο», λέω στον εαυτό μου γιατί ο γιατρός δείχνει -δικαίως- να μην καταλαβαίνει τίποτα.δδ

«Το γοργόν και χάριν έχει!» ξαναλέω. Παίρνω από το μικρό τραπέζι το ένα σύγγραμμα: τον κατάλογο των θησαυρών των Σούσων∙ ενθυλακώνω και την πλακέτα με το σημείωμα. Μετά κάνω ένα νεύμα χαιρετισμού στον Ακαρνάνα και εξαφανίζομαι σπεύδοντας προς την παλιά πτέρυγα του Θησαυροφυλακίου. Έξω έχει σκοτεινιάσει για τα καλά.

Φτάνοντας στην φρουρούμενη είσοδο, δίνω εντολή στους άντρες της ομάδας που είναι εγκατεστημένη εκεί, να ετοιμάσουν μερικούς φανούς και δαυλούς με εκείνο το παράξενο μίγμα από κατράμι και άλλες εύφλεκτες ύλες, άφθονες στη χώρα των δύο ποταμών, που τους κάνει να αποδίδουν πολύ περισσότερο φως από τις συνηθισμένες δάδες. Μετά, φτιάχνω μια μικρή ομάδα από τον κλειδούχο αξιωματικό, δύο ένοπλους και δύο δαυλοφόρους υπηρέτες και, αφού ξαναδώ το σημείωμα του Καλλισθένη και συμβουλευτώ το σχεδιάγραμμα που συνοδεύει τον κατάλογο των θησαυρών, τους ζητώ να με οδηγήσουν σε μια συγκεκριμένη αίθουσα που απ’ ότι φαίνεται είναι γειτονική σε εκείνη με τα λάφυρα απ’ την Ελλάδα.

Τι ψάχνω; Αυτό στο οποίο συγκλίνουν πλέον οι μέχρι στιγμής ενδείξεις. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος αυτό που προέκυψε ως ¨πολύ πιθανό¨ στην συζήτηση με τον Αβουλίτη, και το οποίο εντόπισε από άλλο δρόμο ο Καλλισθένης: Το γεμάτο σημασίες και εθνικούς συμβολισμούς για τους πέρσες κειμήλιο, η ανάκτηση του οποίου θα μπορούσε να είναι η αιτία της χτεσινής εισβολής στο  θησαυροφυλάκιο.

Ο Καλλισθένης έπεσε σήμερα τυχαία πάνω σε ένα κείμενο σημαντικού πέρση ιστορικού της αυλής της Περσέπολης, μεταφρασμένο συνοπτικά, προφανώς ύστερα από εντολή του Ευμένη. Σε αυτό, όχι μόνο απαριθμούνται τα αντικείμενα που θεωρούνται θεμελιώδη για την ιστορική μνήμη και την εθνική συνοχή των περσών, αλλά υπάρχουν και πληροφορίες για το ακριβές σημείο της επικράτειας όπου φυλάσσονται. Μερικά από αυτά είναι εδώ, στα Σούσα. Τα σημαντικότερα στην αίθουσα που ο Ολύνθιος μου υποδεικνύει στο σημείωμά του, ζητώντας μου να τα εξετάσω και να ενισχύσω την φρούρησή τους, έτσι ώστε να αποτραπεί οποιαδήποτε απόπειρα ανάκτησής τους από τους Πέρσες.

περίαπτο-σε-σχήμα-ματιού

Όλοι μαζί φτιάχνουμε μια έντονα φωτεινή σφαίρα που κινείται βιαστικά στους σκοτεινούς διαδρόμους του παλιού θησαυροφυλακίου (μερικοί πυρσοί αναρτημένοι στους τοίχους, αναμμένοι για λόγους ασφάλειας, προσθέτουν εδώ κι εκεί χαμηλές ανεπαρκείς ανταύγειες).

Φτάνουμε στη ζητούμενη αίθουσα. Η θύρα που την χωρίζει απ’ τον διάδρομο, φτιαγμένη από βαρύ και γερό ξύλο, είναι καλογυαλισμένη και αντανακλά το δυνατό φως των φανών μας.

Ο κλειδούχος αξιωματικός την ανοίγει. Οι δύο οπλίτες αφού διαπιστώσουν ευσυνείδητα ότι δεν υπάρχει κανείς μέσα και ότι δεν υπάρχει άλλη είσοδος, στήνονται εκατέρωθεν της πόρτας, σημάδι ότι το χθεσινό μας πάθημα έχει ήδη αυξήσει την επαγρύπνηση της φρουράς. Οι υπηρέτες αναρτούν τους λαμπερούς δαυλούς στους τοίχους και ανάβουν κι εκείνους που ήδη υπάρχουν εκεί.

Το εσωτερικό είναι πολυτελές. Τα αντικείμενα δεν είναι πολλά, αλλά είναι όλα τοποθετημένα πάνω σε βωμούς ή αναλόγια, με τρόπο ώστε να εξαίρεται η σημασία που τους αποδίδουν οι πέρσες. Μου κάνει εντύπωση ότι υπάρχουν ελάχιστα αγάλματα -ένα  δύο, βασιλιάδες ή θεοί, που αν κρίνω από τον τρόπο που αντανακλούν το φως, είναι χρυσά- αλλά οι τοίχοι κοσμούνται από αρκετές ανάγλυφες παραστάσεις γενειοφόρων πολεμιστών και σχηματικών λεόντων.  Με μια πρώτη ματιά τριγύρω, εντοπίζω ένα περίτεχνο τόξο, μια μεγάλη αμυγδαλόσχημη ασπίδα, -πιθανώς λάφυρο, μια που δεν έχω δει τέτοιες μέχρι στιγμής στην Ασία, μία κυρτή σπάθα στολισμένη με πολύτιμα πετράδια,  μια πέτρινη πλάκα όπου βρίσκεται χαραγμένο κάποιο κείμενο,  έναν αρχαίο ξύλινο θρόνο χωρίς τίποτα το πολύτιμο πάνω του… 

13608041-Crown-decorative-ornament-Stock-Vector-crown-tattoo-floral

Αναζητώ ενστικτωδώς κάποια επίπεδη ελεύθερη επιφάνεια όπου να ακουμπήσω τις γραφές ώστε να μπορέσω να συμβουλευτώ τον πίνακα με τα περιεχόμενα της αίθουσας. Πράγματι, βρίσκω μία, δυο βήματα μπροστά μου, στο κέντρο της αίθουσας και κάνω να τοποθετήσω τους παπύρους πάνω της, αλλά σταματάω απότομα…  γιατί συνειδητοποιώ ότι η επιφάνεια αυτή δεν θα έπρεπε να είναι κενή.

 Φωνάζω να μου φέρουν ένα από τα δυνατά φανά
ρια και να εστιάσουν πάνω της. Την παρατηρώ προσεκτικά. Κάτω από το έντονο φως τα σημάδια είναι εμφανή: το λεπτό στρώμα σκόνης που καλύπτει την εν λόγω επιφάνεια είναι λιγότερο έντονο στο κέντρο, σχηματίζοντας έτσι έναν κύκλο με μια σπιθαμή διάμετρο. Τριγύρω υπάρχουν χαρακιές πάνω στη σκόνη που δε μπορεί παρά να είναι πρόσφατες. Ακουμπώ τα έγγραφα χάμω και γονατίζω για να τα εξετάσω προσεκτικότερα. Δεν δυσκολεύομαι πολύ να εντοπίσω το αντικείμενο που λείπει. Πρόκειται για μία τιάρα. Και αν μπορώ να εμπιστευτώ την κακογραφία της βιαστικής μετάφρασης πρόκειται για το αυτοκρατορικό στέμμα ενός από τους βασιλείς που έφεραν το όνομα Αρτα
ξέρξης. Και όχι μόνο. Εδώ γράφει ότι δίπλα στην τιάρα πρέπει να βρίσκεται το αυτοκρατορικό ξίφος του ίδιου βασιλέα. Ανασηκώνομαι και παρατηρώ ότι όντως, δίπλα στη βάση όπου θα έπρεπε να είναι τοποθετημένος  ο βασιλικός πίλος,   υπάρχει μια λεπτή μεταλλική κατασκευή που πρέπει να στήριζε όρθιο ένα περσικό σπαθί. Το όπλο λείπει επίσης.

 Μαζί με τον κλειδούχο και έναν φανοφόρο υπηρέτη κατευθύνομαι προς την μεγάλη ξύλινη είσοδο. Εξετάζω προσεκτικά τον μηχανισμό που την αμπαρώνει. Δεν υπάρχουν ορατά ίχνη βίαιης παραβίασης. Εάν οι εισβολείς μπήκαν στην αίθουσα από εδώ διέθεταν το κατάλληλο κλειδί, πιθανότατα και τις κατάλληλες διασυνδέσεις με κάποιους από τα ανάκτορα.180px-SzczerbiecΕπιστρέφω στην αίθουσα και αρχίζω να συγκρίνω προσεκτικά τα περιεχόμενα του κατάλογου με τα εκθέματα που έχουν απομείνει. Εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να λείπει τίποτα άλλο.

Ω μα τους παράξενους ντόπιους θεούς! Όλα αυτά δίνουν εξηγήσεις αλλά και δημιουργούν νέα ερωτηματικά.

Μας επιτέθηκαν όντως πέρσες οπλίτες. Οι εισβολείς δεν ήταν μόνο οι δύο που εξουδετερώσαμε. Αυτοί, είτε επειδή έτυχε να πέσουν πάνω στον Καλλισθένη τη στιγμή που έβγαινε από την Αίθουσα των Ελλήνων, είτε επειδή ακούγοντας τις φωνές μας θέλησαν να προστατέψουν την ολοκλήρωση της επιχείρησης, μας επιτέθηκαν με τη γνωστή κατάληξη. Σκοπός των εισβολέων ήταν να οικειοποιηθούν δύο τουλάχιστον βασιλικά κειμήλια και απ’ ότι φαίνεται τα κατάφεραν. Κάποιος ή κάποιοι απ αυτούς διέφυγαν παίρνοντας μαζί τους την προσχεδιασμένη λεία. Για τους λόγους που ενδεχομένως οδήγησαν σε αυτή την επιχείρηση, η αληθοφανέστερη εξήγηση που διαθέτουμε είναι εκείνη που μου έδωσε πριν λίγες ώρες ο Αβουλίτης: Τα σύμβολα θα χρησιμέψουν στη νομιμοποίηση κάποιας ανταρσίας κατά του Δαρείου.

Το πώς μπήκαν στο καλά φρουρούμενο θησαυροφυλάκιο και πως διέφυγαν στη συνέχεια εξακολουθεί να παραμένει άγνωστο.

images (6)

Σκέφτομαι ότι αύριο, αφού ενημερώσω τον Καλλισθένη για τις σημερινές εξελίξεις, καθώς και για το πόσο εύστοχη ήταν η δική του ανακάλυψη και αφού ακούσω τις απόψεις και τις οδηγίες του, θα πρέπει να συναντηθώ ξανά με τον φρούραρχο και τον πολιούχο.  Να δούμε εάν ανακάλυψαν κι αυτοί κάτι και εάν τα τυχόν ευρήματά τους επιβεβαιώνουν ή δυσχεράνουν τις υποθέσεις μου.  Για ‘μενα, πάντως η σημερινή μέρα έχει ήδη αποδώσει περισσότερα από όσα περιμένα.

Προς στιγμήν αισθάνομαι να με περιτριγυρίζει, έτοιμο να επιτεθεί, ένα κύμα κούρασης και αποφασίζω ότι  μπορώ επιτέλους να επιστρέψω στη βάση μου.

«Ας μαζέψουν τα φανάρια. Τελειώσαμε, για την ώρα», λέω στον αξιωματικό.

Θα ήθελα. Να τελειώναμε εδώ αυτή την μακριά μέρα. Όμως, προφανώς, δεν τελειώσαμε ακόμα. Το αυτί μου πιάνει κάτι άλλο, όχι ευκρινές, αλλά αταίριαστο με τις ψιθυριστές κουβέντες των υπηρετών. Το αυτί μου ή το μάτι μου;

«Ησυχία» προστάζω και περιφέρω το βλέμμα μου στην περίμετρο της αίθουσας.

Δεν είμαι εντελώς σίγουρος αλλά έχω την εντύπωση ότι το βαρύ υφαντό παραπέτασμα που καλύπτει το εσωτερικό μιας κόγχης όπου φιλοξενείται το αργυρό (εξαμβλωματικό) ομοίωμα ενός ντόπιου δαίμονα κινήθηκε ελαφρά. Τραβάω το ξίφος μου και κάνω νόημα στον αξιωματικό να με μιμηθεί χωρίς να κάνει φασαρία. Πλησιάζω όσο μπορώ πιο αθόρυβα την κόγχη. Ο πειρασμός να μπήξω το σπαθί μου στο ύφασμα που όντως κινείται, έστω κι αν πρόκειται να καρφώσω έναν πέρση ποντικό, είναι υπαρκτός.   Όμως συγκρατιέμαι. Δεν ξέρω τι μπορεί να βρίσκεται εκεί πίσω, αλλά αν αυτό το υποθετικό ον μιλάει (και οι ήχοι που έχουν φτάσει στ’ αυτιά μου μοιάζουν κάπως με ανθρώπινο αγκομαχητό), θέλω να τα πούμε για λίγο πριν αποδημήσει. Δεν ξέρω επίσης αν μπορεί να συγκρατηθεί και ο κλειδούχος αξιωματικός που έχει σηκώσει το ξίφος του, όχι απλώς απειλητικά, αλλά για να πάρει την απαιτούμενη φόρα που θα του επιτρέψει να τρυπήσει το παραπέτασμα μαζί με όποιον κρύβεται πίσω του.

«Στάσου», του φωνάζω και αρπάζω τον βραχίονά του, καθώς, ταυτόχρονα, ακούγεται καθαρά η ακόλουθη φράση:

«Φωναί! Αι φωναί ελληνικαί ομοιάζουν. Πιπιθανότατον της των θεών ευνοίας τυγχάνομεν, ω Οίνον -Εκράτα!»

250px-PhartianFormalHeaddress

(συνεχίζεται, στο επόμενο: Οι υπόγειες διαδρομές του Οινοκράτη)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση: Μέρος Γ΄ Κεφάλαιο ένατο. Η σύσκεψη

Posted by vnottas στο 13 Ιανουαρίου, 2016

Κεφάλαιο ένατο

Οι συνωμότες συσκέπτονται

ξ

Ο Άρπαλος δεν έχει ενημερωθεί για την πλήρη σύνθεση της σύσκεψης στην οποία είναι καλεσμένος. Εδώ που τα λέμε, δεν έχει καν επιδιώξει να μάθει περισσότερα από όσα ανάφερε ο Ανάξαρχος στο μήνυμά του.

Για την ώρα ο τέως φυγάς απολαμβάνει με ικανοποίηση τη γεύση της επιστροφής του στην εκστρατεία, επιστροφή που θέλει να ερμηνεύει σαν μια επιβεβαίωση της αναγκαιότητας που νιώθει απέναντί του η Ιστορία η ίδια, με τρόπο ωστόσο ανερμήνευτο ή για λόγους που ο ίδιος προτιμά να αγνοεί. (Μιλάμε για μια Ιστορία με το Ι κεφαλαίο που έχει, ίσως, την μορφή του Αλέξανδρου αναψοκοκκινισμένη από τις μάχες!)

Αν η Ιστορία τον έχει ανάγκη, αυτός θα μπορούσε ίσως να της ρίξει μια ματιά, θα μπορούσε όμως και να την αφήσει να κυλίσει χωρίς να κάνει άλλο παρά να υπάρχει ευδαιμονικά ανάμεσα στα πράγματα που είναι προορισμένα να αλλάξουν, κινούμενα από ωθήσεις που δεν αισθάνεται να τον αφορούν.

Αν η Μοίρα του έχει φερθεί με τρόπο αντιφατικό δικαιούται να είναι και εκείνος μια ιδέα αντιφατικός απέναντί της. Για την ώρα δεν θα της πάει κόντρα, το πολύ να επιτείνει μια στάλα, την ένταση του παιχνιδιού, έτσι για να δείξει (στη Ειμαρμένη και στον εαυτό του) ότι είναι ένα πιόνι ατίθασο,  μια γλώνη[1] ελαφρώς απρόβλεπτη και ίσως διασκεδαστική! Όταν τα πράγματα θα ξεκαθαρίσουν επαρκώς -ελπίζει ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί σύντομα-, τότε θα μπορέσει  να πάρει περισσότερες (και διασκεδαστικότερες) πρωτοβουλίες.

φ3

Έτσι εκείνο το βράδυ, καθώς διασχίζει τους καταθλιπτικούς βαριοστολισμένους διαδρόμους ενός κτίσματος παράπλευρου στο κυρίως τέμενος του βαβυλώνιου θεού και κατευθύνεται προς την αίθουσα που θα φιλοξενήσει τη σύσκεψη, έχει περισσότερη περιέργεια παρά ανησυχία για αυτές τις ¨κρίσιμες καταστάσεις¨ που δημιουργούν παρενέργειες και ¨επείγοντα προβλήματα¨, όπως ανάφερε ο Ανάξαρχος στην επιστολή του.

Ο Άρπαλος περνά από έναν προθάλαμο όπου είναι ήδη εγκατεστημένοι οι λιγοστοί αλλά πλήρως οπλισμένοι και απολύτως έμπιστοι σωματοφύλακες των συμμετεχόντων, ντόπιοι και έλληνες. Ανάμεσα τους διακρίνει και τους δύο δικούς του, οι οποίοι, τώρα που έχουν την πραγματική τους ιδιότητα, εκείνη των αφοσιωμένων φυλάκων-συνοδών, σπεύδουν να τον χαιρετίσουν όσο τελετουργικά χρειάζεται, έτσι ώστε να υπογραμμιστεί η σπουδαιότητα του αφέντη τους.

Ο Μακεδόνας εταίρος τους κλείνει το μάτι και, χαμογελώντας με την άκρη των χειλιών του, προχωρεί στην όμορη αίθουσα.

Ο χώρος όπου θα φιλοξενηθεί η σύσκεψη δεν είναι εξαιρετικά μεγάλος, ωστόσο είναι πολυτελώς διακοσμημένος, με την ασιατική (παραφορτωμένη) έννοια του όρου. Στο κέντρο υπάρχει ένα μεγάλο τραπέζι, ήδη γεμάτο αμφορείς με ηδύποτα και πιατέλες με ξερούς καρπούς. Ο Άρπαλος στο φως των περιμετρικών φανών και των επιτραπέζιων κηροπηγίων διακρίνει όχι πάνω από μια δωδεκάδα ανθρώπους.  Έχοντας αφαιρέσει τους ανώνυμους μανδύες χάρη στους οποίους ανακατεύτηκαν με τους προσκυνητές και μπήκαν απαρατήρητοι στο συγκρότημα, φορούν τώρα, άλλοι ντόπιες και άλλοι ελληνικές περιβολές. Καθώς ο Άρπαλος μπαίνει στην αίθουσα, τους βρίσκει  χωρισμένους σε μικρές ομάδες, να συζητούν χαμηλόφωνα μεταξύ τους, μερικοί όρθιοι, μερικοί καθισμένοι στις πολυθρόνες που πλαισιώνουν το τραπέζι. Ένας από αυτούς ανασηκώνεται και, με έκφραση ενθουσιασμού, ανοίγει τα μπράτσα του και κατευθύνεται προς τον Μακεδόνα.

Χωρίς τίτλο

«Άρπαλε του Μαχάτα, φίλτατε και αγαπητέ, πόσο χαίρομαι που είσαι και πάλι μαζί μας. Ξέρε ότι οι φίλοι σου δεν έπαψαν να σε σκέφτονται και να επιθυμούν την επιστροφή σου!»

Ο Άρπαλος αναγνωρίζει τον μεσήλικα άνδρα με το ελαφρώς σκυφτό σουλούπι την πεταχτή κοιλιά, την χοντρή μεγάλη μύτη και την αραιή γενειάδα.  Του χαμογελάει, όχι τόσο από συμπάθεια, όσο γιατί του έρχονται ξαφνικά στο νου οι ευτράπελες ιστορίες που κυκλοφορούν στην Ελλάδα, ιδίως στην Αθήνα, για τους Αβδηρίτες[2]. Και ο Ανάξαρχος, μοιάζει περισσότερο με τον κλασικό γκαφατζή και μωροφιλόδοξο Αβδηρίτη των εύθυμων ιστοριών, τον ικανό να αρπαχτεί και να εμπλακεί σε περιπέτειες με ευτελή κίνητρα, παρά με σοφό και  πολυπράγμονα φιλόσοφο της αυλής του Αλέξανδρου.

«Κι εγώ χαίρομαι που επέστρεψα Ανάξαρχε», του απαντά όσο καταφέρνει πιο εγκάρδια.  «Όσο κι αν η Αθήνα είναι ένας τόπος που γοητεύει τους πάντες, γνωρίζω ότι το μέλλον του κόσμου μας κρίνεται εδώ, στην Ασία. Ας πούμε λοιπόν ότι αυτός είναι ο λόγος που είμαι και πάλι εδώ. Σε σένα πάντως μπορώ να εκμυστηρευτώ ότι δεν είναι ¨η οικουμένη¨ εκείνο που με απασχολεί περισσότερο αυτή την περίοδο».

«Κι  όμως θα έπρεπε», παρατηρεί ο Ανάξαρχος. «Γνωρίζω και, φυσικά, εκτιμώ τα θέλγητρα της Αθήνας και τις εκλεπτυσμένες απολαύσεις της. Ξέρω επίσης, από τις γοργοπόδαρες φήμες που έφτασαν ως εδώ, ότι υπήρξες επάξιος εκφραστής των νέων καιρών κατά τη παραμονή σου στην Αττική. Το όνομα της ωραίας Πυθιονίκης συνόδευε συχνά αυτές τις φήμες και έτσι καταλαβαίνω ότι η απομάκρυνσή σου από το Αθηναϊκό Άστυ μπορεί και να είχε και κάποιες επώδυνες όψεις. Ωστόσο, για τους νέους και φιλόδοξους ανθρώπους, η Αθήνα ανήκει πλέον περισσότερο στο παρελθόν παρά στο μέλλον. Αναλογίσου τι ευκαιρίες ανοίγονται εδώ!»

images (3)

«Ξέρεις πολλά πονηρέ Αβδηρίτη», γελάει ο Άρπαλος. «Μην ανησυχείς πάντως, η ωραία Πυθιονίκη δέχτηκε να με ακολουθήσει στην περιπέτεια της εκστρατείας. Δε περιμένει παρά το μήνυμά μου ότι όλα εξελίσσονται αίσια, για να ξεκινήσει το ταξίδι της προς τα εδώ».

«Ωραία. Και εμείς σε καλέσαμε σε αυτήν τη σύσκεψη για να δεις με τα ίδια σου τα μάτια ότι φροντίζουμε να πάνε όλα κατά τον καλύτερο και τον επικερδέστερο τρόπο».

Ο Μακεδόνας διατηρεί το αποστασιοποιημένο ύφος του, δεν απαντά, και ο Ανάξαρχος αποφασίζει να γίνει πιο συγκεκριμένος.

«Οι ντόπιοι, Άρπαλε, έχουν επινοήσει τρόπους που επιτρέπουν  την αποτελεσματική διοίκηση μεγάλων πληθυσμών και τεράστιων εκτάσεων. Οι δικές μας κλίμακες ήταν μέχρι τώρα μικρές, επαρχιακές. Εδώ μπορούν να γίνουν μεγάλα έργα και να κερδηθούν τεράστιες περιουσίες, αρκεί να μάθουμε τα απαραίτητα από τους ντόπιους και να εκμεταλλευτούμε την εμπειρία τους. Γι αυτό σήμερα θα γνωρίσεις μερικούς σημαντικούς τύπους, που έχουν να μας πουν ενδιαφέροντα πράγματα».

Ο Άρπαλος παρατηρεί προσεκτικότερα τους καλεσμένους και ανάμεσά τους αναγνωρίζει τον Ονησίκριτο από την Αστυπάλαια, έναν από τους ακόλουθους του Ανάξαρχου, που λέγεται ότι καταγράφει κι αυτός τα γεγονότα της εκστρατείας με σκοπό να συγγράψει στο μέλλον κάποιο ιστορικό σύγγραμμα. Τον ξέρει, ο νησιώτης ανήκει σε εκείνους τους εύπορους έλληνες που, αφού ερωτοτρόπησαν για λίγο με τον σαγηνευτικό εξτρεμισμό του Διογένη και των κυνικών, εντάχθηκαν στην εκστρατεία δίνοντας στον κυνισμό μια δική τους, τελείως χρησιμοθηρική εκδοχή, ικανή να προσαρμοστεί με τον πραγματισμό των οπαδών της Αυτοκρατορίας.  Ο Ονησίκριτος στην αρχή είχε επιδιώξει να ενταχθεί στην ομάδα του Καλλισθένη, αλλά αυτοί οι ψηλομύτες, σκέφτεται ο Άρπαλος, τον απέρριψαν.

φ

«Ο Ονησίκριτος θα εκφωνήσει μια γενική εναρκτήρια εισήγηση», τον πληροφορεί ο Άνάξαρχος, «μετά θα ακούσουμε τους άλλους και στο τέλος ελπίζω να πάρουμε μερικές εποικοδομητικές αποφάσεις»

«Ποιοι είναι οι άλλοι;»

«Οι Μακεδόνες που βλέπεις στο βάθος, είναι ο Πείθων ο εταίρος, και ο Αλκέτας ο πεζέταιρος∙ πρέπει να τους ξέρεις, πολεμούν υπό τη διοίκηση του στρατηγού Παρμενίωνα»

«Καλά, μα τι θέλουν εδώ οι άνθρωποι του γερο Παρμενίωνα; Αυτός, απ’ ότι ξέρω  είναι κολλημένος στα παλιά επαρχιώτικα μακεδονικά έθιμα. Δε θα δεχόταν ποτέ να ανακατευτεί με εσάς, τους αυτοκρατορικούς».

«Αυτός ναι, έχεις δίκιο, όμως δεν ισχύει το ίδιο για μερικούς από τους αξιωματικούς του. Και αυτούς τους αξιωματικούς κρίναμε ορθό να τους πλησιάσουμε. Πρώτον, γιατί έτσι η πλοκή των ενεργειών μας γίνεται περισσότερο δυσεπίλυτη για όποιον θελήσει να χώσει τη μύτη του στις υποθέσεις μας, και, αν τυχόν υπάρξουν διαρροές σχετικές με αυτές τις συγκεντρώσεις, θα είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς  ποιος πραγματικά τις συγκάλεσε. Έπειτα, η αλήθεια είναι ότι αν εξαιρέσουμε εσένα, δεν έχουμε πολλούς φίλους ανάμεσα στους Μακεδόνες. Έτσι, αυτοί οι ελάχιστοι που μπορέσαμε να πλησιάσουμε είναι πολύτιμοι γιατί μας μεταφέρουν πληροφορίες για το τι σκέφτεται ο μακεδονικός πυρήνας του στρατεύματος. Μην ξεχνάς ότι ανήκουν στο Κοινό των Μακεδόνων το οποίο, έστω θεωρητικά, εξακολουθεί να είναι το ανώτατο όργανο του μακεδονικού φύλου».

images (2)

«Είναι αλήθεια ότι έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που συγκλήθηκε για τελευταία φορά, η συνέλευση των μακεδόνων πολεμιστών», παραδέχεται ο Άρπαλος.

«Και ούτε πρόκειται να συγκληθεί πριν κατακτηθεί ολόκληρη η κυρίως Περσία ή, τουλάχιστον, πριν λήξει η υπόθεση ¨Δαρείος¨. Αλλά ούτε κι αυτό πρόκειται να αργήσει. Μόλις ο καιρός γλυκάνει το στράτευμα θα προελάσει προς βορράν, ακολουθώντας τα ίχνη του φυγά βασιλέα. Είναι σίγουρο».

«Πες μου για τους άλλους αποψινούς προσκεκλημένους»

«Οι τύποι με τις μακριές ρόμπες είναι υψηλόβαθμοι ιερείς. Όχι, δεν είναι οι ιερείς των θεών των Περσών, οι οποίοι ακόμα δυσανασχετούν και αντιστέκονται στην προέλασή μας∙ αυτοί εδώ ανήκουν στα ιερατεία των ντόπιων θεών της Μεσοποταμίας. Ετούτοι, όπως ξέρεις, ακολούθησαν το παράδειγμα του αιγυπτιακού ιερατείου και διαπραγματεύτηκαν αντί να αντισταθούν. Βέβαια οι Αιγύπτιοι συνάδελφοί τους πρόλαβαν να προσφέρουν στον Αλέξανδρο την πατρότητα του Άμμωνα, αφού πρώτα μεταμφίεσαν, αυτόν τον παλιό τους θεό, σε Δία. Όμως κι αυτοί εδώ έχουν πολλά άλλα να προσφέρουν στη Αυτοκρατορία: όχι μόνο τη θρησκευτική νομιμοποίηση της νέας εξουσίας, όχι μόνο την αυτονόητη άμεση επιρροή πάνω στις μάζες των λαών που υπήρξαν κατακτημένοι από τους Πέρσες, αλλά και κάτι πολύ πιο χειροπιαστό από όλα αυτά: χρήματα. Χρήματα αγαπητέ μου Άρπαλε!

Και κάτι άλλο, ακόμη πιο πολύτιμο. Αυτοί εδώ κατέχουν τη τέχνη του πολλαπλασιασμού των χρημάτων, με τρόπους νέους, άγνωστους στο ταμείο της Δήλου, ή των Δελφών ή του Παρθενώνα των Αθηνών.

Ξέρεις τι κατάλαβα Άρπαλε; Οι νέοι τρόποι πλουτισμού απαιτούν ανταλλαγές, οι ανταλλαγές απαιτούν εμπιστοσύνη, η εμπιστοσύνη ενισχύεται από την πίστη σε κοινούς φιλοχρήματους θεούς και οι θεοί αυτοί έχουν ανάγκη από έξυπνα και προσαρμοστικά ιερατεία. Εμείς, αν θέλουμε να εγκαταστήσουμε με επιτυχία τη Νέα μας Αυτοκρατορία, πρέπει να τα βρούμε μαζί τους. Τα ανταλλάγματα που ζητούν δεν είναι παράλογα, θα δεις».

«Εκείνον τον ιερέα εκεί κάτω μου φαίνεται ότι τον έχω ξαναδεί».

Δεν αποκλείεται. Τον λένε Μαρτούκη. Είναι καλός γνώστης της ελληνικής γλώσσας, και θεωρείται άριστος ιερέας – μελετητής της ιστορίας της Βαβυλώνας και ιδιαίτερα της εποχής του παλιού βασιλιά Χαμουραμπί. Σημείωσε ότι πρόκειται για το βασιλιά που καθιέρωσε αυτό που ήδη αρχίσαμε να αποκαλούμε ¨πιστωτικό σύστημα¨: το ενδιαφέρον αυτό σύστημα πλουτισμού που οι ανατολίτες έχουν τελειοποιήσει.

 Ξέρεις ποιο είναι το αστείο στην περίπτωσή του; Αν και είναι δικός μας άνθρωπος -τον μυήσαμε εδώ και καιρό μια που οι γνώσεις του μας είναι χρήσιμες- δεν τον φέραμε εμείς από την Βαβυλώνα στα Σούσα για τη σύσκεψη. Ήταν ήδη εδώ. Και ξέρεις ποιος τον έφερε; Ο Καλλισθένης, που τον χρησιμοποιεί ως μεταφραστή κειμένων που περιλαμβάνονται στους θησαυρούς που τακτοποιεί. Αυτό είναι κάτι που, εκτός των άλλων, μας επιτρέπει να έχουμε κάποιες, έστω λίγες, πληροφορίες για το τι κάνουν αυτοί οι μυστικοπαθείς στο άντρο τους».

images (1)

«Και εκείνοι οι παχουλοί, στο βάθος;»

«Α, αυτοί αποτελούν μια, ας πούμε, ¨άθεη¨ παραλλαγή τω προηγούμενων.  Όχι ότι δεν έχουν τον θεό τους, τον έχουν, αλλά πρόκειται για έναν θεό που το χρήμα τον ενδιαφέρει. Αντιπροσωπεύουν έναν παλιό οίκο ιδιωτών εμπόρων από την Βαβυλώνα, αλλά μιλάνε και για λογαριασμό άλλων μεσοποτάμιων εμπόρων και τραπεζιτών. Αυτοί μοιάζουν κάπως με τους πλούσιους μέτοικους της Αθήνας, αλλά εδώ πρόκειται για άλλη κλίμακα ποσών. Μπορούν να διαπραγματευτούν γιατί διαισθάνθηκαν έγκαιρα τις αλλαγές που εγκυμονούν οι καιροί και φρόντισαν να κρύψουν τεράστια πλούτη σε διάφορα σημεία του εμπορικού τους δικτύου.  

Είναι κι αυτοί δυσαρεστημένοι από τους Πέρσες μονάρχες που τις τελευταίες δεκαετίες έβαλαν χέρι στα πλούτη των εμπορικών οίκων και των τραπεζών προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις εκστρατείες, αλλά και τις εμφύλιες διαμάχες τους. Με αντάλλαγμα ορισμένα εμπορικά προνόμια, θα χρηματοδοτούσαν ευχαρίστως και αφειδώς τη συνέχιση της εκστρατείας προς τις χώρες των Ινδών».

Μιλώντας ο Ανάξαρχος πλησίασε μια ευμεγέθη κλεψύδρα, τοποθετημένη σε μια ειδική στήλη σε περίοπτο σημείο της αίθουσας, όπου οι τελευταίοι κόκκοι άμμου έρρεαν από το άνω προς το κάτω διάζωμα, και την αντέστρεψε. Μετά ανέβασε την ένταση της φωνής του και είπε:

Αγαπητοί φίλοι μπορούμε να αρχίσουμε. Την συνοπτική περιγραφή της σημερινής κατάστασης θα κάνει ο λογογράφος Ονησίκριτος

***

[1] Γλώνη ή γλήνη: Κούκλα, μαριονέτα

[2] Άβδηρα: Πλούσια πόλη των θρακικών παραλίων που έχτισαν αρχικά άποικοι απ’ τις Κλαζομενές της Μικράς Ασίας και, μετά την καταστροφή της από τη θρακική φυλή των Τριβαλλών, επανοικοδόμησαν άποικοι από την επίσης μικρασιατική Τέω.  Οι Αβδηρίτες είχαν υποδεχθεί φιλικά τους Πέρσες (από τους οποίους είχαν δεχθεί πλούσια δώρα) κατά την εισβολή του 462 π.Χ. και ίσως αυτή να είναι η απώτερη αιτία των σκωπτικών σχολίων που κυκλοφορούσαν εις βάρος τους μεταξύ των λοιπών Ελλήνων. Στις σατιρικές αυτές ιστορίες οι Αβδηρίτες παρουσιάζονται ως ανόητοι και μωροφιλόδοξοι: Κατασκευάζουν  πολυτελή υδραγωγεία χωρίς να διαθέτουν επαρκές νερό,  φτιάχνουν τεράστιες πύλες στα τείχη της πόλης τους αγνοώντας τις βασικές αρχές της περιαστικής άμυνας, και εμπλέκονται σε ατελείωτες δικαστικές διαμάχες για ευτελείς λόγους (¨περί όνου σκιάς¨). Μετά την μάχη των Πλαταιών, τα Άβδηρα εντάχθηκαν στην Αττική Συμμαχία της Δήλου, πληρώνοντας ιδιαίτερα υψηλή συμμετοχή. Διάσημοι Αβδηρίτες υπήρξαν οι φιλόσοφοι Λεύκιπος, Δημόκριτος και άλλοι. Γνωστός Αβδηρίτης και ο σοφιστής Ανάξαρχος που αναφέρεται εδώ. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση: Μέρος Γ΄ Κεφάλαιο όγδοο. Οι εκμυστηρεύσεις του Σατράπη.

Posted by vnottas στο 6 Ιανουαρίου, 2016

Κεφάλαιο όγδοο.  Ακρόπολη των Σούσων

Όπου ο σατράπης της Σουσιανής κάνει διαφωτιστικές εκμυστηρεύσεις

1

Οι διοικητικές υπηρεσίες της Σατραπείας της Σουσιανής βρίσκονται ως επί το πλείστον στο επίπεδο, κάτω τμήμα της πόλης, ωστόσο, ο ίδιος ο σατράπης κατοικεί σε ένα μέγαρο προσαρτημένο στο συγκρότημα των  βασιλικών ανακτόρων, πάνω στην υπερυψωμένη Ακρόπολη. Εκεί κατευθύνομαι τώρα συνοδευόμενος πάντα από τον Νικία, τον λόγιο που γνωρίζει καλά την περσική γλώσσα.

Ο Αβουλίτης, όπως και οι άλλοι σημερινοί συνομιλητές μου, έχει ειδοποιηθεί  για την επικείμενη επίσκεψη ενός εκπροσώπου της ελληνικής διοίκησης και περιμένει ήδη στην αίθουσα υποδοχής του κτιρίου, πλαισιωμένος από δύο εντυπωσιακά στολισμένους άντρες της προσωπικής του φρουράς. Ωστόσο δείχνει να παραξενεύεται, αν όχι να δυσανασχετεί (και τα ήδη σμιχτά μαυριδερά του φρύδια συνοφρυώνονται ακόμη περισσότερο), όταν διαπιστώνει ότι ο επισκέπτης του δεν είναι ο φρούραρχος Μάζαρος ή ο πολιούχος Αρχέλαος, αλλά ένας από τους συνεργάτες του λόγιου Καλλισθένη, αυτού που ο  πέρσης πρέπει να θεωρεί ως έναν ισχυρό μεν, αλλά και σκοτεινό παράγοντα, με αρμοδιότητες κάπως ασαφείς. Επί πλέον το γεγονός ότι εμφανίζομαι με κάποια ενοχλητική καθυστέρηση, ενισχύει τον έκδηλο εκνευρισμό του.

Εγώ δεν είχα μέχρι τώρα την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά τον ευπροσάρμοστο τέως αξιωματούχο του Δαρείου. Έχω όμως ακούσει τον Καλλισθένη να λέει πως ο Αβουλίτης αποτελεί την προσωποποίηση μιας από τις αιτίες της παρακμής της περσικής αυτοκρατορίας: την στελέχωσή της με ανθρώπους προσκολλημένους στην εξουσία, όχι για την εξυπηρέτηση κάποιου ιδανικού, όχι για το καλό της πολιτείας όποιο κι αν είναι το καθεστώς της, και ούτε – όπως αποδεικνύεται στην πράξη- γιατί είναι αφοσιωμένοι στον μεγάλο ¨Βασιλέα των Βασιλέων¨. Άνθρωποι σαν τον Αβουλίτη είναι προσκολλημένοι στην εξουσία για έναν στοιχειωδέστερο λόγο: απλά και μόνο γιατί εξουσία σημαίνει προνόμια. Ο Αβουλίτης ζει για να απολαμβάνει αυτά τα προνόμια και του είναι αδιάφορο με ποιον θα συμμαχήσει ή σε ποιον θα υποταχτεί προκειμένου να μην τα χάσει.

7

«Αβουλίτη, Σατράπη της Σουσιανής χάρη στη μεγαθυμία του Βασιλέα Αλέξανδρου, σε χαιρετώ!» του λέω, έτσι για να του κόψω την πόζα και ελπίζοντας ότι ο Νικίας θα αποδώσει την ειρωνική μου διάθεση στα περσικά. «Είμαι ο Εύελπις του Ευρύνου, και αυτήν τη στιγμή αντικαθιστώ τον Λόγιο Καλλισθένη που έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας μέσα στον χώρο των ανακτόρων».

«Η ευθύνη για την ασφάλεια στα ανάκτορα και σ’ ολόκληρη την Ακρόπολη ανήκει στην ελληνική διοίκηση», μουρμουρίζει ανάμεσα στα στριφτά μουστάκια του ο σατράπης, αλλά ο Νικίας πιάνει τα  λόγια του και μου τα μεταφράζει.

«Και βέβαια», του απαντώ. «Γι αυτό βρίσκομαι εδώ. Διεξάγω έρευνα για την απόπειρα και ζητώ την άμεση και αμέριστη συνεργασία σου».

Δεν χρειάζεται να γίνω πιο επιγραμματικός, ο σατράπης δείχνει να μαλακώνει με αστραπιαία ταχύτητα.  Τα κρυμμένα κάτω από τον μύστακα χείλια του ανοίγουν (αποκαλύπτοντας μια σειρά αιχμηρά δόντια) και ένα χαμόγελο που πολύ θα ήθελε να φανεί εγκάρδιο καλύπτει τη γενειοφόρο φάτσα του.

«Κάθισε, αξιότιμε εκπρόσωπε του επιφανούς Καλλισθένη, και θα προσπαθήσω να ανταποκριθώ σε όλες σου τις επιθυμίες», μου λέει τώρα, σύμφωνα με τον διερμηνέα.

Καθόμαστε, ενώ οι δύο στολισμένοι σωματοφύλακες κατευθύνονται προς την είσοδο της αίθουσας προκειμένου να στηθούν εκεί, αλλά ο σατράπης τους κάνει νόημα να αποσυρθούν κι αυτοί εξαφανίζονται κλείνοντας πίσω τους την πόρτα.

images (14)

Υποπτεύομαι ότι ο Αβουλίτης έχει προετοιμάσει ¨εμπιστευτικές¨ εκμυστηρεύσεις που βεβαίως προορίζονταν για πιο υψηλόβαθμους αξιωματούχους, αλλά που εν τέλει μάλλον αποφασίζει να τις κάνει σ’ εμένα.

«Πληροφορήθηκα το δυσάρεστο περιστατικό», μου λέει. «Και προτίθεμαι να διενεργήσω έρευνα ανάμεσα στους πέρσες των ανακτόρων…»

«Δεν χρειάζεται», διακόπτω (τον Νικία που μεταφράζει). «Αρκεί η φιλότιμη συνεργασία σου στην έρευνα που διεξάγουμε εμείς».

«Όμως, σε αυτήν την περίπτωση μπορώ να κάνω μόνο εικασίες», αντιδρά. «Ενώ αν μου επιτραπεί να διερευνήσω διεξοδικά  το τι συνέβη, τα όσα θα σου πω θα είναι τεκμηριωμένα».

Είναι προφανές ότι ο Αβουλίτης, όχι μόνο είναι ενήμερος για την απόπειρα, αλλά και καταλαβαίνει ότι δημιουργούνται υποψίες για τον ίδιο, πιθανώς και για τη Σισύγαμβρη και θέλει να τις διασκεδάσει. Βέβαια, μάλλον μας θεωρεί αφελείς αν πιστεύει ότι θα αναθέσουμε σ’ αυτόν τον ίδιο την διαλεύκανση της υπόθεσης. Αλλά μάλλον δεν το πιστεύει και γι αυτό εγκαταλείπει το αίτημα χωρίς πολλές αντιρρήσεις.

«Ακούω τις εικασίες» του λέω. Και σε παρακαλώ να είσαι όσο πιο λακωνικός μπορείς» [1]

«Ανάμεσα στους πέρσες ευγενείς υπάρχουν αυτή την στιγμή τουλάχιστον τρεις ομάδες ή μάλλον τρεις τάσεις:», αρχίζει την αφήγησή του ο Αβουλίτης, «Από την μια μεριά εκείνοι που είναι προσκολλημένοι στον Δαρείο, πρόκειται κυρίως για τους συγγενείς του ή ανθρώπους που ευεργετήθηκαν από τους Αχαιμενίδες, από την άλλη εκείνοι που σαν και εμένα αναγνωρίζουν τη στρατιωτική ανωτερότητα των Μακεδόνων και αποδέχονται τη δημιουργία μιας ελληνοπερσικής διοίκησης και, τέλος, λιγότεροι αλλά φανατικοί, ορισμένοι ¨φιλοπάτριδες¨ που ψέγουν τον Δαρείο για υποχωρητικότητα, για ανικανότητα να αντισταθεί στην επέλαση των Ελλήνων και για διάθεση συμβιβασμού με τους εισβολείς. Για αυτούς ο Δαρείος πρέπει να ανατραπεί και εμείς που αποδεχτήκαμε την επικυριαρχία των Μακεδόνων να σταυρωθούμε δημόσια».

«Βρίσκω την ¨εικασία¨ σου αληθοφανή», του λέω. «Αλλά θα ήθελα να μου πεις τα ονόματα μερικών από αυτούς του τελευταίους».

«Αν δεν κάνω λάθος έλαβες μέρος στην εκστρατεία κατά της Περσέπολης…»

Διαπιστώνω ότι ξέρει για μένα περισσότερα από όσα θα ήθελε να παραδεχτεί.

«Ναι, ήμουν παρών» του απαντώ.

«Στην Περσική Πύλη συναντήσατε ισχυρή αντίσταση, έτσι δεν είναι; Θυμάσαι το όνομα του αρχηγού των ιρανικών δυνάμεων στο πέρασμα»;

«Ο Αριοβαρζάνης;»

«Ναι, ο γιος του Αρτάβαζου, του σατράπη της  Φρυγίας»

«Καλά, αλλά μάθαμε ότι αυτός μετά την ήττα, αφού περιπλανήθηκε για λίγο στα βουνά του Ζάγκρου, τελικά ενώθηκε με τα στρατεύματα του Δαρείου στο βορρά της οροσειράς».

«Εκείνο που δε ξέρετε είναι ότι, αφού επέστρεψε ως ¨ηττημένος¨ μεν, αλλά ¨ήρωας¨, στα βασιλικά στρατεύματα, είχε μια μυστική συνάντηση με έναν άλλο, πολύ πιο ισχυρό και επικίνδυνο σατράπη».

«Ποιον;»

2

«Θυμάσαι στην σύγκρουσή σας με τον Δαρείο στα Γαυγάμηλα ποιος ήταν επικεφαλής των στρατευμάτων από τη Βακτριανή και τη Σογδιανή, που σας πολέμησαν με μένος;»

«Μιλάς για τον Βήσσο;»

«Ναι, μιλάω για τον Βήσσο, η σατραπεία του οποίου δεν έχει ακόμη υποταγεί, και ο οποίος πιθανολογώ – αλλά εξηγούμαι, πρόκειται για εικασία – ότι ηγείται μιας εξέγερσης ορισμένων σατραπών κατά του Δαρείου».

«Ενδιαφέρον», παρατηρώ, και αρχίζω να καταλαβαίνω που το πάει. «Αλλά πως τα  συνδέεις όλα αυτά με τη χθεσινή απόπειρα».

«Εάν υποθέσουμε ότι ο Βήσσος παίρνει πρωτοβουλίες εναντίον σας χωρίς την έγκριση του Δαρείου, το πρώτο που πρέπει να κάνει για να αποκτήσει συμμάχους ανάμεσα στους άλλους ευπατρίδες είναι το να τους πείσει για την αξιοπιστία των προθέσεών του. Να τους πείσει δηλαδή ότι δεν θα τους εγκαταλείψει ξαναβρίσκοντάς τα με τον Δαρείο, όταν αυτοί θα έχουν πια εκτεθεί. Οι καιροί είναι δύσκολοι και οι πέρσες άρχοντες είναι δύσπιστοι. Και, εδώ που τα λέμε, (εδώ ο Αβουλίτης ρίχνει ένα πικρό ή ίσως χαιρέκακο χαμόγελο) γιατί να μην είναι, όταν βλέπουν τον ίδιο τον Δαρείο να παραπαίει και να κάνει προτάσεις συμβιβασμού στον Αλέξανδρο;

Ο Βήσσος λοιπόν πρέπει σε αυτήν την περίπτωση να κάνει πρώτα ένα αποφασιστικό βήμα που θα του στερεί κάθε δυνατότητα υπαναχώρησης. Και αυτό το βήμα -εικάζω- δεν μπορεί παρά να είναι μόνον ένα».

«Δηλαδή;»

«Να ανακηρυχθεί ο ίδιος αυτοκράτορας». 

Μα ναι, είναι μια εκδοχή που ήδη θεωρούσα ότι πρέπει να διερευνηθεί… Όχι με πρωταγωνιστή τον Βήσσο, τις προθέσεις του οποίου αγνοούσα, αλλά οπωσδήποτε κάποιον από τους δυσαρεστημένους με τον Δαρείο πέρσες ευγενείς.

 «Ασφαλώς με τρόπο πανηγυρικό», προσθέτω.

«Ασφαλώς» συμφωνεί. «Αν δεν δείξει ότι έχει τα κότσια να διακινδυνεύσει το κεφάλι του  προχωρώντας σε μια πράξη χωρίς επιστροφή, -και μια τέτοια πράξη είναι το να φορέσει την αυτοκρατορική τιάρα- οι άλλοι, ακόμη κι αν συμφωνούν μαζί του και καταδικάζουν την άτολμη συμπεριφορά του Δαρείου, δεν πρόκειται να τον ακολουθήσουν…»

«Οπότε θα ήταν χρήσιμο γι αυτόν να επικυρώσει την στέψη του με τη κατοχή και την επίδειξη κάποιου ιερού κειμήλιου που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο θησαυροφυλάκιο των Σούσων… Έτσι λες ότι έχουν τα πράγματα Αβουλίτη;»

«Πρόκειται για μια εικασία» μου υπογραμμίζει σχεδόν με παράπονο που δεν τον αφήνουμε να το ψάξει από μόνος του, «αλλά μια εικασία θεμιτή, αν κάποιος γνωρίζει τη νοοτροπία των ημών των Περσών».

 «Έχω ακόμη μια ερώτηση σατράπη Αβουλίτη. Ποιο αντικείμενο, από εκείνα που υπάρχουν στο θησαυροφυλάκιο των Σούσων θα μπορούσε να έχει τέτοια εμβληματική αξία ώστε ο Βήσσος να διοργανώσει μια επιχείρηση ανάκτησής του».

Το παίζει για λίγο σκεφτικός. Ύστερα μου λέει.

«Υπάρχουν αρκετά. Το ποιο έχει, ενδεχομένως, διαλέξει, εξαρτάται   από τα παράπλευρα μηνύματα που θέλει να στείλει στους άλλους σατράπες και στον λαό των περσών. Εγώ στη θέση σου θα έψαχνα ανάμεσα στα αντικείμενα που ανήκαν στον τελευταίο Αχαιμενίδη βασιλέα, πριν από τον Δαρείο τον Κοδομανό».

«Για ποιο λόγο;»

«Γιατί ο Αρταξέρξης ο τέταρτος δολοφονήθηκε ύστερα από συνωμοσία των αυλικών προκειμένου να αναλάβει την αυτοκρατορία ο Δαρείος. Ο Βήσσος, αν κατάφερνε να στεφθεί με τα σύμβολά του, θα παρουσιαζόταν ως εκδικητής του προηγούμενου βασιλιά και αποκαταστάτης κάποιας παλιότερης νομιμότητας.  Έπειτα λάβε υπ’ όψιν σου ότι, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, κάθε αυτοκράτορας φέρει και τιμά τα ιδιαίτερα εμβλήματα των προηγούμενων αυτοκρατόρων που είχαν το ίδιο όνομα. Επομένως ανάμεσα στα εμβλήματα του Αρταξέρξη του Δ΄ που βασίλεψε μόνο δυο χρόνια, θα βρεις εκείνα των τριών προγενέστερων ομώνυμων βασιλέων. Μπορεί να μην ήταν όλοι τους εξ ίσου δημοφιλείς, αλλά τα εμβλήματά τους θυμίζουν στους λαούς της αυτοκρατορίας τις εποχές της αδιαμφισβήτητης αυτοκρατορικής δύναμης. Ο κάτοχός τους, ιδιαίτερα αν τα έχει ανακτήσει από τους έλληνες, αποκτά σημαντικό κύρος και αναγνώριση».

artaxerxes

Δε ξέρω τι μαθαίνουν οι λαοί της αυτοκρατορίας για τους παλιούς ηγέτες τους και για ποιους λόγους τους ανακηρύσσουν μετά θάνατον ¨ήρωες – πατέρες¨, εγώ όμως, δυο τρία βασικά πράγματα για τους βασιλείς των περσών τα είχα μάθει ήδη στα πρώτα χρόνια της φοίτησής μου κοντά στον Ισοκράτη. Και όχι μόνο τα σχετικά με κάποιους ευρύτερα γνωστούς όπως ο Κύρος ο Β΄, ή ο Δαρείος ο Α΄ αλλά και για εκείνους που έφεραν το περσικό όνομα Αρταξάθρα (βασίλειο της αλήθειας, της ορθότητας), που εμείς το εξελληνίσαμε σε ¨Αρταξέρξης¨.

Ο τελευταίος Μεγάλος Βασιλέας, πριν τον Δαρείο τον Κοδομανό, ο Αρταξέρξης, ο Δ΄, όντως βασίλεψε πολύ λίγο. Τον δηλητηρίασε ένας παντοδύναμος αυλικός, αιγυπτιακής καταγωγής, ο περιβόητος Βαγώας (που στα περσικά σημαίνει ευνούχος). Ήταν ο ίδιος που τον είχε στέψει βασιλιά δυο-τρία χρόνια πριν, δολοφονώντας τον Αρταξέρξη τον Γ΄ και πολλούς από τους υπόλοιπους επίδοξους διαδόχους. Εμείς δεν συνηθίζουμε να προάγουμε ευνούχους στα ύπατα αξιώματα, στις αυτοκρατορίες όμως φαίνεται ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Ο Βαγώας λέγεται ότι είχε αποκτήσει εξουσία και πλούτο γιατί είχε συμβάλει στην ανάκτηση της επαναστατημένης Αιγύπτου, αλλά ο Ισοκράτης (στις τελευταίες του παραδόσεις) μας έλεγε ότι εκείνος που  είχε ουσιαστικά επιτύχει αυτήν τη νίκη ήταν ένας έλληνας μισθοφόρος, ο Μέντωρ ο Ρόδιος[2], ενώ ο πλούτος του Βαγώα οφειλόταν, συν τοις άλλοις, στο ότι είχε κατάσχει ιερά αιγυπτιακά κείμενα και, προκειμένου να τα επιστρέψει, είχε ζητήσει και πάρει από τους ιερείς τεράστια ποσά .

Ο προηγούμενος Αρταξέρξης, ο Γ΄, αν και όταν ανέβηκε στο θρόνο ήταν πάνω από εξήντα πέντε χρονών, πρόλαβε πριν καταπιεί το δηλητήριο του Βαγώα, να  βασιλέψει για καμιά εικοσαριά χρόνια. Φημολογείται ότι ήταν ζόρικος τύπος. Εκτός  από την επανάκτηση της Αιγύπτου είχε καταστείλει μια μεγάλη εξέγερση των Φοινίκων.

Τον ακόμη προγενέστερο Αρταξέρξη τον Β΄, εμείς οι Έλληνες τον θυμόμαστε για δύο λόγους:  ο ένας είναι ότι πρόκειται για αυτόν που νίκησε σε (κυριολεκτικά) αδελφοκτόνο πόλεμο τον (αδελφό του) Κύρο,  εκείνον που είχε προσλάβει τους ¨Μυρίους¨ έλληνες μισθοφόρους∙ ο άλλος είναι γιατί οι ενδοελληνικές έριδες (όπως υπογράμμιζε συχνά ο Ισοκράτης) είχαν επί των ημερών του οδηγήσει στην επώδυνη Ανταλκίδειο Ειρήνη,  που εκτός από την επιστροφή των παράλιων μικρασιατικών πόλεων στην περσική επικυριαρχία, τού επέτρεψε για μεγάλο διάστημα (ουσιαστικά μέχρι την νίκη των Θηβαίων επί των Σπαρτιατών) να διαιτητεύει ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις.

Υπήρξε ακόμη ένας Αρταξέρξης, ο Α΄, ο επιλεγόμενος και Μακρυχέρης (φαίνεται ότι όντως είχε το δεξί χέρι μακρύτερο από το αριστερό). Αυτόν εδώ εμείς οι έλληνες μπορούμε να τον θυμόμαστε χωρίς δυσαρέσκεια. Ήταν ο γιος και διάδοχος  του γνωστού Ξέρξη που υπέστη την πανωλεθρία της Σαλαμίνας, ενώ είχε υποστεί και ο ίδιος βαριά ήττα από τον Αθηναϊκό στόλο, πράγμα που τον υποχρέωσε να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων της ασιατικής όχθης του Αιγαίου.

Αυτούς λοιπόν τους βασιλείς θέλουν να ανακαλέσουν στη λαϊκή μνήμη οι πέρσες πρίγκιπες προκειμένου να διεκδικήσουν την εξουσία που ακόμη διαχειρίζεται ο Δαρείος; Δεν μου φαίνονται και ιδιαίτερα σπουδαίοι, αλλά παραδέχομαι ότι δεν γνωρίζω αρκετά καλά τη νοοτροπία αυτών εδώ των λαών ώστε να μπορώ να κρίνω με σαφήνεια τις ενέργειές τους.

3 (Persep)

Αποχαιρέτησα τον Αβουλίτη αφού πρώτα τον διαβεβαίωσα ότι εφ’ όσον εκτελεί με ευσυνείδητο τρόπο τα εισπρακτικά του καθήκοντα και φροντίζει ώστε να είναι ανέφελες οι σχέσεις του με τις ελληνικές αρχές, δεν έχει λόγο να ανησυχεί για τη θέση του ως σατράπης της Σουσιανής. Δεν είναι ότι είμαι απόλυτα πεισμένος για κάτι τέτοιο, αλλά θεώρησα ότι έπρεπε να του πω έναν καλό λόγο, μια που αυτά που εκείνος μου είπε δίνουν κατά πάσα πιθανότητα το νήμα για το ξεμπέρδεμα της υπόθεσης της απόπειρας.

Μετά, αφού ευχαρίστησα και αποχαιρέτισα τον Νικία κατευθύνθηκα προς το κατάλυμα του Καλλισθένη, ελπίζοντας ότι θα βρω τον προϊστάμενό μου καλύτερα απ’ ότι τον άφησα το πρωί.

5

[1] Σημείωση του Εύελπι στο περιθώριο του φύλλου παπύρου: Δεν ξέρω με ποιο συνώνυμο απέδωσε το ¨λακωνικός¨ στα περσικά ο Νικίας, εκτός κι αν η φήμη των νότιων Πελοποννήσιων έχει φτάσει ως τα εδώ εμπλουτίζοντας και την περσική γλώσσα με ένα ακόμη συνώνυμο του ¨ολιγόλογου¨.

[2] Ο Μέντωρ ο Ρόδιος, καθώς και ο νεότερος αδελφός του Μέμνων υπήρξαν ικανοί στρατιωτικοί στην υπηρεσία των τελευταίων περσών ηγεμόνων

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | 1 Comment »

Μυθιστόρημα υπο εκπόνηση. Μέρος Γ΄Κεφάλαιο έβδομο:Παρακολούθηση

Posted by vnottas στο 31 Δεκέμβριος, 2015

Κεφάλαιο έβδομο.

Πίσω στην πλατεία των παιγνίων όπου ο Ευρυμέδοντας αποχαιρετά τον Παλαμήδη, …ενώ δύο (αχτύπητοι) αυτοσχέδιοι ανιχνευτές παρακολουθούν τον Άρπαλο

 bank

Ό ήλιος έχει ήδη σκαρφαλώσει ψηλά στον ουρανό των Σούσων, η θερμοκρασία έχει γίνει πλέον ευχάριστη, ενώ στο πλάτωμα μπροστά από το περιστύλιο κυκλοφορεί τώρα πολύς κόσμος. Μετά την εσπευσμένη αναχώρηση του Οινοκράτη και του Χοντρόη,  το Πουλχερίδιο έχει ζητήσει την άδεια να κάνει μια μικρή βόλτα και να χαζέψει την Αγορά εκεί απέξω. Στο κυλικείο έχουν μείνει να κουβεντιάζουν ο Ευρυμέδοντας και ο Παλαμήδης

Οι φόβοι και οι ανησυχίες του τραυματία στρατιωτικού έχουν προκαλέσει το ενδιαφέρον του νεαρού Θεσσαλού ιππέα. Η αφήγησή του Αθηναίου δεν ακούγεται παράλογη και συμπίπτει με ορισμένα πράγματα που και ο ίδιος έχει παρατηρήσει κατά καιρούς, χωρίς όμως να συνειδητοποιεί τη σοβαρότητά τους. Ναι, ίσως ο Παλαμήδης έχει δίκιο. Πολύς τζόγος, πολλοί τοκογλύφοι. Ίσως η γοργή εξέλιξη των γεγονότων, η ασταμάτητη προέλαση, οι συνεχείς νίκες, να έχουν ως παρενέργεια το να  αγνοηθούν κάποιες δυσάρεστες καταστάσεις που βιώνουν οι οπλίτες ή, έστω, ορισμένες ανησυχητικές ενδείξεις για προβλήματα στο προσεχές μέλλον.  Και είναι αναμενόμενο αυτές οι παράπλευρες ¨πληγές¨ να είναι περισσότερο ορατές στη βάση, παρά στο στενό κύκλο των στρατηλατών. Σκέφτεται ότι πρέπει να μιλήσει γι όλα αυτά στον Εύελπι, ίσως και να συντάξει μια κανονική αναφορά προς την ηγεσία της ομάδας, τον Ευμένη ή τον Καλλισθένη… Η επίβλεψη του ηθικού των οπλιτών και τα τυχόν προβλήματα που αναφύονται στη βάση, είναι  ανάμεσα στα καθήκοντα της υπηρεσίας του. Αλλά όχι, καλλίτερα να το συζητήσει πρώτα με τον συνομήλικό του Μεγαρέα.

Όπως και να ‘χει, τώρα αισθάνεται πως πρέπει να εκφράσει τη συμπάθειά του προς τον Παλαμήδη.

foin

«Όσα κι αν είναι τα προβλήματα που ταλανίζουν την εκστρατεία, εσύ Παλαμήδη θα μπορούσαμε να πούμε ότι είσαι τυχερός, έτσι δεν είναι; Τραυματίας στο πεδίο της μάχης, επιστρέφεις στην σημαντικότερη πόλη του ελληνισμού νικητής, τιμημένος από τον αρχηγό, τον βασιλιά των Μακεδόνων. Ο Αλέξανδρος είναι γενναιόδωρος με όσους τερματίζουν την αποστολή τους είτε είναι Μακεδόνες είτε λοιποί Έλληνες…»

«Δεν παραπονιέμαι, Θεσσαλέ. Κι αν το δεξί χέρι δε με υπακούει πια, προσπαθώ να ασκήσω το ευώνυμο. Ελπίζω να καταφέρω να υπερασπιστώ την ανταμοιβή μου κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής».

«Έχεις συγγενείς που σε περιμένουν στην Αθήνα;»

«Έχω ένα γιο και μια κόρη. Η κόρη μου είναι παντρεμένη. Ο γιος μου ενηλικιώνεται φέτος και θα αρχίσει να συμμετέχει στις κληρώσεις για ορισμένα δημόσια αξιώματα. Χαίρομαι που θα είμαι κοντά του να τον βοηθήσω στα πρώτα του βήματα ως αθηναίο πολίτη. Πάντως…»

«Πάντως, τι;»

«Πάντως φαίνεται ότι και στο Άστυ υπάρχουν προβλήματα. Αλλά σίγουρα εσύ θα ξέρεις περισσότερα».

«Για την Αθήνα; Όχι. Οι σχέσεις φαίνονται ομαλές αυτή την περίοδο. Άλλωστε είναι γνωστό ότι ο Αλέξανδρος θαυμάζει την πόλη σας και έχει ήδη δείξει την ανεκτικότητα και τη μεγαθυμία του απέναντί της. Να μου πεις για τους Σπαρτιάτες, μάλιστα!».

«Κυκλοφορούν φήμες για την εμφάνιση σιτοδείας. Λέγεται ότι τα πλοία μας δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν τον ανεφοδιασμό της πόλης σε σιτηρά και παράλληλα ότι πολλοί παλιοί σύμμαχοι έχουν σηκώσει κεφάλι εναντίον μας. Υπάρχει, λένε, πρόβλημα στις πόλεις που έχουν υιοθετήσει δημοκρατικά πολιτεύματα, γιατί οι ολιγαρχικοί συσπειρώνονται και απαιτούν αμνηστία και επιστροφή των εξόριστων».

«Όχι, ειλικρινά δεν έχω ακούσει τέτοιες φήμες. Πάντως μη δίνεις μεγάλη σημασία σε αυτά που κυκλοφορούν», λέει ο Ευρυμέδοντας και ανασηκώνεται. Έχει εντοπίσει την Πουλχερία απέναντι, να περιεργάζεται τα εμπορεύματα ενός πραγματευτή. Της κάνει νόημα να επιστρέψει. «Ιδιαίτερα αυτά που διαδίδονται ανάμεσα στους συνακολουθούντες», συνεχίζει. «Σε κάθε περίπτωση, όπου να ’ναι επιστρέφεις.  Θα διαπιστώσεις μόνος σου τι τρέχει, κι επειδή είσαι Αθηναίος, θα έχεις το προνόμιο να συνεισφέρεις κι εσύ στις αποφάσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Έτσι δεν είναι;» Ο Θεσσαλός απλώνει τα χέρια του και σφίγγει τα χέρια του Αθηναίου που έχει κι αυτός σηκωθεί όρθιος.

«Έτσι», απαντά εκείνος.

«Ας είσαι λοιπόν γερός Παλαμήδη κι ας είναι ούριοι οι άνεμοι του ταξιδιού σου».

«Να είσαι καλά νεαρέ Θεσσαλέ. Και η μικρή ας πει στη κυρά της να μην ανησυχεί. Η επιστολή της θα παραδοθεί οπωσδήποτε!»

***

 αρχείο λήψης (1)

Ο Οινοκράτης, ο οποίος δεν έχει απομακρυνθεί πολύ από την πλατεία με τα παιχνίδια, σκέφτεται ότι έκανε πολύ καλά που πήρε μαζί του το πουγκί με τα χρήματα των οικιακών εξόδων. Έτσι χάρη σε λίγες υποδιαιρέσεις του ντόπιου Δαρεικού  (και σε μια μικρή δόση από το απαραίτητο παζάρεμα, η αποφυγή του οποίου,  όπως έχει ήδη διαπιστώσει, σ’ αυτά εδώ τα μέρη θεωρείται προσβολή), μπόρεσε να προμηθευτεί δύο από εκείνα τα ολόσωμα ελαφρά και φαρδιά ιμάτια που συνηθίζουν να φοράνε οι γηγενείς, μαζί με δυο λευκά καλύμματα της κεφαλής και του αυχένα.

Αφού λοιπόν ο ίδιος και ο Χοντρόης παραλλάσσονται μέσα σ’ αυτές τις ανώνυμες τοπικές περιβολές και αφού εισπράξουν μια σειρά από θαυμαστικούς γαργαρισμούς του πωλητή (που υποθέτουν ότι αντιστοιχούν σε επαίνους για την κομψότητα της νέας τους εμφάνισης), επιστρέφουν στον αυτοσχέδιο κυνόδρομο, στήνονται στην άκρη της πίστας (όσο πιο μακριά μπορούν από τον Άρπαλο, αλλά χωρίς να πάψουν να τον επιτηρούν) και  αρχίζουν να χειρονομούν και να επιφωνούν μιμούμενοι τους άλλους θεατές.

Στην πίστα, τα σκυλιά τρέχουν πίσω από ένα κομμάτι κρέας δεμένο σ’ ένα σκοινί, με τα αυτιά τους να ανεμίζουν και τα σάλια τους να τρέχουν, καθώς ένας γεροδεμένος δούλος στην άλλη άκρη του κυνόδρομου, στριφογυρίζει ένα είδος τροχαλία που μαζεύει το σκοινί και κάνει την μπριζόλα να τρέχει γρηγορότερα απ’ τα ζώα. Για την ώρα προηγείται ένας θηριώδης γαλατικός σκύλος, αλλά ξαφνικά, ένας μικρόσωμος μπάσταρδος με μια απρόσμενη επιτάχυνση περνάει μπροστά, και καθώς η κούρσα φτάνει στο τέλος της, καταφέρνει να μπήξει τα δοντάκια του στο γοργοπόδαρο κρέας.

¨Προφανώς ο κοπρίτης πεινάει πιο πολύ… αχ αυτή η πείνα!¨, σκέφτεται ο Οινοκράτης και σκέφτεται επίσης ότι ίσως  πρέπει να στοιχηματίσει κι αυτός κάτι στον επόμενο γύρο∙ όμως, την ίδια στιγμή κόβει με την άκρη του αεικίνητου ματιού του τον ευκολομπούχτιστο Άρπαλο, προφανώς απογοητευμένο από την έκβαση του αγώνα, να κάνει νόημα στους δυο ακολούθους του ότι ήρθε η ώρα να την κάνουν για αλλού.

«Από πίσω τους, και  διακριτικά…”, λέει στον στρογγυλό ασιάτη,

images (5)

«Για κοίτα, αυτοί θα καταλήξουν στην ίδια ταβέρνα όπου τους συναντήσαμε χτες», παρατηρεί ο Οινοκράτης.

Πράγματι, οι τρεις Μακεδόνες περπατούν με τον ρυθμό που υπαγορεύει το αργό βήμα του Άρπαλου, κρατώντας τα άλογά τους από τα χαλινάρια και απολαμβάνοντας κατά τα φαινόμενα τον μεσημεριανό περίπατο, προς την γνωστή πλατεία με τα (βρώσιμα) περιστέρια, μπροστά στην Πύλη προς την Βαβυλώνα.

«Φαίνεται ότι το χτεσινό νταβαντούρι τους άρεσε!»

«Είτε, πόπερ τα μάλα πιπιθανότερον εστί, ουδέν μέμνηνται των πεπεπραγμένων την υστεραίαν. Άλλως τε,   εν τη λήξει ξηροί εν κώμα καταπέπεσον», εικάζει ο Χοντρόης.

«Όπως και να ‘χει, καλό είναι να τους περιμένουμε εδώ απ’ έξω», αποφαίνεται ο Σικελός και παίρνει θέση σε ένα πεζούλι, που ο κορμός ενός τεράστιου φοινικόδεντρου κρύβει από τα μάτια όσων μπαινοβγαίνουν στο οινοποτείον ¨Η Ωραία Πατρίς¨.

RF0073

Έχει ήδη περάσει αρκετή ώρα όταν ο (εν τέλει προνοητικός) Οινοκράτης ρίχνει μια περιστροφική ματιά στην πλατεία και λέει στον Ασιάτη: «Μη το κουνήσεις από ‘δω κι έχε τον νου σου στην πόρτα. Εγώ πάω να συνεννοηθώ με κείνους τους αγωγιάτες  στην απέναντι γωνία. Σκέφτομαι ότι, τώρα που ο Άρπαλος και οι δικοί του θα βγουν απ’ την ταβέρνα φαγωμένοι και βαριοί, δεν θα συνεχίσουν πεζή. Επομένως ίσως να χρειαστούμε κι εμείς ένα αμάξι». Πράγματι απομακρύνεται και ύστερα από λίγο επιστρέφει μέσα σε ένα μόνιππο όχημα που κουμαντάρει ένας ντόπιος ηνίοχος. Σχεδόν την ίδια στιγμή οι τρεις μακεδόνες εμφανίζονται στην έξοδο της ταβέρνας ορατά δυσκίνητοι από την κατανάλωση των λιχουδιών του μαγαζιού και τελούντες εν ευθυμία. Ο (λόγω όγκου) εύκολα  διακριτός Κάνθαρος κατευθύνεται στους παρακείμενους στάβλους και επιστρέφει με τα άλογα. Οι τρεις καβαλάνε με κάποια δυσκολία  τα άτια και εγκαταλείπουν την πλατεία χωρίς ιδιαίτερη βιάση. 

Καθώς ο Χοντρόης σκαρφαλώνει στο κάρο, ο Οινοκράτης δείχνει στον αμαξά τους ιππείς που απομακρύνονται, και του κάνει νόημα: «Ακολούθησε αυτούς τους εμπόρους», ενώ παράλληλα απευθύνεται στον ασιάτη: «Πες του το κι εσύ στα περσικά. Να κρατάει απόσταση, αλλά να μη τους χάσει απ’ τα μάτια του».

Ο ήλιος έχει πια πάρει για τα καλά την κατιούσα προς την μεγάλη πεδιάδα των δυο ποταμών, όταν οι τρεις καβαλάρηδες, ιππεύοντας χαλαρά και αστειευόμενοι μεγαλόφωνα μεταξύ τους -ιδιαίτερα όταν διασταυρώνονται με μια φάλαγγα αιχμαλώτων που οδηγείται (ποιος ξέρει που) από ένα άγημα πεζέταιρων-  φτάνουν στο κάπως αλλόκοτο συγκρότημα των κτιρίων όπου φιλοξενείται ο Βαβυλώνιος Θεός  Μαρντούκ. Κοιτώντας τον από την πλευρά του προαύλιου, ο κυρίως ναός υψώνεται πολυώροφος (κάθε όροφος τραβηγμένος προς τα πίσω σχετικά με τον από  κάτω) και επιβλητικός∙ μαζί με τα λοιπά κτίσματά που τον πλαισιώνουν καταλαμβάνουν έναν ολόκληρο οικοδομικό κύκλο, αλλά οι τρεις γνωρίζουν πια τα κατατόπια και κατευθύνονται με σιγουριά προς μια παράπλευρη είσοδο, στα αριστερά της κύριας πύλης. Καθώς εξαφανίζονται πίσω της, στην άλλη άκρη του πλατώματος που ανοίγεται μπροστά στον ναό, έχει ήδη εμφανιστεί και σταματήσει η άμαξα με τους δύο παρακολουθητές.

Assyria_Ninebh_01

Ο Οινοκράτης αφού πληρώσει και διώξει τον ηνίοχο, τραβάει τον στρογγυλό του σύντροφο (από την νεοαποκτημένη φαρδιά ρόμπα) για να κάνουν μια πρώτη αναγνωριστική περιφορά  γύρω  απ το σύμπλεγμα των κτισμάτων.

«Ξέρεις τι είναι εδώ;» τον ρωτάει καθώς περπατούν παράλληλα με τον ψηλό μαντρότοιχο που κρύβει το εσωτερικό του συγκροτήματος.

Ο Χοντρόης του απαντά ότι, ναι ξέρει, αλλά ότι θα προτιμούσε να μη ξέρει, γιατί εδώ είναι η έδρα των φοβερών και τρομερών ιερέων του Μαρδούκ, του Βαβυλώνιου θεού που το ιερό πυρ του Αχούρα Μάσδα δεν έχει ακόμη καταφέρει να τον εξαγνίσει, που πάει να πει να τον καταστρέψει και να τον εξαφανίσει οριστικά από το Πάνθεον της Ανατολής.

«Καλά», λέει συγκαταβατικά ο Σικελός. «Ας πάμε τώρα να βρούμε ένα κατάλληλο σημείο απ’ όπου να μπορούμε να δούμε αν μπαινοβγαίνουν εδώ κι άλλοι ενδιαφέροντες τύποι, εκτός από τους τρεις γνωστούς μας ¨εμπόρους¨.

Όταν είσαι δούλος μαθαίνεις να περιμένεις. Συνήθως χωρίς να ξέρεις ακριβώς τι. Ας πούμε, το να πάρει αποφάσεις το αφεντικό. Να περιμένεις με δική σου πρωτοβουλία είναι κάτι αλλιώτικο. Ίσως πιο συναρπαστικό, αλλά ίσως πάλι δεν είναι αυτή η καταλληλότερη λέξη. Πάντως, οι δύο πρόσφατοι ας-πούμε-φίλοι, περιμένουν τώρα πίσω από μια συστάδα διακοσμητικών θάμνων στην άκρη του πλατώματος χωρίς να δυσανασχετούν.

…Και, καθώς η νύχτα παίρνει να καλύπτει σιγά σιγά την Πόλη των Κρίνων, παρατηρούν ότι η κίνηση γύρω από τον ναό αρχίζει, απρόσμενα, να αυξάνεται. Από τα σκοτεινά πλέον γύρω στενά,  εμφανίζονται και συρρέουν προς το πλάτωμα διάφοροι τύποι, κυρίως άνδρες, αλλά και γυναίκες, ποικίλης ηλικίας. Οι περισσότεροι είναι τυλιγμένοι σε φαρδιά άβαφα ιμάτια λίγο πολύ όμοια με εκείνα που τώρα καλύπτουν τον Οινοκράτη και τον Χοντρόη. Μάλιστα, καταφτάνουν και μερικοί μικροπωλητές, στις τάβλες των οποίων υπάρχουν κεριά, κεραμικά σύμβολα του βαβυλώνιου θεού, αλλά και φαγώσιμα προς σπονδή ή άμεση κατανάλωση, σημάδι ότι το τέμενος είναι απόψε ανοιχτό και δέχεται τους πιστούς. Πολλοί κοντοστέκονται στο πλάτωμα συζητώντας μεταξύ τους, αλλά ο κύριος όγκος κατευθύνεται προς την μνημειακή σκάλα της κεντρικής πύλης. Θα έλεγε κανείς ότι εδώ, απόψε, διεξάγεται κάποια τελετή, κάποια ¨λειτουργία¨, πολύ περισσότερο που σε λίγο από το εσωτερικό του ναού αρχίζουν να αναδύονται ήχοι παράταιρων ψαλμών.

post-f7

Όμως, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ο Οινοκράτης διαθέτει μάτι οξυδερκές και παρατηρητικό, και έτσι δεν του διαφεύγει ότι μερικοί επισκέπτες δεν κατευθύνονται τελικά προς την κύρια πύλη του τεμένους, αλλά ότι επωφελούνται από τον συνωστισμό που επικρατεί τώρα στο πλάτωμα, για να ¨τρυπώσουν¨ όσο πιο διακριτικά μπορούν σε εκείνη την ίδια παράπλευρη πύλη από όπου, προηγουμένως,  είχαν μπει μέσα οι τρεις ψευτο-έμποροι.

Ο Οινοκράτης εστιάζει, όσο μπορεί, σε αυτήν τη δευτερεύουσα είσοδο και τους επισκέπτες της, χωρίς όμως να καταφέρει να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα για την ταυτότητά τους, μέχρις ότου, μια από τις σκιές που μπαίνουν εκεί τραβάει την προσοχή του. Μα ναι, αυτήν την κοντή καμπούρικη σκιά νομίζει ότι την αναγνωρίζει. Αν δεν πρόκειται για οφθαλμαπάτη οφειλόμενη στο χαμηλό φωτισμό των δαυλών της πύλης, η σκιά έχει φτυστό το περίγραμμα ενός ¨συναδέλφου¨. Ο Οινοκράτης ονομάζει ¨συναδέλφους¨ τους δούλους που, όπως και ο ίδιος, ασκούν ¨προχωρημένα¨ καθήκοντα, σαν, ας πούμε, του οικονόμου, ή του παιδαγωγού, ή του γραμματικού, και οι οποίοι έχουν συνήθως αισθητά βελτιωμένη μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους. Αυτός εδώ είναι προσκολλημένος σε έναν αβδηρίτη σοφιστή, τον οποίον ακολουθεί κατά πόδας, καταγράφοντας τις σοφίες που  εκείνος (επίτηδες ή κατά λάθος) εκφωνεί, ούτως ώστε να μην τις στερηθεί η αιωνιότητα. Επομένως, αν η σκιά αντιστοιχεί σε αυτόν τον ¨συνάδελφο¨ (όσο κι αν ένας βαβυλωνιακός ναός δεν είναι το πιο προσιδιάζον μέρος για κάτι τέτοιο) κάπου εκεί πρέπει να βρίσκεται και το αφεντικό του, ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης.

«Ξέρεις τι θα κάνουμε τώρα σύντροφε;» γυρίζει και ρωτάει τον Χοντρόη.

Εκείνος του απαντάει ότι ξέρει. Θα πάνε να φάνε κάτι τι, γιατί δεν έχουν βάλει τίποτα στο στόμα τους μετά τα πρωινά κεράσματα του Παλαμήδη. Και προσφέρεται να πάει να αγοράσει κανα φαγώσιμο από τους μικροπωλητές έξω από τον ναό.

«Θα πάμε να προσκυνήσουμε!» διευκρινίζει ο Σικελός. «Αλλά αφού επιμένεις, πάρε λίγους οβολούς και άντε πρώτα να φέρεις μερικές πίτες από τα καροτσάκια».

tiamat-as-a-serpent

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση Μέρος Γ΄κεφάλαιο τρίτο και τέταρτο. Στο ναό του Μαρδούκ – Σισύγαμβρις

Posted by vnottas στο 13 Νοέμβριος, 2015

Μέρος Γ Κεφάλαιο τρίτο.

Πρωί. Στο ναό του Μαρδούκ, στα Σούσα

 

images (1)

Ο Άρπαλος σηκώνει το κεφάλι και περιεργάζεται τις τρομακτικές φιγούρες που μοιάζουν να κρέμονται από την οροφή και να τον απειλούν: Δαιμόνισσες και  δαίμονες σκαλισμένοι σε σκούρες σκληρές πέτρες, με πρόσωπα εξωτικά, σώματα παραμορφωμένα και μέλη δανεισμένα από οξύνυχα αιμοβόρα ζώα. Μετά, κατεβάζει το βλέμμα πιο χαμηλά, όπου κυκλοφορούν μεταλλικοί δράκοι με κέρατα και φολιδωτά κορμιά, Εδώ κι εκεί είναι τοποθετημένα σκυθρωπά αγάλματα θεοτήτων και στο κέντρο κυριαρχεί ένας ογκωδέστερος εξανθρωπισμένος γενειοφόρος Θεός, όμοιος με έναν άλλο, φτερωτό, που απεικονίζεται στο βάθος, σε ένα μεγάλο επιτοιχισμένο ανάγλυφο. Μια βαριά δυσάρεστη μυρωδιά αιωρείται στη σκοτεινή αίθουσα μαζί με τις αναθυμιάσεις των λιγοστών αναμμένων κεριών. «Δε διάλεξα το καλύτερο μέρος για να φιλοξενηθώ», σκέφτεται ο Μακεδόνας.

Ο τέως γενικός θησαυροφύλακας και τέως φυγάς βρίσκεται σ’ ένα κτιριακό συγκρότημα που ανήκει στους ιερείς του θεού Μαρδούκ, του αρχαίου αλλά ακόμη ισχυρού πολιούχου θεού της Βαβυλώνας. Η ισχύς του Μαρδούκ επαληθεύεται και από το ότι, παρά τη φανερή δυσαρέσκεια, τόσο του παλιού ορθόδοξου ιερατείου του Πέρση θεού Αχούρα Μάσδα, όσο και των οπαδών του ανακαινιστή Ζωροάστρη, διαθέτει ακόμη ναούς και σε κάποιες άλλες μεγάλες πόλεις, πλην της Βαβυλώνας, κυρίως στα Νότια και τα Δυτικά της Περσικής Αυτοκρατορίας. Όπως αυτός εδώ, που λειτουργεί στα Σούσα, όχι μόνο ως σημείο αναφοράς για τους πιστούς της παλιάς μεσοποτάμιας θρησκείας, αλλά και σαν βάση εξόρμησης και τραπεζιτικό παράρτημα για τους Βαβυλώνιους που εμπορεύονται στην Σουσιανή επαρχία.   

tiamar

Η αλήθεια είναι ότι ο Μαρδούκ, όπως άλλωστε και ο φοινικικής προέλευσης Βάαλ και άλλοι ελάσσονες θεοί που λατρεύονται από τους ¨Μάγους[1]¨ του βαβυλωνιακού ιερατείου, πάει καιρός που δεν τα πάνε και τόσο καλά με την Ιρανική διοίκηση. Όχι μόνο γιατί αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό των Ζωροαστρών, αλλά και γιατί η δυναστεία των Αχαιμενιδών έχει αρχίσει, ήδη από την εποχή του Ξέρξη, να βάζει χέρι στους θησαυρούς των πλούσιων ναών, μειώνοντας τα αποθεματικά και το κύρος των παλιών Μεσοποτάμιων θεών. Όπως είναι επίσης αλήθεια -σκέφτεται ο Άρπαλος- ότι τώρα τελευταία προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις νέες ισορροπίες που δημιούργησε η προέλαση των Ελλήνων, για να επανακτήσουν ισχύ και κέρδη.

Ο Άρπαλος έχει φροντίσει να πληροφορηθεί για τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της αναίμακτης παράδοσης της Βαβυλώνας. Ξέρει για τις υποσχέσεις των Βαβυλωνίων ¨Μάγων¨ προς τους Μακεδόνες, χάρη στις οποίες ο Αλέξανδρος έχει επιτρέψει την εκ νέου οικοδόμηση των καταστραμμένων ναών και την επαναλειτουργία πολλών άλλων που οι Πέρσες είχαν σφραγίσει εδώ και δεκαετίες. Ξέρει επίσης ότι οι ¨Μάγοι¨ κάθε άλλο παρά έχουν αποσυρθεί οικειοθελώς από τα παιγνίδια του πλούτου και της εξουσίας μόνο και μόνο επειδή ο Δαρείος χάνει, προς το παρόν, ορισμένες μάχες απ’ το παιδαρέλι από το βόρειο Γιουνάν.

Έτσι ο Άρπαλος δεν εξεπλάγη ιδιαίτερα που ο Ανάξαρχος, στο επείγον μήνυμα που του έστειλε με προσωπικό αγγελιοφόρο από την Περσέπολη,  τον συμβούλευσε να διανυκτερεύσει, κατά την παραμονή του στην Πόλη των Κρίνων, στο κτίσμα των βαβυλωνίων ιερέων. Ο Άρπαλος ακολούθησε τη συμβουλή, αν και η βαριά, σκοτεινή ατμόσφαιρα των διαμερισμάτων όπου διανυκτέρευσε και του πρώτου από τους πολλούς ορόφους του ναού όπου τον ξεναγεί τώρα ένας σκυφτός ξερακιανός ιερέας, τον ψυχοπλακώνει και τον δυσαρεστεί.

1411302621_112445_1411321976_noticia_grande

Ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης, επαγγελματίας σοφιστής και επίδοξο μέλος των στενών αυλικών κύκλων, στο μήνυμά του, αφού πρώτα χαιρέτιζε θερμά την επιστροφή του Άρπαλου πίσω στην προελαύνουσα εκστρατεία, αφού  αφιέρωνε αρκετές αράδες εξυμνώντας τις αρετές του γιου του Μαχάτα, (τις οποίες εννοείται ότι ο ίδιος  είχε αμέσως αντιληφθεί, αν και προφανώς είχαν παρεξηγηθεί από τους άλλους) και αφού έκανε ορισμένες νύξεις σχετικά με το θετικό ρόλο που προσωπικά έπαιξε στην απόφαση του Αλέξανδρου να συγχωρήσει τον παιδικό του φίλο, του ζητούσε να συναντηθούν ¨για να αντιμετωπίσουν από κοινού και προς αμοιβαίο όφελος τις ευκαιρίες και τα προβλήματα που καθημερινά παρουσιάζονται¨.  Ευκαιρίες και προβλήματα που έχουν πάρει πλέον επείγοντα χαρακτήρα και που απαιτούν άμεση συσπείρωση των ¨εχεφρόνων¨ Εκείνο που τώρα χρειάζεται είναι μια άμεση παρέμβαση, δεδομένου ότι η εκστρατεία έχει φτάσει πλέον σε κρίσιμη φάση.

Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα πρόταση που θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν -έγραφε χωρίς να διευκρινίζει περισσότερα. Υπογράμμιζε όμως ότι οι αποφάσεις που θα παρθούν τώρα, θα επηρεάσουν την μελλοντική διαμόρφωση της οικουμένης (- αυτό ήταν ένα επιχείρημα που ο Άρπαλος έχει βαρεθεί να ακούει και, εδώ που τα λέμε, τον ενδιαφέρει ελάχιστα).

Εφόσον ο ίδιος βρισκόταν στην Περσέπολη και ο Άρπαλος στην Βαβυλώνα, ο Ανάξαρχος πρότεινε να μοιραστούν την απόσταση και να συναντηθούν στην -ενδιάμεση- πόλη των Σούσων. Εάν δε ο Άρπαλος δεν έχει αντίρρηση, θα μπορούσε να οργανωθεί στα Σούσα μια άτυπη και, φυσικά, άκρως μυστική σύσκεψη που θα συμπεριλαμβάνει και άλλους παράγοντες που συμμερίζονται τις ανησυχίες για την κρισιμότητα της στιγμής.

Ο Άρπαλος απάντησε με τον ίδιο αγγελιοφόρο ότι δεν είχε αντίρρηση, και ότι θα βρισκόταν στα Σούσα την προτεινόμενη ημερομηνία.

foin

Τελικά ο επιστρέψας τέως φυγάς και ο ξερακιανός ιερέας βγαίνουν από τον ναό περνώντας μια αψιδωτή πλευρική πύλη, κατεβαίνουν την εξωτερική σκάλα και βρίσκονται σε ένα αίθριο που το λούζει ο πρωινός ήλιος. Κάπου κοντά πρέπει να ρέει ο ποταμός Χοάσπης, όχι τόσο ορμητικά ώστε να εμποδίζει τα πλεούμενα να τον ανεβαίνουν μεταφέροντας εμπορεύματα από την πεδιάδα και την ακτή, άλλα ούτε και τόσο ήρεμα ώστε να μην ακούγεται  ως εδώ η υποβλητική βουή των νερών που ρέουν. Στον υπαίθριο αυτόν χώρο βλέπουν επίσης οι αποθήκες και οι στάβλοι του συγκροτήματος. Ο Κάνθαρος και ο Σωσίβιος περιμένουν εκεί έξω τον Άρπαλο.

Ο Μακεδόνας, βγαίνοντας, παίρνει μια βαθιά  ανάσα ανακούφισης και ρωτάει τον σκυφτό συνοδό του αν υπάρχει κίνδυνος η επικείμενη συγκέντρωση των επιφανών καλεσμένων να τραβήξει την προσοχή των αρχών και των περιπόλων που ελέγχουν την κατεχόμενη πόλη. Εκείνος του απαντά ότι οι αποψινοί επισκέπτες έχουν οδηγίες να καταφτάσουν διακριτικά, χωρίς τα εμβλήματα της όποιας εξουσίας τους και να αναμειχτούν με τους προσκυνητές που προβλέπεται ότι θα έρθουν απόψε στο τέμενος κατά εκατοντάδες, από ολόκληρη τη Σουσιανή, για να συμμετάσχουν σε μια μεγάλη και σημαντική τελετή: την επέτειο της νίκης του Μαρδούκ κατά του Χάους. 

Ο Άρπαλος έχει ακόμη μία ερώτηση: πότε ακριβώς θα καταφτάσουν οι άλλοι συμμετέχοντες στην ¨συνάντηση¨. Ο ξερακιανός ιερέας του απαντά ότι ο ναός έχει ειδοποιηθεί να είναι έτοιμος να φιλοξενήσει τη σύσκεψη των ¨ανώνυμων¨ μεν, πλην όμως επιφανών παραγόντων, την ίδια εκείνη μέρα, με τη δύση του ήλιου.  

Ο Άρπαλος στρέφεται προς του δύο συνοδούς του: «Παίδες, φέρτε τα άλογα∙ έχουμε χρόνο για μια βόλτα στα αξιοθέατα των Σούσων».

priests-of-fish-god

[1] Η αλήθεια είναι ότι οι Έλληνες, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας συνάντησαν πολλούς ¨Μάγους¨. Η ρίζα της λέξης είναι περσική (ακριβέστερα Μηδική) και αναφέρεται αρχικά σε μια από τις φυλές των Μήδων, η οποία ασκούσε ιερατικά καθήκοντα και εξακολούθησε να τα ασκεί και μετά την επικράτηση των Περσών. Πάντως η λέξη  ¨Μάγοι¨ χρησιμοποιείται συχνά από τους αρχαίους ιστορικούς για να κατονομαστεί το ιερατείο της Βαβυλώνας ή και, γενικότερα, οι Χαλδαίοι της Μεσοποταμίας.  

***

Μέρος Γ Κεφάλαιο τέταρτο.

Όπου ο Εύελπις συναντά την Συσίγαμβρη

upl555d7dd0691af

Οι διάδρομοι μέσα σ’ αυτό το τεράστιο κτίριο είναι κυριολεκτικά ατελείωτοι και λαβυρινθώδεις. Τουλάχιστον για μένα, που δεν συχνάζω σε αυτή την πτέρυγα των ανακτόρων. Ο Νικίας πλάι μου, δείχνει πιο άνετος∙ είναι που συμμετέχει στις παραδόσεις μαθημάτων ελληνικής γλώσσας προς τα μέλη της βασιλικής οικογένειας και κυκλοφορεί σε αυτήν τη διαδρομή καθημερινά. Καθώς προχωρούμε ο λόγιος με ενημερώνει για την συμπεριφορά των υψηλών μαθητών του τις τελευταίες μέρες. Δεν φαίνεται να έχει προκύψει κάτι το ιδιαίτερα αξιοσημείωτο.

Μας συνοδεύουν δύο Μακεδόνες φρουροί οι οποίοι, όταν επιτέλους φτάνουμε στην δίφυλλη πόρτα των διαμερισμάτων της βασιλομήτορος, την ανοίγουν αλλά δεν την προσπερνούν, παρά παίρνουν θέση εκατέρωθεν για να μας περιμένουν. Στην πόρτα εμφανίζεται ένας Πέρσης που αναλαμβάνει να εκφωνήσει την άφιξή μας.

Η Σισύγαμβρη δεν παύει να με εντυπωσιάζει. Σήμερα είναι καθισμένη σε μια πολυτελή πολυθρόνα, σε ένα υπερυψωμένο τμήμα του δαπέδου στο κέντρο της αίθουσας.  Φοράει έναν μαύρο χιτώνα και από πάνω έναν λευκό φαρδύ μανδύα διακοσμημένο με χρωματιστές ταινίες και πολύτιμες πέτρες. Πάνω στην περίτεχνη κόμμωσή της είναι στερεωμένη (ελαφρώς γυρτά προς τα πίσω, γιατί όρθια επιτρέπεται  να την φοράει μόνον ο Πέρσης αυτοκράτορας αυτοπροσώπως) η τιάρα, αυτή η μη πολεμική περικεφαλαία που τόσο αρέσει στους ντόπιους άρχοντες.

Άντε να της πάρεις τον αέρα, σκαρφαλωμένη όπως είναι εκεί πάνω, σκέφτομαι, καθώς γέρνω ελαφρά το κεφάλι και ανυψώνω σε χαιρετισμό το δεξί μου χέρι. Ευτυχώς η Σισύγαμβρη σηκώνεται και κατεβαίνει από την εξέδρα, χωρίς όμως να μας πλησιάσει ιδιαίτερα. Έχω ακόμα μια φορά την ευκαιρία να διαπιστώσω ότι, ακόμη και εάν δε φορούσε αυτό το πανύψηλο καπέλο, δε θα έπαυε να είναι μία ψηλόκορμη ωραία γυναίκα κάποιας απροσδιόριστης ηλικίας. Εστιάζω στο βλέμμα της: είναι ερωτηματικό ή μήπως κάπως περιπαικτικό;

«Πες της», λέω στον Νικία, «ότι δε θα την ενοχλούσαμε χωρίς να την έχουμε ειδοποιήσει πολύ πιο έγκαιρα, εάν δεν προέκυπταν απρόβλεπτα γεγονότα, σχετικά με τα οποία, πες της, υποθέτω ότι θα έχει ήδη πληροφορηθεί».

Ο Νικίας μεταφράζει και η Σισύγαμβρη συνοφρυώνεται προσπαθώντας, φαντάζομαι, να καταλάβει  το ακριβές νόημα αυτής της σειράς δυσπρόφερτων ήχων που παράγει ο διερμηνέας.   Μετά κουνάει το κεφάλι της με έναν τρόπο που, αν αποκωδικοποιώ σωστά, σημαίνει ότι δεν ξέρει ή εν πάση περιπτώσει ότι δεν ξέρει με σιγουριά τι ακριβώς έχει συμβεί.

«Πες της ότι ο Καλλισθένης έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας μέσα στον ευρύτερο χώρο των ανακτόρων και ότι διεξάγεται έρευνα για να εντοπιστεί η ταυτότητα και τα κίνητρα εκείνων που οργάνωσαν την επίθεση. Πες της ότι την παρακαλώ να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις που θα μας διευκολύνουν να βρούμε τους ενόχους και να αποφύγουμε τη λήψη δυσάρεστων έκτακτων μέτρων γενικότερης κλίμακας».

Ο Νικίας αποδίδει στα περσικά τα λόγια μου και η Ιρανή αυτή την φορά απαντά. Η άκαμπτη αταραξία της έχει τώρα κάπως υποχωρήσει και στη θέση της διακρίνω μια πιο ανθρώπινη αντίδραση∙ θέλει να μάθει σε τι κατάσταση βρίσκεται ο Καλλισθένης. Την καθησυχάζω.

Γίνεται κάπως πιο ομιλητική. Μου λέει ότι όντως κυκλοφόρησε ανάμεσα στο ιρανικό προσωπικό η φήμη ότι κάτι συνέβη στο θησαυροφυλάκιο και ότι από χτες το μεσημέρι υπήρξε ασυνήθιστη παρουσία ελλήνων αξιωματούχων στα ανάκτορα, αλλά ότι μόλις τώρα μαθαίνει για τον τραυματισμό του Καλλισθένη. Ρωτάει αν θα επιθυμούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον προσωπικό της γιατρό.

Της απαντώ ότι προς το παρόν δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο και την ευχαριστώ εκ μέρους της ελληνικής διοίκησης για το ενδιαφέρον της. Ύστερα την ρωτάω αν γνωρίζει την ύπαρξη μυστικών διαδρόμων που να οδηγούν στο θησαυροφυλάκιο ξεκινώντας από άλλα σημεία των ανακτόρων.

Μένει για λίγο σκεπτική και μετά μου λέει ότι τα περσικά ανάκτορα των Σούσων έχουν οικοδομηθεί από τον Μεγάλο Βασιλέα Δαρείο τον πρώτο, δυο εκατοντάδες χρόνια πριν και ότι έχουν επίσης προστεθεί κατασκευές  από άλλους Αχαιμενίδες βασιλείς.  Δεν αποκλείει στα αρχεία να υπάρχουν ακόμη τα σχετικά σχεδιαγράμματα. Όμως για ¨μυστικούς υπόγειους διαδρόμους¨ τα μόνα που έχει ακούσει βρίσκονται  στους περιπετειώδεις διασκεδαστικούς μύθους που διηγούνται οι επαγγελματίες παραμυθάδες στις γιορτές. Αν τους πιστέψει κανείς, υπάρχει ολόκληρο δίκτυο από διαδρόμους στο υπέδαφος της Ακρόπολης.  Η ίδια όμως δεν έχει επισκεφτεί ποτέ κανέναν και έτσι δεν μπορεί να απαντήσει με ακρίβεια στην ερώτησή μου.

Λέω στον Νικία να την ρωτήσει ευθέως αν θεωρεί ότι ανάμεσα στους Πέρσες που ακόμη διαμένουν στα ανάκτορα, είτε ως ¨υποχρεωτικά¨ φιλοξενούμενοι, είτε επειδή διατήρησαν τις θέσεις τους χάρη στη γενναιοδωρία του Αλέξανδρου, όπως ο Σατράπης Αβουλίτης, υπάρχουν κάποιοι που θα μπορούσαν να έχουν οργανώσει ή απλώς βοηθήσει στην εκτέλεση αυτής της επίθεσης.

Η Σισύγαμβρη μένει σιωπηλή, δείχνοντας ότι η συνεργασιμότητά της έφτασε στα όρια της.

Εντάξει, δεν περίμενα να απαντήσει. Είναι γνωστό ότι επιθυμεί τον συμβιβασμό ανάμεσα στον γιο της και τον Αλέξανδρο, αλλά δε παύει να είναι μια περσίδα βασίλισσα.

Εγώ οφείλω να επιμείνω. «Ρώτησέ την τώρα Νικία αν, κατά τη γνώμη της, υπάρχει κάτι ανάμεσα στα αποθηκευμένα λάφυρα που θα ενδιέφερε τους ιρανούς που αντιστέκονται στην ελληνική επέκταση, έτσι ώστε να οργανώσουν μια επιχείρηση ανάκτησής του. Κάποιο σύμβολο, κάποιο κειμήλιο. Κάτι που ενδεχομένως θα τους ενίσχυε το ηθικό και θα τους συσπείρωνε».

Η Σισύγαμβρη παίρνει πάλι το υπεροπτικό της ύφος. «Οι Πέρσες και οι λαοί που τους ακολουθούν, όσο ζει ο Μεγάλος Βασιλέας, δεν έχουν ανάγκη από σύμβολα για να συσπειρωθούν. Αρκούν τα κελεύσματα και τα εμβλήματα του μονάρχη τους», απαντά.

«Ρώτα την αν είναι το ίδιο σίγουρη ότι δεν υπάρχουν ευγενείς που θα επιθυμούσαν να πάρουν τη θέση του Δαρείου, ίσως επειδή τον θεωρούν εξαιρετικά συμβιβαστικό, και ότι αυτοί δεν θα ήταν ικανοί να πάρουν πρωτοβουλίες, ώστε να δείξουν ότι μπορούν να τα βάλουν με τους Έλληνες».

Εκείνη μένει και πάλι σιωπηλή για λίγο.

«Αυτό δεν το αποκλείω» λέει τελικά και η φωνή της φτάνει στ’ αφτιά μου λιγότερο  σίγουρη.

«Πες της ότι θα είμαι στη διάθεση της, αν θελήσει να μου πει κάτι περισσότερο» λέω στον Νικία. «Και», συνεχίζω με χαμηλότερη φωνή, «μετά αποχαιρέτισέ την. Δεν νομίζω ότι θα εκμαιεύσουμε τίποτα άλλο εδώ. Πάμε να δούμε τον Αβουλίτη, ή μάλλον όχι, αυτόν ας τον αφήσουμε λίγο να περιμένει, πάμε στον Αζάρη».

h garden 2

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Ιστορικό μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Άρπαλος

Posted by vnottas στο 17 Αύγουστος, 2015

Μέρος Β, Κεφάλαιο έκτο           

Όπου ενώ μια ακόμη άμαξα φτάνει στα Σούσα, ο Άρπαλος συλλογιέται…

 view_33_87035749

Αργά το πρωί εκείνης της ίδιας μέρας, καθώς ο Καλλισθένης και ο Εύελπις περιηγούνται τα άδυτα του θησαυροφυλακίου, καθώς ο Οινοκράτης και ο Χοντρόης εκτελούν τα χαχομικά τους πειράματα και καθώς η μεταφορική άμαξα με τον Ευρυμέδοντα και το Πουλχερίδιον κατευθύνεται με καθυστέρηση μόλις μιας νύχτας στην νότια είσοδο της πόλης των Κρίνων, στην βορειοδυτική πύλη, εκείνη στην οποία καταλήγει  η ¨βασιλική οδός¨ που έρχεται από την Βαβυλώνα, πλησιάζει ακόμη μια αρμάμαξα[1]. Είναι μια μεγάλη και καλοφτιαγμένη περσική κατασκευή, που την σέρνουν τρεις εύρωστοι ίπποι ζεμένοι με τον σκυθικό τρόπο.

Τρείς είναι και οι επιβάτες.

Ο ηνίοχος, κάτω από ένα υπερμέγεθες ψάθινο καπέλο στηριγμένο σε δυο επίσης τεράστια αυτιά, ξεφωνίζει παροτρύνσεις που, αν κρίνει κανείς από την αντίδραση των αλόγων, πρέπει να είναι αρκούντως εκνευριστικές. Τα άλογα εν τέλει εκτονώνονται καλπάζοντας προς τα μπρος, ενώ το κιτρινωπό τοπίο φεύγει γλιστρώντας γοργά προς τα πίσω.

Δίπλα του, αδιαφορώντας για τους θορύβους και τα σκαμπανεβάσματα,  λαγοκοιμάται ένας γίγαντας μετρίου (για γίγαντες) μεγέθους . 

Στο τμήμα των επιβατών της καρότσας βρίσκεται ο τρίτος της παρέας, ο νεότερος, με μαλλιά ανοιχτόχρωμα και μάτια επίσης κλειστά. Μόνο που αυτός δεν κοιμάται. Σκέφτεται. Τα ταξίδια του δημιουργούν πάντοτε σκέψεις, κυρίως απολογιστικές, ανασκοπητικές, αυτό-εξομολογητικές. Όταν ταξιδεύει τις αντέχει περισσότερο.

21-7

Είπα αυτό το ταξίδι να το κάνω ως άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Στην περίπτωσή μου μαθαίνεις περισσότερα όταν οι άλλοι δεν ξέρουν ποιος είσαι…

Ποιος είσαι άραγε Άρπαλε;

Είσαι ο Άρπαλος ο γιος του  Μαχάτα, ο Ελιμιώτης από την Αιανή; Αυτός που ο Μαχάτας τον ήθελε Μαχάτα κι αυτόν, ένα μικρό είδωλο του εαυτού του, κι όταν είδε ότι  το βρέφος είχε το ένα ποδάρι κοντύτερο από τ’ άλλο και ούτε δρομέας, ούτε άλτης, ούτε παλαιστής, ούτε βέβαια καβαλάρης μαχητής θα γινόταν ποτέ, τον ξέχασε κι αδιαφόρησε ολότελα γι αυτόν;

Είσαι ο Άρπαλος, που αν δεν ήταν ο Αλέξανδρος, πιτσιρίκος κι αυτός τότε -μόλις λίγο μεγαλύτερός σου-, αν δεν ήταν ο Αλέξανδρος να σε προστατεύει από τις καζούρες και τα άγρια αστεία των άλλων αρχοντο- πιτσιρικάδων, αν δεν ήταν ο Αλέξανδρος να πατήσει πόδι και να πει: χωρίς αυτόν εδώ το μικρό μου φίλο, ούτε κι εγώ εντάσσομαι στους ¨βασιλικούς παίδες¨, αν δεν ήταν ο Αλέξανδρος, είναι σίγουρο πως θα σε εξαιρούσαν απ’ την αυλή του Φίλιππου και θα σ’ έδιωχναν χωρίς πολλές κουβέντες και δίχως βέβαια ο Μαχάτας να διαμαρτυρηθεί για την προσβολή! Αυτός ο Άρπαλος είσαι;

Την προσβολή! Χα! Τώρα που δεν είσαι πια ούτε παιδί ούτε αφελές μειράκιον, ξέρεις ότι οι ¨παίδες¨ της αυλής των βασιλέων δεν είναι μόνο προνομιούχα τέκνα των αρχόντων της επαρχίας που ανατρέφονται μαζί με τους διαδόχους για να προετοιμάσουν την αυριανή αυλή, αλλά, κυρίως, είναι όμηροι του άρχοντα που το παίζει βασιλιάς, έτσι ώστε οι ήσσονες  ισχυροί της περιφέρειας να μη του κουνιούνται και να μην τον αμφισβητούν.    

1270645791465_3

Μα όχι δικέ μου, εσύ είσαι ο Άρπαλος ο Μακεδόνας, ο ευπατρίδης, ο ταξιδεμένος, ο κολλητός του βασιλιά Αλέξανδρου!

Κολλητός; Δε θα ’λεγα. Όχι πια. Εκείνος δεν είναι πλέον εδώ, εκείνος είναι αλλού, εκείνος έχει πάει να κατακτήσει την οικουμένη. Δεν έχει καιρό πια για τον μικρό του φίλο. Τι κι αν φροντίζει να σου αναθέτει αρμοδιότητες και καθήκοντα. Χωρίς καν να σε ρωτήσει.

Παραπονιέσαι; Ναι, όταν είσαι μόνος σου, ή ακριβέστερα όταν ξεμένεις με τα χλωμά σου φαντάσματα, αυτά που, απρόσκλητα, σε συνοδεύουν και σε περιγελούν και σφυρίζουν σα φίδια στα αυτιά σου, τότε μπορεί και να παραπονιέσαι.

Κι όμως, εκείνος σου έδωσε τη μεγαλύτερη εξουσία μετά από τη δική του. Ίσως, στο μέλλον, ακόμα μεγαλύτερη κι απ’ τη δική του. Εκείνος είναι πολεμιστής και βασιλιάς, έχει στρατεύματα και υπουργούς και συμβούλους. Εσένα σου έδωσε το χρήμα, τον πλούτο, τον αμύθητο πλούτο της Ασίας. Ο Άρπαλος ο επί των χρημάτων!

Χρήματα! Θυμάμαι, έχουν περάσει μόλις λίγα χρόνια κι ας μοιάζουν αιώνες, που ήμουν στην Αθήνα, πριν ακόμη ξεκινήσει η εκστρατεία. Θυμάμαι ότι είχα βρεθεί εκεί ακολουθώντας την παραίνεση του Αριστοτέλη ότι  ¨η άγρα της γνώσης απαιτεί  κίνηση, θέλει ταξίδια¨. Κι εγώ είχα βαλθεί να σπουδάσω τη ζωή ταξιδεύοντας, έστω κούτσα κούτσα∙ και όπως είναι λογικό, ¨εξ Αθηνών άρξασθαι¨.

Οι Αθηναίοι είναι εκείνοι που περισσότερο από κάθε άλλον Έλληνα ξέρουν τη δύναμη και τα όρια του πλούτου. Θυμάμαι πόσο είχα γελάσει και πόσο είχα προβληματιστεί όταν στο θέατρο του Διονύσου είχα παρακολουθήσει ένα έργο για τον Πλούτο, γραμμένο από αυτόν τον παλιό θεομπαίχτη, τον Αριστοφάνη. Ο Πλούτος δεν ήταν παρά ένας θεός θεόστραβος, που καταλήγει πάντα στα χέρια των κακών και των ανάξιων.

Κάτι τέτοιο εξάλλου πιστεύαμε και όλοι εμείς (όλοι εσείς είναι ορθότερη διατύπωση), εμείς, η συντροφιά των ¨βασιλικών παίδων¨ του Φιλίππου, όταν συζητούσαμε για τη ζωή που μας περιμένει και τη στάση μας απέναντί της. Εσείς τον κόσμο θα τον κατακτούσατε με την τόλμη και την γενναιότητα στο πεδίο της μάχης, όπως οι ανένδοτοι Σπαρτιάτες τους οποίους ενδόμυχα θαυμάζετε. Εμένα οι Σπαρτιάτες θα με έριχναν στον Καιάδα και θα ξεμπέρδευαν. Το Χρήμα ήταν δευτερεύον. Το πολύ πολύ να μπουκώναμε μ’ αυτό τους μέτοικους των πόλεων για να κάθονται ήσυχοι και να μην συνωμοτούν.

Και όμως, τι ειρωνεία! Εδώ στην Ασία, ο τριφηλός πλούτος, το προϊόν, όπως και να το κάνουμε, της τόλμης και της γενναιότητάς σας, έρχεται να κατακάτσει στην αγκαλιά του Άρπαλου του Χωλού!

Θα έπρεπε να υποκλιθώ εδαφιαία όταν ο Αλέξανδρος με όρισε Ύπατο διαχειριστή των χρημάτων;  Θα έπρεπε να πέσω χάμω γονυπετής; Ή μήπως θα έπρεπε να ευχαριστήσω με τον περσικό τρόπο έρποντας στο δάπεδο; Δεν έκανα τίποτα απ’ όλα αυτά.. Ήμουνα συνεπής με τις δικές σας απόψεις για τον Πλούτο. Δεν τον υπερεκτιμούσα.

Θα έπρεπε ίσως να αρνηθώ; Δεν έκανα ούτε αυτό.

Έπρεπε να δοκιμάσω, να πειραματιστώ. Τι σόι εξουσία, τι σόι ικανοποίηση, τι σόι  πλήρωση και ευτυχία σου δίνει η κατοχή και η κατανάλωση του μεγάλου πλούτου.

Αποδέχτηκα το διορισμό, ενώ οι εσείς οι άλλοι ξεκινούσατε και πάλι ακάθεκτοι κυνηγώντας την ουρά της ιπτάμενης πτερωτής Νίκης στα πέρατα του κόσμου.

Έφερα εταίρες, έφερα κρασιά, έφερα ζώα και φυτά από τα πάτρια  εδάφη για να δω αν πιάνουν εδώ, έφερα και βιβλία, γιατί εκείνος, όταν θέλει να διαβάσει, σ’ εμένα απευθύνεται. Δεν αντέδρασε κανείς.

Έκανα συμπόσια και γλέντια και όργια που θα μείνουν ιστορικά, αλλά και πάλι, εκτός από κάτι πιστούς σκύλους, φανατικούς και αιθεροβάμονες σαν τον Καλλισθένη, που κάτι άρχισαν να σχολιάζουν και να διαμαρτύρονται, οι άλλοι μιλιά! Μερικοί χωριάτες της φάλαγγας με χειροκρότησαν κιόλας. Αυτός ναι, ξέρει να είναι κατακτητής, σιγανο-ψιθύριζαν μεταξύ τους.

Λένε ότι, όταν πήρα όσα τάλαντα μπόρεσα και την κοπάνισα για τα Μέγαρα, κι από κει -φυσικά- για την Αθήνα, ήταν το φιλαράκι μου ο Ταυρίσκος[2], ο κακός που με παρέσυρε.

Δεν είναι αλήθεια. Εγώ τον παρέσυρα γιατί χρειαζόμουν ένα βοηθό κι έναν παθιασμένο  συνένοχο που να κρατάει το ηθικό μου ψηλά. Γιατί, μα τον Δία, ο Ταυρίσκος όντας εκ γενετής  φτωχός και κακομοίρης λατρεύει το Χρήμα ανεπιφύλακτα. Να το έχει και να το ξοδεύει. Χωρίς φιλοσοφικές απορίες, ταλαντεύσεις και αμφιβολίες. Ελπίζω να το γλεντάει το μερίδιό του, αν και, εδώ που τα λέμε, άλλο η Ήπειρος, όπου έχει καταφύγει και άλλο η Αθήνα, όπου βρέθηκα τελικά εγώ.

Στην Αθήνα επιτέλους και πάλι. Στο κλεινόν άστυ, όπου γλεντούσα και γελούσα, καθώς σκεφτόμουν τα ¨επιγραμματικά¨ των ιστορικών του μέλλοντος: Αλέξανδρος ο μέγας Κατακτητής, Άρπαλος ο μέγας Άρπαγας! Ποια η διαφορά; Λίγοι δάκτυλοι μείον στο πόδι του δεύτερου.

Στην Αθήνα, γελώντας σαρκαστικά και περιμένοντας τις αντιδράσεις τους, την αντίδραση εκείνου…

Και μα τους Αρχιδαίμονες και τα μικρά δαιμόνια μαζί, εκείνος αυτή τη φορά αντέδρασε… Αλλά πώς;

Σάμπως επικήρυξε τον μεγάλο κλέφτη Άρπαλο που άρπαξε τα τάλαντα κι έφυγε; Σάμπως ζήτησε την έκδοσή του από τους άσπονδους φίλους του, τους Αθηναίους; Μήπως με εξόρισε δια παντός;

Τίποτα από όλα αυτά. Η τιμωρία που μου επέβαλε ήταν πρωτότυπη.

Με συγχώρεσε! Και όχι μόνον αυτό. Μου επέτρεψε να γυρίσω στα κατακτημένα βασίλεια. Σαν να μην συνέβαινε τίποτα… ή σαν να αδιαφορούσε πλήρως, ό, τι κι αν έκανα!

Μα τι, μα τον Ερμή τον Παμπόνηρο, πρέπει να κάνει κανείς για να τραβήξει επιτέλους την προσοχή; Ή εγώ την προσοχή δεν την αξίζω;

Αμ’ κάνετε λάθος φιλαράκια εταίροι, κι εσύ αλλοπαρμένε Καλλισθένη, αν νομίζετε ότι επιτηρώντας με θα με εξουδετερώσετε, Είμαι πάλι εδώ, με μεγαλύτερη όρεξη αυτή τη φορά. Να είστε σίγουροι ότι αργά η γρήγορα θα σας κάνω και πάλι να εκπλαγείτε.07dechirico

Την προηγούμενη νύχτα έβρεξε κι εδώ κι εκεί λούμπες νερό αντανακλούν τον πρωινό ήλιο. Πάντως, το τρί-ιππο αμάξι κυλάει γοργά προς τα Σούσα. Κατά πάσα πιθανότητα το μεσημέρι θα είναι εκεί.

*****

[1] Αρμάμαξα: Κλειστή άμαξα για επιβάτες ή φορτία.

[2] Η μόνη αναφορά στον Ταυρίσκο που βρήκα, βρίσκεται στην Αλεξάνδρου Ανάβαση του Αριανού (3ο βιβλίο, παρ.6η) και είναι η ακόλουθη: «ὀλίγον δὲ πρόσθεν τῆς μάχης τῆς ἐν Ἰσσῷ γενομένης ἀναπεισθεὶς πρὸς Ταυρίσκου ἀνδρὸς κακοῦ Ἅρπαλος φεύγει ξὺν Ταυρίσκῳ. καὶ ὁ μὲν Ταυρίσκος παρ᾿ Ἀλέξανδρον τὸν Ἠπειρώτην ἐς Ἰταλίαν σταλεὶς ἐκεῖ ἐτελεύτησεν».

(Συνεχίζεται… Στο επόμενο Μέρος Β΄ Κεφάλαιο έβδομο. Στο οινομαγειρείο της Βαβυλωνίου Πύλης)

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα υπό εκπόνηση. Μέρος Β, κεφάλαιο τέταρτο: Το Πουλχερίδιον προ των πυλών

Posted by vnottas στο 20 Ιουλίου, 2015

Σας υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τα όσα έχουμε ήδη πει, στη μικρή εκπαιδευόμενη εταίρα Πουλχερία (αποκαλούμενη χαϊδευτικά και Πουλχερίδιον) έχει ανατεθεί από την κυρία της, την Θαΐδα, να μεταφέρει στα Σούσα δύο επιστολές. Η μία απευθύνεται στην Ωραία των Αθηνών Φρύνη (μέσω του επαναπατριζόμενου αθηναίου πολεμιστή Παλαμήδη) και η άλλη, πιο επείγουσα, ενημερώνει τον Εύελπι για τις δολοπλοκίες που εξυφαίνονται στην αυλή κατά του Καλλισθένη και της ομάδας του. Ωστόσο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Ευρυμέδοντα (του Θεσσαλού αξιωματικού που έχει πάρει μαζί του το Πουλχερίδιο, καθώς μεταφέρει στα Σούσα βιβλία που πρέπει να περισωθούν από τις φλόγες της προέλασης), η αρμάμαξα καθυστερεί…

carro1

Μέρος Β΄ Κεφάλαιο τέταρτο

Πρωί. Αφηγείται το Πουλχερίδιον, καθώς η αρμάμαξα του Ευρυμέδοντα πλησιάζει στα τείχη των Σούσων

Θα ’πρεπε να φτάσουμε στα Σούσα χτες το βράδυ, αλλά μια ξαφνική δυνατή βροχή μας αναχαίτισε. Ο Ευρυμέδοντας ήθελε να συνεχίσει, αλλά κατάφερα να τον πείσω ότι τάχα δεν αισθανόμουν καλά και ότι θα έπρεπε να σταματήσουμε έστω για λίγο. Τελικά περάσαμε τη νύχτα στριμωγμένοι ο ένας πλάι στον άλλον μέσα στο όχημα. Η απρόβλεπτη καθυστέρηση είχε τα καλά της. Η βροχή να χτυπάει στο καραβόπανο της άμαξας και η ζεστή αγκαλιά του Θεσσαλού λοχαγού αρκούν για να φτιάξουν μια απολύτως υπέροχη νύχτα!

ContentSegment_15463375$W1000_H0_R0_P0_S1_V1$Jpg

Ο Ευρυμέδοντας όμως θέλει να εκπληρώσει την αποστολή του το συντομότερο. Τώρα τον βλέπω συγκεντρωμένο και μάλλον τεντωμένο να τινάζει τα ηνία και να παροτρύνει τα άλογα να επιταχύνουν μεσ’ στις λάσπες. Στο βάθος της πεδιάδας, αχνά στη πρωινή  αχλή διακρίνονται πια τα χαμηλά τείχη των Σούσων και η νοτιοανατολική τους πύλη.

Λέω να του πιάσω κουβέντα μπας και χαλαρώσει λίγο.

«Αν έβαζα με τη σειρά τις τρείς μεγάλες πόλεις της Ασίας που γνωρίσαμε τελευταία» του λέω, «όχι όμως με βάση το μέγεθος, ούτε τον πλούτο…»

«Αλλά;» με ρωτάει καθώς τινάζει το καμτσίκι στον αέρα.

«Με βάση την λαγνεία που εκπέμπουν», του απαντώ γελώντας. Πρώτη θα έβαζα τη Βαβυλώνα, μετά τα Σούσα και τελευταία θα άφηνα την Περσέπολη. Καλά δε τα λέω Δάκη μου; Δεν συμφωνείς κι εσύ; »

«Τι θες να πεις;» μου λέει, γιατί σε αυτά τα θέματα είναι λιγάκι στουρνάρι.

«Να», τα γυρίζω, «αυτή η Περσέπολη δε μου πολυάρεσε».

«Μη κάνεις συγκρίσεις. Την Περσέπολη την λεηλατήσαμε.  Πάλι καλά που το παλάτι στέκει ακόμη στα πόδια του. Έπειτα, οι Πέρσες είναι αλλιώτικοι από τους Μεσοποτάμιους».

Βλέπω πως το θέμα δεν τον χαλαρώνει, γι αυτό το αφήνω και τον ρωτάω κάτι άλλο.

«Ξέρεις σε ποιο σημείο των Σούσων βρίσκονται οι τραυματισμένοι αξιωματικοί που πρόκειται να επιστρέψουν στην Ελλάδα;  Πρέπει να βρω κάποιον εκεί».

«Ναι, ξέρω. Έχω καναδυό φίλους ανάμεσά τους. Νομίζω ότι δεν μένουν πια στο στρατόπεδο της φρουράς, πρέπει να στεγάζονται όλοι μαζί σε ένα δημόσιο οίκημα στο κέντρο. Μόλις ο καιρός καλυτερέψει για τα καλά, αφού πρώτα γίνει γιορτή και τελετή προς τιμήν τους, θα ξεκινήσουν για την Τύρο όπου και θα επιβιβαστούν σε πλοία, ο καθένας για την πόλη του».

Τον κοιτάζω με τον κατάλληλο τρόπο, ξέρω εγώ!

«Εντάξει», μου λέει. «Θα σε συνοδεύσω εγώ ως τους επαναπατριζόμενους. Όμως θα περιμένεις μέχρι να παραδώσω τα βιβλία στην υπηρεσία του Καλλισθένη».

«Ω, μην ανησυχείς» του απαντώ, «έχω κι εγώ να κάνω μια δουλειά εκεί».

1Old-Sidon_3043212k

(συνεχίζεται…)

Στο επόμενο: Κεφάλαιο πέμπτο. Αφηγείται ο  Εύελπις (συνέχεια): Μάρμαρα, άλλα κλοπιμαία και μια ένοπλη εισβολή.

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 7. Καθώς οι οπλές του αλόγου μου κροτούν ρυθμικά πάνω στις πλάκες του δρόμου…

Posted by vnottas στο 1 Απρίλιος, 2015

Μέρος Α΄: Σούσα

Κεφάλαιο έβδομο: Καθώς οι οπλές του αλόγου μου κροτούν ρυθμικά πάνω στις πλάκες του δρόμου…

?????????????????????????????????????????????????????????????????????????

 Το λεπτό φεγγαράκι είχε πια εξαφανιστεί και το δίχτυ των αστεριών είχε γίνει ακόμη πιο σπινθηροβόλο  πάνω στο παχύ μαύρο τ’ ουρανού, όταν αποχαιρέτισα τον Καλλισθένη.

Η συνάντησή μας είχε ολοκληρωθεί με την κατανάλωση ενός λιτού δείπνου που μας σέρβιραν εκεί, στο περίπτερο του υπερυψωμένου κήπου, οι ντόπιοι υπηρέτες. Τρώγοντας, πέρα από την αφήγηση από μέρους μου των τελευταίων γεγονότων της εκστρατείας στην Περσέπολη, μιλήσαμε για ένα σωρό άλλα θέματα.

Επέστρεψα στο κατάλυμά μου ιππεύοντας με οδηγό τους αναρτημένους φανούς, που με το ασθενικό τους φως υπεδείκνυαν τον κατηφορικό κεντρικό δρόμο από την ανακτορική Ακρόπολη ως την συνοικία των ευπόρων. Ο δρόμος αυτή την προχωρημένη ώρα ήταν εντελώς έρημος, αντίθετα, στο μυαλό μου στριφογύριζαν χίλιες σκέψεις που προσπαθούσαν να κατασταλάξουν  σε συγκεκριμένες απόψεις και συμπεράσματα.

Τα νυχτοπούλια έσπαζαν τη νυχτερινή σιγή με τα εκνευριστικά τους κρωξίματα, κι εγώ, ανάμεσα σ’ όλα τ’ άλλα, αναρωτιόμουν αν είναι ασφαλές να κυκλοφορώ μόνος, νυχτιάτικα, στην σκοτεινή, πρόσφατα κατακτημένη πόλη.

Για μια στιγμή μάλιστα νόμισα ότι κάτι συμβαίνει ανάμεσα στις σκιές γύρω μου, τράβηξα τα χαλινάρια  και τέντωσα τ’ αυτιά μου προσπαθώντας να εντοπίσω τυχόν ύποπτους ήχους. Εν τέλει όμως, το μόνο που έφτασε ως εμένα ήταν κάποια καθησυχαστικά αποσπάσματα ελληνικής γλώσσας από μια ομάδα στρατιωτών που περιπολούσε στο βάθος του δρόμου.

 images (10)

Οι σκέψεις μου επέστρεψαν στη συνάντηση με τον Καλλισθένη.

Αντίθετα με ό, τι συνέβη σ’ εκείνον, εγώ είχα εκτιμήσει θετικά τον ψηλό Ολύνθιο, από την πρώτη στιγμή που τον είδα στην Άβυδο. 

Δέκα χρόνια περίπου πρεσβύτερος από εμένα, είχε διαβάσει, θυμάμαι, προσεκτικά την επιστολή  του Αριστοτέλη που του παρέδωσα και, χωρίς σχόλια και παραινέσεις, μου είχε δώσει τις πρώτες οδηγίες.

Από τότε έχουν περάσει τέσσερα χρόνια. Ήμουν κοντά του καθώς η στρατιά προχωρούσε ακάθεκτη, από μάχη σε μάχη, από πολιορκία σε πολιορκία, από την Μικρασία ως την Αίγυπτο και από εκεί πάλι πίσω στην καρδιά της Ασίας όπου βρισκόμαστε τώρα. Τέσσερα χρόνια πυκνά σε αναπάντεχα γεγονότα, σε πιεστικά προβλήματα, σε  αντίξοες αλλά και ενθουσιαστικές εμπειρίες που, υπό ομαλές συνθήκες, θα απαιτούσαν πολύ περισσότερο χρόνο για να σωρευθούν. Έτσι είχα την ευκαιρία να επιβεβαιώσω αυτές τις πρώτες θετικές εντυπώσεις και μπορώ να πω ότι η εμπιστοσύνη που εμπνέει η ήρεμη φυσιογνωμία του Ολύνθιου δεν είναι απατηλή.

 -αυ-ός-32749886

Ωστόσο, για κάποιον που δεν τον γνωρίζει από κοντά, ο Καλλισθένης πρέπει να μοιάζει αντιφατικός άνθρωπος.

Από τη μια μεριά, ως ιστορικός έχει τον έλεγχο της ¨προς τα έξω¨ αλήθειας. Της κατασκευασμένης, ως ένα σημείο, αλήθειας που χρειάζεται ένας πόλεμος.

Ο Καλλισθένης ξέρει τα μυστικά της ρητορικής τέχνης και έχει την ικανότητα να τα εφαρμόζει.  Το  γεγονός ότι κατά την καταγραφή των γεγονότων φροντίζει ώστε να αποφεύγονται οι έντονες  υπερβολές -εκείνες που συνήθως υποδεικνύουν  οι πιο κόλακες απ’ τους γραφείς- κάνει τις παρεμβάσεις του περισσότερο αποτελεσματικές.

Ο Ολύνθιος όμως, δεν πιστεύει ότι τα σοφίσματα μπορούν να αντικαταστήσουν με άνεση την αλήθεια, είτε επειδή αυτή απλώς δεν υπάρχει, είτε επειδή κι αν ακόμη υπάρχει, επηρεάζει την εξέλιξη των πραγμάτων πολύ λιγότερο από ένα καλό σόφισμα. Δεν πιστεύει δηλαδή σ’ αυτά που ισχυρίζονται με εμμονή οι διάφοροι σοφίζοντες σχετικιστές. Λέω γι αυτούς που, αν και είναι κατανοητό πως μπόρεσαν να ακμάσουν  στην Ελλάδα των χρόνων της παρακμής, είναι δυσερμήνευτο το πως ήδη κατάφεραν να διεισδύσουν σε επίκαιρα πόστα της Εκστρατείας.

Από την άλλη πλευρά, ο Καλλισθένης δεν καταδικάζει συνολικά την χρήση των ¨απατηλών¨ συγκινησιακών εξωραϊσμών, όπως κάνουν, ας πούμε, ορισμένοι οπαδοί του Πλάτωνα του Αθηναίου.  Απ’ όσο ξέρω, τόσο ο ίδιος, όσο και ο δάσκαλός του ο Αριστοτέλης, θεωρούν ότι ο εμπλουτισμός του λόγου και της λογικής με στοιχεία που αφορούν στην εμπλοκή των συναισθημάτων είναι επιτρεπτός, αλλά με την προϋπόθεση ότι αυτά τα ¨εντυπωσιακά¨ ή ¨μη ορθολογικά¨ ή ¨καλλιτεχνικά¨ στοιχεία πρέπει τελικά να εξυπηρετούν τη διάδοση και τη κατανόηση της Αλήθειας. Και εδώ μιλάμε για μια Αλήθεια η οποία  όχι μόνον είναι υπαρκτή, αλλά και, εν κατακλείδι, οι άνθρωποι μπορούν να την προσεγγίσουν χάρη στις νοητικές τους ικανότητες.

Για να στηρίξει, λέω εγώ,  κανείς μια τέτοια άποψη είναι αυτονόητο ότι πρέπει να διαθέτει ολοκληρωμένες ιδέες, συγκεκριμένες αρχές, σαφή ιδανικά, αν όχι την καθοδήγηση εκείνων των ¨θεών του ορθού λόγου¨ στους οποίους ο Καλλισθένης κάνει συχνά νύξη. Μόνον έτσι θα μπορούσε να έχει κάποιος ένα μέτρο και έναν οδηγό όταν επιχειρεί να επηρεάσει τους άλλους μέσω της πειθούς και των τεχνασμάτων της. Εγώ είμαι σίγουρος πλέον ότι ο Ολύνθιος είναι επαρκώς εξοπλισμένος με όλα αυτά.

Υπάρχει όμως ακόμη ένας Καλλισθένης, ο οποίος ενδιαφέρεται έντονα για την ανεύρεση των χειροπιαστών γνώσεων, εκείνων που οδηγούν σε μια αλήθεια στα μέτρα του Ανθρώπου. Μια αλήθεια που επιβεβαιώνεται μέσα από συγκεκριμένες χρηστικές εφαρμογές. Μια αλήθεια εργαλείο επίγειας ευτυχίας. Θα έλεγα ότι αυτή η ¨αλήθεια των ανθρώπινων ανακαλύψεων και επινοήσεων¨ αποτελεί τον άξονα της σκέψης του και την εστία της, κατά βάθος αισιόδοξης, άποψής του για τη ζωή.

 Thessalikos Ippeas 750 πχ (1)

Παράλληλα συνειδητοποιώ πόσο δύσκολο είναι το έργο που έχει αναλάβει. Και δεν μιλώ μόνο για τα επίσημα καθήκοντά του, που είναι σύνθετα και γεμάτα ευθύνες, αλλά και εκείνα που του επιβάλει ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος αντιμετωπίζει την εκστρατεία.

Διότι, όπως είπα ήδη ο Καλλισθένης έχει μια ολοκληρωμένη άποψη γι αυτά που συμβαίνουν. Οπτική που δεν απέχει πολύ από τον τρόπο που σκέπτομαι εγώ και αρκετοί άλλοι, όσοι, τέλος πάντων, δεν αρκούνται στο να αιτιολογούν αυτή την εκστρατεία μόνο με τα κριτήρια της λαφυραγωγίας και της εκδίκησης.

Γύρω του έχει δημιουργηθεί μια άτυπη ομάδα που θέλει να προστατέψει τον Αλέξανδρο από επιρροές ζημιογόνες για τον ίδιο, αλλά και φθοροποιές για τους απώτερους ¨ ιστορικούς¨ ή ¨ιδεώδεις¨, αν μπορώ να εκφραστώ έτσι, στόχους της Εκστρατείας.

Με αυτόν, λίγο πολύ, τον τρόπο σκέφτονται οι περισσότεροι στο επικοινωνιακό επιτελείο όπως επίσης και ο Ευμένης ο Καρδιανός, ο οποίος έχει επιτελικές και επικοινωνιακές αρμοδιότητες.

Σκέφτομαι ότι δεν θα ήταν εντελώς παράδοξο εάν ανάμεσα στον Ευμένη και τον Καλλισθένη υπήρχε ένταση ή και αντιζηλία ακόμη, μια που τα καθήκοντά τους αλληλεπικαλύπτονται και το κύρος τους είναι σχεδόν ισοδύναμο. Ο λίγο νεώτερος Ευμένης -που και αυτός κατάγεται από ιωνική αποικία στο βορρά, την Καρδία της θρακικής Χερσονήσου- υπήρξε γραμματέας του βασιλέα Φιλίππου και, αν και μη Μακεδόνας, είναι τώρα ενταγμένος μεταξύ των εταίρων ως ισοδύναμο μέλος.

 Όμως, οι δύο άνδρες είχαν την εντιμότητα να αναγνωρίσουν ο ένας τις ικανότητες του άλλου και να αναπτύξουν μεταξύ τους μια σχέση αμοιβαίου σεβασμού και εκτίμησης. Και όχι μόνον αυτό. Φαίνεται ότι συμπίπτουν και στις γενικότερες εκτιμήσεις για την σημερινή συγκυρία και τις μελλοντικές προοπτικές.

Έπειτα έχουμε τον Έφιππο, ολύνθιος κι αυτός, που αν και φωνακλάς, είναι αφοσιωμένος στον Καλλισθένη και στις ιδέες που αυτός πρεσβεύει. Από τότε που επέστρεψε από την Αίγυπτο όπου μετά την κατάληψη ο Αλέξανδρος τον είχε ορίσει για ένα διάστημα ¨επόπτη της διοίκησης¨, έχει ενταχθεί στην ομάδα μας.

Τις γενικές γραμμές των απόψεών μας συμμερίζονται επίσης ορισμένοι από τους μηχανικούς, κάποιοι  καλλιτέχνες και κάποιοι από τους ειδήμονες σε ποικίλους τομείς, όπως για παράδειγμα ο Φίλιππος, ο γιατρός από την Ακαρνανία, που έσωσε τον Αλέξανδρο στην Ταρσό πριν τρία χρόνια. Τότε που όλοι θεωρούσαν τον βασιλιά ετοιμοθάνατο, ενώ οι περισσότεροι, παρά τις αρνητικές εισηγήσεις της ομάδας μας, θεωρούσαν τον γιατρό προδότη εξαγορασμένο από τους Πέρσες.

 Όμως δεν είμαι σίγουρος ότι ο  στενός κύκλος των μακεδόνων ηγητόρων συμμερίζεται στο σύνολό του τις απόψεις του Καλλισθένη για την υψηλή αποστολή και τα πανανθρώπινα ζητούμενα αυτής εδώ της εκστρατείας.

Μερικοί ίσως ναι. Μερικοί τον συμπαθούν γιατί τον βλέπουν κατά κάποιο τρόπο ως αυθεντικό ερμηνευτή, αν όχι συνεχιστή του Αριστοτέλη, του αγαπητού κοινού δάσκαλου από τον καιρό των μαθημάτων στο Νυμφαίο της Μίεζας και στην Πέλλα.images (13)

Ο Αριστοτέλης δεν ήταν δάσκαλος μόνον του Αλέξανδρου. Τα περισσότερα μαθήματά του τα είχαν παρακολουθήσει ταυτόχρονα σχεδόν όλοι οι συνομήλικοι γιοι των ευγενών  της αυλής του Φιλίππου και στενοί φίλοι του τότε διαδόχου. Επομένως η επιρροή που ασκεί, ενισχυμένη από τα νεότερα συγγράμματά του που εξακολουθούν να φτάνουν -με προτεραιότητα- ως εδώ, εξακολουθεί να είναι υπαρκτή και διάχυτη στον πυρήνα των εταίρων.

Ο Καλλισθένης εκπροσωπεί εκ των πραγμάτων τον μεγάλο δάσκαλο, όχι μόνο γιατί θεωρείται συγγενής του -είναι ανιψιός του θετού πατέρα του Αριστοτέλη- αλλά και γιατί είναι σε θέση να επεξηγήσει τις σημερινές απόψεις του Σταγειρήτη.

Άλλοι όμως εταίροι διαφωνούν ή αδιαφορούν ή επηρεάζονται από κακόβουλους τρίτους.

Γι αυτό υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος τα λόγια ή οι πράξεις του Καλλισθένη να παρεξηγηθούν. Όχι γιατί δεν είναι επαρκώς σαφής και πειστικός, αλλά γιατί στους βασιλικούς κύκλους έχουν διεισδύσει άνθρωποι με εντελώς διαφορετικές απόψεις από τις δικές του. Άνθρωποι των οποίων η επιρροή στον νεαρό βασιλέα αυξάνεται διαρκώς.

Αυτοί είναι οι ¨άλλοι¨, οι οποίοι έχοντας ακολουθήσει την ¨κάτω διαδρομή¨ της προέλασης έχουν φτάσει τώρα αμαχητί  στην Περσέπολη. Εκεί, όλοι αυτοί, λόγω της απουσίας του Καλλισθένη, έχουν αναθαρρέψει και τα τελευταία δεκαήμερα ¨αλωνίζουν¨.

Πρόκειται κυρίως για τον Ανάξαρχο από τα Άβδηρα, τον επιλεγόμενο και ¨Ευδαιμονικό¨ -εγώ θα τον έλεγα απλώς καλοπερασάκια, μια που δε χάνει ευκαιρία να παραστεί, καλεσμένος ή αυτόκλητος, σε γιορτές και συμπόσια.

Ο Ανάξαρχος θεωρεί τον εαυτό του μεγάλο φιλόσοφο, εγώ όμως νομίζω ότι το επίθετο μέγας θα ταίριαζε μόνο στην άλλη του ιδιότητα, στην οποία όντως  διαπρέπει, εκείνη του κόλακα. Ελάχιστα διαλεκτικός και κατά συνέπεια ελάχιστα διαλλακτικός ¨κολλάει¨ σε κάποιες ιδέες οι οποίες, εκθειάζουν οτιδήποτε το αυτοκρατορικό, το μεγαλειώδες, το εκτός ελληνικού μέτρου.

Ισχυρίζεται ότι είναι οπαδός του συμπατριώτη του, του Δημόκριτου, αλλά νομίζω ότι έχει παρεξηγήσει την έννοια που εκείνος απέδιδε στην ¨ευθυμία¨. Η ¨ευθυμία¨ του Δημόκριτου περιλαμβάνει την ψυχική γαλήνη, την σταθερότητα και την επάρκεια, όχι τις υπερβολές και την άγρα κλέους και χρημάτων.

Ο ¨Ευδαιμονικός¨ έχει καταφέρει να διεισδύσει στον στενό κύκλο του Βασιλιά αφού πρώτα εξασφάλισε την εύνοια του εταίρου Άρπαλου του Μαχάτα.

Ο Άρπαλος είναι περίπτωση: έχει περίπου τις ίδιες ¨ευδαιμονικές¨ απόψεις με τον Αβδηρίτη, έχει ήδη αποδειχθεί αναξιόπιστος δημιουργώντας ένα μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο και όμως, παρ’ όλα αυτά, ο Αλέξανδρος τον συγχώρεσε και, απ’ ότι φαίνεται του επιτρέπει ακόμη να έχει λόγο στα οικονομικά της εκστρατείας.

Λέω ¨αναξιόπιστος¨, αλλά νομίζω ότι λέω λίγα. Ο άνθρωπος αυτός πριν τρία χρόνια, λίγο πριν τη μάχη της Ισσού και ενώ ήταν προϊστάμενος των εποπτών επί των χρημάτων, δηλαδή γενικός υπεύθυνος για τα οικονομικά θέματα, υπεξαίρεσε ένα μεγάλο ποσό και διέφυγε κατ’ αρχήν στα Μέγαρα (αλλά το κλίμα της πατρίδας μου δεν τον σήκωσε) και μετά στην Αθήνα. Τώρα, μετά την ¨άφεση¨ που κατάφερε να πάρει από τον Βασιλέα, βρίσκεται στη νεοκατακτημένη Βαβυλώνα και οι πληροφορίες λένε ότι προσπαθεί να ανακτήσει τα προνόμια που είχε πριν τη φυγή του.

Τον Αλέξανδρο νομίζω ότι μπορώ να τον καταλάβω, ο Άρπαλος είναι παιδικός του φίλος. Όταν συγκρούστηκε με τον Φίλιππο, ο γιος του Μαχάτα, αν και χωλός από μικρός, τον ακολούθησε στην εξορία μαζί με λίγους αφοσιωμένους.  Οι δεσμοί ανάμεσα στα μέλη αυτής της ομάδας εξακολουθούν να είναι πανίσχυροι. Εκείνος που ειλικρινά δεν καταλαβαίνω είναι ο ίδιος ο Άρπαλος, όσο κι αν η σχέση του με τον Ανάξαρχο μπορεί να είναι ενδεικτική για τον τρόπο που σκέφτεται.

Παρατρεχάμενοι του Ανάξαρχου είναι κι ο Κλέωνας ο Σικελός, καθώς κι ο Ονησίκριτος από την Αστυπάλαια, ένας ακόμη  αμετροεπής και μυθολάγνος, ο οποίος ακολουθώντας το συρμό, τελευταία δηλώνει ¨κυνικός¨.

Και, παραπίσω, μια ορδή από διάφορους φιλόδοξους, δοκησίσοφους, άνευ αρχών και άνευ έρματος, που προσπαθούν να αναρριχηθούν σε επίκαιρες θέσεις του νέου πολιτικού μορφώματος που προκύπτει από τις κατακτήσεις. Αυτό το νέο μόρφωμα, υποστηρίζουν, δεν μπορεί παρά να είναι ένα είδος παγκοσμιοποιημένης αυτοκρατορίας, βασισμένης στα δοκιμασμένα ασιατικά πρότυπα με επικεφαλής έναν θεοποιημένο δυνάστη. 

 

Ενημέρωσα τον Καλλισθένη για την τελευταία υποβολιμαία φήμη σε βάρος της ομάδας μας, αλλά και εκείνου προσωπικά, που οι ¨άλλοι¨ κυκλοφορούν ψιθυριστά ανάμεσα στους βασιλικούς κύκλους.

Λένε ότι ο Καλλισθένης έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο κομπασμού, ώστε να ισχυρίζεται ότι όχι μόνο η θεοποίηση, αλλά και η υστεροφημία του Αλεξάνδρου εξαρτάται λιγότερο από τον ίδιο τον βασιλέα και τα επιτεύγματά του και περισσότερο από αυτά που οι ιστορικοί, δηλαδή ο ίδιος και η ομάδα του, καταγράφουν. Άρα ο Καλλισθένης ισχυρίζεται ότι είναι κραταιότερος του βασιλέα, άρα ο Καλλισθένης είναι ύποπτος για ανυπακοή και προσβολή του βασιλικού θεσμού.

Ο Καλλισθένης γέλασε πηγαία.

«Δηλαδή για τον ¨Ευδαιμονικό¨ έχουμε γίνει ταυτόχρονα πανίσχυροι και ανόητοι. Τόσο ισχυροί που να απειλούμε τον βασιλιά και τόσο ανόητοι που να κομπορρημονούμε για την ισχύ μας αυτή! »

«Έτσι λέει».

«Ας τον να λέει. Θα το αντιμετωπίσουμε». Μετά, χωρίς να αλλάξει την χαμογελαστή του διάθεση, άλλαξε θέμα αιφνιδιάζοντάς με:

 «Τώρα πες μου τι γίνεται με τη Θαΐδα»

Ξερόβηξα χια να κερδίσω μια δυο στιγμές και του απάντησα:

«Η Θαΐδα, φυσικά, ακολούθησε την κάτω διαδρομή προς την Περσέπολη και μάλιστα συνοδευμένη από τη δική της ακολουθία και φρουρά, πολύ πίσω από το κυρίως σώμα. Εγώ όπως σου είπα ήμουν με τον Αλέξανδρο στον ορεινό δρόμο. Όταν συγκεντρωθήκαμε πάλι όλοι στην Περσέπολη, εγώ χρειάστηκε να ασχοληθώ με  την προετοιμασία της μεταφοράς του θησαυρού στα Σούσα -δε φανταζόμουν ότι θα χρειαζόμασταν τόσο πολλούς ημίονους και καμήλες- και έτσι δεν βρήκα τον απαιτούμενο χρόνο για να ασχοληθώ προσωπικά με την επιτήρησή της».

 Δεν είπα στον Καλλισθένη ότι την Θαΐδα την είχα συνεχώς βιδωμένη στο μυαλό μου. Ομολογώ: ένα είδος εμμονής.

Μετά τον καθησύχασα: «Από τις σχετικές αναφορές δε προκύπτει κάτι το ανησυχητικά ιδιαίτερο. Εξακολουθεί να είναι παρούσα στα συμπόσια του στενού κύκλου, εξακολουθεί να είναι κολλητή με τον Πτολεμαίο του Λάγου, εξακολουθεί να είναι σαγηνευτική με τον τρόπο που μόνο μια εταίρα με τα δικά της προσόντα μπορεί».

Ο Καλλισθένης με κοίταξε μ’ ένα τρόπο διαπεραστικό και εγώ έσπευσα να συμπληρώσω: «Ωστόσο ούτε και τώρα διαπιστώσαμε κάποια ιδιαίτερη επαφή είτε με τους Πέρσες είτε με τους Αθηναίους».

 

Ο κρότος των οπλών του αλόγου πάνω στον πλακοστρωμένο δρόμο έδινε ρυθμό στις σκέψεις μου, κι αφοσιωμένος σ’ αυτές ούτε που κατάλαβα ότι έφτασα στο οίκημα  που φιλοξενεί εμένα και τον πολυπράγμονα υπηρέτη μου.

Ξεπέζεψα, κι οδήγησα το άλογο στο στάβλο. Για μια στιγμή είπα να ξυπνήσω τον Οινοκράτη, αλλά άλλαξα γνώμη όταν, περνώντας έξω από τα δωμάτια του προσωπικού, τον άκουσα να ροχαλίζει με πρωτοφανή τρόπο. Σκέφτηκα ότι θα είναι πολύ κουρασμένος και τον άφησα να κοιμηθεί απερίσπαστος.

images (39)

(συνεχίζεται Στο επόμενο: Κεφάλαιο 8. Το όνειρο του Οινοκράτη)

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 6. Χαχόμα ένα κυλικάκι

Posted by vnottas στο 25 Μαρτίου, 2015

  1. Μέρος Α΄: Σούσα

Κεφάλαιο έκτο. Ο Οινοκράτης και ένας στρογγυλός ντόπιος (συνέχεια)

images (22)

Χαχόμα ένα κυλικά -ά-κι

χαχόμα ένα ασματά-ά-κι…

Ο Οινοκράτης, τελείως φτιαγμένος και άλλο τόσο φευγάτος, τραγουδάει παιανιστί, παραφράζοντας ένα παλιό αθηναϊκό τραγουδάκι των συμποσίων. Κρατάει στην αγκαλιά του και λικνίζει με τρυφερότητα την φιάλη με το απαστράπτον υγρό, το οποίο αντίθετα με ό, τι θα υπέθετε κανείς έχει ελαττωθεί ελάχιστα.  Πάντοτε στην οιναποθήκη του αρχοντικού, μαζί με τη νέα του γνωριμία, τον στρογγυλοπρόσωπο στρουμπουλό ανατολίτη, κάθονται σε έναν πάγκο στους πρόποδες ενός τεράστιου πιθαριού.

Ο σφαιρικός έχει βγάλει το μελιτζανί του σαρίκι αποκαλύπτοντας το στρογγυλό του κεφάλι, επικαλυπτόμενο τώρα από μαύρο κοντό μαλλί με χωρίστρα στη μέση και ¨αφελείς¨ φούντες που διακοσμούν το επίσης κοντό του κούτελο. Προσπαθεί να υφαρπάξει, αλλά με τακτ, την ιερή φιάλη από την αγκαλιά του Οινοκράτη, πράγμα που του  προκύπτει μάλλον ακατόρθωτο.

«Ελθέ φίλτατε, ομιλήσωμεν», επιμένει.

«Ομιλήσωμεν, συμφωνήσωμεν», τραγουδάει ακάθεκτος ο πρώην σιτιστής και νυν πιστός υπηρέτης, τραβώντας ταυτοχρόνως το υπογένειο του συνομιλητή του. Υπογένειο μάλλον άχρηστο μια που ματαίως προσπαθεί να διαταράξει την απηνή κυκλικότητα του προσώπου του.

«…Ιώδη φορεσιά, μη ξαναβάλεις πια…», συνεχίζει ο αυτοσχέδιος αοιδός, αντλώντας τώρα από τη λαϊκή μουσική παράδοση.

«Δως εμοί την φιάλην ταύτην ήτις πιπικίνδυνος δια μη μύστας εστί. Εγώ δε τω ιερώ πυρί ομνύω,  ότι οσονούπω τα ημέτερα ιμάτια άπαντα αλλάσσω».

«Φιάλη ταύτη επιτάσσεται, κατάσχεται, επιστρατεύεται, δεσμεύεται, δημεύεται, από-ιδιωτικοποιείται, αμ’ πως!» τον ενημερώνει ο Οινοκράτης.

«Εν τούτοις, ποίος γιγνώσκει οδηγίας χρήσεως ε;»

«Ποίος;»

«Ο υμέτερος δούλος Βακχέ»

«Βακχέ;»

«Σύ είπας»

«Άκου να δεις πεπλατυσμένε. Όχι Βακχέ ούτε Βάκχε, αυτός είναι άλλος. Θεός μεγάλος και μερακλής. Χικ! Εγώ θα σε λέω μμμ… Πιπικίνδυνο… όχι είναι μακρύ. Θα σε λέω Χοντρόη!»

Εγώ ξέρεις ποιος είμαι;»

«Ποίος;»

«Ο όχι τυχαίως ονομαζόμενος Οινοκράτης!»

«Καλώς. Τις ουν γιγνώσκει οδηγίας χρήσεως ιερού καταποτήματος;»

«Ποίος;»

«Ο υμέτερος δούλος Χονδρόης!»

«Τότε κατάσχεσαι κι εσύ! Και οι δύο. Τώρα βοηθήστε με να ανέβω στα διαμερίσματα του κύρη μου. Και από αύριο αρχίζουμε μαθήματα. Θέλω να μου μάθετε ο ένας τις οδηγίες χρήσεως και ο άλλος τις οδηγίες παραγωγής. Ομίλησα!»

ω

(Συνεχίζεται. Στο επόμενο: Κεφάλαιο έβδομο: Καθώς οι οπλές του αλόγου μου κροτούν ρυθμικά πάνω στις πλάκες του δρόμου)…

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 3. Η μάχη στην Περσίδα πύλη

Posted by vnottas στο 1 Μαρτίου, 2015

Μέρος Α΄. Σούσα

Κεφάλαιο τρίτο.  Όπου ο Εύελπις εξιστορεί στον Καλλισθένη τη μάχη της Περσίδας Πύλης

aae5b0d8f9f7036f393ceddae12ce3a9 Οι σκιές μακραίνουν και συγχέονται, ο εξωτικός κήπος βαθμιαία σκουραίνει, το νότιο αεράκι κάνει τις μυρωδιές που αναδύονται στην λεπτή ατμόσφαιρα ακόμη πιο έντονες.

Σε κεντρικό υπερυψωμένο σημείο του κήπου υπάρχει μια περίτεχνη περίπτερη κατασκευή. Κάτω από το σκίαστρό της είναι τοποθετημένα πολυτελή καθίσματα φτιαγμένα από ένα χοντρό, άγνωστο στην Ελλάδα, είδος καλαμιού, καθώς και ένα επίμηκες χαμηλό μαρμάρινο τραπέζι.

Εκεί κατευθύνεται τώρα ο Καλλισθένης λέγοντας στον Εύελπι που τον ακολουθεί θαυμάζοντας την απεριόριστη θέα:  «Αφού ο καιρός το επιτρέπει ας καθίσουμε εδώ».

Ο Καλλισθένης κάθεται σε μια από τις καλαμένιες πολυθρόνες και ο Εύελπις, αφού πρώτα βγάλει απ’ τον ώμο τον μεγάλο δερμάτινο σάκο και τακτοποιήσει στο πλάι το κοντό αθηναϊκό του ξίφος, κάθεται προσεκτικά σε μιαν άλλη.

Εμφανίζεται ένας υπηρέτης ντυμένος με τοπικό ιματισμό. Είναι εξοπλισμένος μ’ ένα αναμμένο λυχνάρι με το οποίο ανάβει τους φανούς του περιπτέρου και απέρχεται.

138.256

«Και μια που ο λόγος το ’φερε στον καιρό,  αν δεν κάνω λάθος, ήμαστε ακόμη στον Ανθεστηριώνα μήνα, τουλάχιστον σύμφωνα με το αττικό ημερολόγιο, έτσι δεν είναι;» παρατηρεί ο Καλλικράτης.

«Ναι, έτσι λένε αυτόν τον μήνα στην  Αττική. Όταν πρωτοπήγα πολύ μικρός στην Αθήνα νόμιζα ότι οι αισιόδοξοι αθηναίοι ήθελαν τα λουλούδια να ανθίζουν πριν την ώρα τους. Γι αυτό, μεσοχείμωνα, έχουν αυτόν τον μήνα και, στην αρχή του, μια τριήμερη γιορτή που τη λέγαν ¨Ανθεστήρια¨. Μετά, όταν άκουσα στο τέλος της γιορτής τον ιερέα να διώχνει τα κακά πνεύματα από την πόλη φωνάζοντας ¨Έξω από την πύλη, δυνάμεις του θανάτου, το ανθεστήρια τελείωσαν¨[1] κατάλαβα  ότι η λέξη προέρχεται από το ρήμα ¨ανθεστιώ¨, ανταλλάσσω φιλοξενία, κι ότι οι Αθηναίοι δεν είναι τόσο αισιόδοξοι, όσο απροκατάληπτοι. Πρώτα φιλοξενούν τα δαιμόνια και τις σκοτεινές ψυχές και μετά, με μια ωραία γιορτή, τα διώχνουν!».

Ο Καλλισθένης γελάει και ο Εύελπις παίρνει κουράγιο και συνεχίζει, «Οι Μακεδόνες προτιμούν να καταγράφουμε αυτόν τον μήνα στο βασιλικό ημερολόγιο ως ¨Δύστρο¨, που δεν αμφιβάλω ότι στα μέρη τους θα είναι ένας δύστροπος χειμωνιάτικος μήνας. Εμείς στα Μέγαρα τον ονομάζουμε όπως οι Λακεδαιμόνιοι, ¨Ελευσίνιο¨, αλλά σε διαβεβαιώ ότι παρά το εξαιρετικό κλίμα που έχουμε εκεί, αυτόν τον μήνα υπάρχουν μέρες που κάνει γερό κρύο. Για να φτάσουμε σε ζέστη σαν τη σημερινή πρέπει να μπει για τα καλά η εαρινή περίοδος».

Ο Καλλισθένης ατενίζει τον δυτικό ουρανό στον οποίο είναι ακόμη διακριτές οι τελευταίες πορφυρές ανταύγειες. «Μη παραπονιέσαι. Θυμήσου μόνο τι καύσωνα αντιμετωπίσαμε μετά τα Γαυγάμηλα, εξ άλλου μου είπανε ότι η χειμωνιάτικη ζέστη σ’ αυτά τα μέρη είναι προάγγελος βροχής».

Ο υπηρέτης επανέρχεται κρατώντας αυτή τη φορά έναν χάλκινο δίσκο με αλαβάστρινη οινοχόη και πολυτελείς σκύφους[2]. Τον τοποθετεί πάνω στο τραπέζι, υποκλίνεται και φεύγει.

images (3)

Οι άκρες των χειλιών του Καλλισθένη ανασηκώνονται σχηματίζοντας ένα λεπτό μειδίαμα  «Χαίρομαι που σε βλέπω Μεγαρέα».

Ο Εύελπις ανταποδίδει εγκάρδια το χαμόγελο. «Είμαι ευτυχής που είμαι πάλι εδώ Καλλισθένη. Και είμαι έτοιμος να σου διηγηθώ διεξοδικά τα όσα συνέβησαν τα τελευταία δεκαήμερα». 

Ο Ολύνθιος ακουμπάει αναπαυτικότερα στην πλάτη της πολυθρόνας. «Σε ακούω».

«Ξεκινήσαμε, όπως ξέρεις, ακολουθώντας την Βασιλική Οδό προς τα νοτιοανατολικά. Δεξιά μας η αχανής εύφορη πεδιάδα των δίδυμων ποταμών και αριστερά μας ο Ζάγκρος. Προχωρούσαμε με ρυθμό ταχύ, όπως πάντα, πολύ περισσότερο τώρα που ο δρόμος είναι αμαξιτός και σε αρκετά καλή κατάσταση. Οι ανιχνευτές, επιστρέφοντας από τις προωθημένες περιπολίες τους, μας διαβεβαίωναν ότι δεν υπήρχαν ορατές παγίδες και ενέδρες.

Πίσω μας, θα τους είδες όταν ξεκινήσαμε, έτρεχαν πλήθος οι ¨συνακολουθούντες¨. Είχαν μάθει ότι στην πορεία μας υπάρχει ακόμη μία πρωτεύουσα πόλη της αυτοκρατορίας, άρα πλούτη από τα οποία θα μπορούσαν να τσιμπολογήσουν, ή τόποι όπου θα τους δινόταν η άδεια να εγκατασταθούν».

«Έμαθα ότι κάποιοι αναμεταξύ τους υποδαυλίζουν τη δυσαρέσκεια γιατί δεν τους επιτρέψαμε να πλιατσικολογήσουν ούτε στη Βαβυλώνα ούτε στα Σούσα», παρατηρεί ο Καλλισθένης.   «Είναι επίσης αλήθεια ότι ανάμεσά τους κυκλοφορούν φήμες ανεξέλεγκτες». Σκέπτεται για μια στιγμή και προσθέτει: «Από την άλλη είναι γεγονός ότι συχνά καταφέρνουν να πληροφορούνται πράγματα που ίσως δεν θα ’πρεπε. Είναι ένα θέμα που πρέπει να το δούμε».

69

Ο Εύελπις έχει ήδη ανοίξει το σάκο του και τώρα βγάζει μερικούς κυλίνδρους που τους ακουμπάει προσεκτικά στο μαρμάρινο τραπέζι. Διαλέγει έναν  και τον ανοίγει.

«Εδώ είναι η Βασιλική Οδός» δείχνει. «Είχαμε συμπληρώσει πορεία τεσσάρων ημερών και ήμασταν σε αυτό ακριβώς το σημείο, όταν εμφανίστηκε… αντιπροσωπεία, ας την πούμε έτσι, από ντόπιους ορεσίβιους, που ούτε λίγο ούτε πολύ μας ζήτησαν να πληρώσουμε τέλη διέλευσης!»

Ο Καλλισθένης σηκώνεται για να δει καλλίτερα τον χάρτη και με την ευκαιρία γεμίζει τα ποτήρια με το περιεχόμενο του κρατήρα «Α, ναι;»

«Μα το Δία! Ισχυρίζονταν ότι ακόμη και οι Πέρσες τους προσφέρουν δώρα, έτσι ώστε αυτοί με τη σειρά τους να εγγυώνται  ασφαλή διέλευση».

Ο Καλλισθένης πίνει και αφήνει το ποτήρι του στην άκρη του τραπεζιού. «Ποια φυλή ήταν;»

«Ήταν Ούξιοι, όχι όμως εκείνοι που καλλιεργούν την πεδιάδα, οι πλούσιοι. Αυτοί παραδόθηκαν εύκολα. Ήταν τα ξαδέλφια τους που μένουν στα βουνά και ζουν ελέγχοντας τα περάσματα». Στο άκουσμα του ονόματος της φυλής ο Καλλισθένης έχει μια αδιόρατη αντίδραση. Ο Εύελπις την αντιλαμβάνεται. «Τους έχεις ακουστά;»

«Μαθαίνω ότι τους αναφέρει συχνά η  Σισύγγαμβρις. Φαίνεται ότι τους συμπαθεί. Θα πρέπει να ελέγξουμε αν διατηρεί μυστικές επαφές μαζί τους.

Λοιπόν, πώς αντέδρασε ο Αλέξανδρος; »

«Κατ’ αρχήν χαμογελώντας.

Έπειτα ανηφόρισε τα βουνά μαζί με τον Κρατερό και μερικές ίλες ιππέων και κυριολεκτικά τους διέλυσε. Ο Πτολεμαίος του Λάγου διαπραγματεύεται τώρα μαζί τους τι αποζημίωση θα πληρώσουν. Μου έλεγε ότι επειδή ούτε έχουν ούτε ξέρουν από νομίσματα, θα τους βάλει να πληρώσουν σε είδος. Άλογα, τρόφιμα και τέτοια. Σου έχω σημειώσει ορισμένα στοιχεία εδώ». Ο Εύελπις δείχνει έναν άλλο κύλινδρο, και μετά έναν ακόμη. «Την επίσημη εκδοχή την έχει καταγράψει ο Ευμένης στο Ιστορικό της Εκστρατείας, νάτη».

«Είναι καλά ο Ευμένης;»

«Μια χαρά. Σου στέλνει εγκάρδιους χαιρετισμούς  Μου είπε ότι αδημονεί να αναλάβεις πάλι τον συντονισμό της ομάδας. Γιατί -αυτό μπορώ να σου το επιβεβαιώσω κι εγώ- οι ¨άλλοι¨ έχουν πάρει τ’ απάνω τους τελευταία.

«Αυτά θα μου τα πεις αναλυτικά στη συνέχεια. Πες μου τώρα πως τα πήγαν οι οδηγοί που είχαμε επιλέξει;»

«Μια χαρά. Αν και, όπως θα δεις, σπουδαίο ρόλο αυτή τη φορά έπαιξε ένας περίεργος δίγλωσσος βοσκός που παρουσιάστηκε επί τόπου μόνος του».

  «Δίγλωσσος βοσκός; Μιλούσε και τη γλώσσα των προβάτων;»

Ο Εύελπις γελάει. «Ήταν ένας καλλιεργημένος βοσκός που μιλούσε Περσικά και Ελληνικά παρακαλώ! Αλλά περίμενε, αυτός εμφανίζεται αμέσως μετά».

«Εντάξει. Συνέχισε».

«Μετά τη συμμόρφωση των βουνίσιων, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να χωρίσει τη στρατιά στα δύο. Με τη συνοδεία του θεσσαλικού ιππικού, οι βαριά οπλισμένοι, οι σύμμαχοι, οι μισθοφόροι και βέβαια οι σκευοφόρες άμαξες και οι ασύνταχτοι εξακολούθησαν την πορεία τους στην κάτω πεδινή διαδρομή. Το πρόσταγμα, γι αυτό το μέρος της στρατιάς, ο Αλέξανδρος το ανέθεσε στον Παρμενίωνα.

Ο ίδιος, μαζί με το ιππικό των εταίρων, τους πεζεταίρους, μεγάλο αριθμό τοξοτών  και αρκετούς μηχανικούς εξειδικευμένους στις διαβάσεις, αποφάσισε να ακολουθήσει την ορεινή διαδρομή. Εκείνη που ήταν χαραγμένη στο σχεδιάγραμμα που του παραδώσαμε πριν την αναχώρηση.  Όχι γιατί  αυτή είναι συντομότερη, αλλά μάλλον γιατί ήθελε να εξασφαλίσει την στρατιά από τυχόν πλευρική επίθεση από τη μεριά των βουνών. Ίσως πάλι να ήθελε να εξακριβώσει πόσο στρατηγικά σημαντικό  ήταν το ορεινό πέρασμα που στον χάρτη αναφερόταν ως ¨Περσίδα Πύλ稻.

«Τους ακολούθησες κι εσύ;»

«Ναι, με τη σύμφωνη γνώμη του Ευμένη, ο οποίος παρέμεινε με τον κορμό της στρατιάς».

«Λοιπόν;»

«Λοιπόν η διαδρομή έως το στενό αυτό πέρασμα ήταν σχετικά εύκολη. Λέω ¨σχετικά¨ γιατί μερικά πράγματα άλλαζαν ραγδαία καθώς σκαρφαλώναμε στο βουνό. Πρώτα ο καιρός. Ο χειμώνας επέστρεφε δριμύς. Συναντήσαμε ως και χιόνια και πάγους.

Από ψηλά ήταν ορατή στα δεξιά μας, πέρα από την πεδιάδα, στο βάθος, η θάλασσα των Περσών. Αυτό σήμαινε ότι είχαμε φτάσει κοντά στο νότιο άκρο της οροσειράς και όπου να ’ναι τα βουνά θα τελείωναν, αλλά μέχρι να φτάσουμε στην Περσίδα Πύλη κινούμασταν σε δύσβατα παγωμένα ορεινά μονοπάτια.

10

Έπειτα, οι ντόπιοι που συναντούσαμε μας φάνηκαν αλλιώτικοι από εκείνους που μας είχαν υποδεχθεί ως τα τώρα. Φανερά εχθρικοί, μας επιτηρούσαν από μακριά. Είμαι σίγουρος ότι ενημέρωναν τους Πέρσες για τις κινήσεις μας».

 «Μέχρι τώρα, Εύελπι, είχαμε να κάνουμε με χώρες και πληθυσμούς που οι Πέρσες είχαν υποτάξει.  Έστω κι αν μερικούς απ’ αυτούς τους έχουν ενσωματώσει, άλλους περισσότερο και άλλους λιγότερο, υπάρχουν πάντα εκείνοι που δυσανασχετούν κάτω από τον περσικό ζυγό. Λάβε υπ’ όψιν σου ότι για  αυτούς εμείς δεν είμαστε περισσότερο ξένοι απ’ ό, τι οι Πέρσες. Έτσι λοιπόν, πολλοί ως τα τώρα προτίμησαν να μας δουν ως ελευθερωτές.

Τώρα πάντως εισερχόμαστε στην Περσία καθαυτή. Από δω και πέρα τα πράγματα θα αλλάξουν, οι αντιστάσεις θα ενταθούν, θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε τον εθνικό πυρήνα της αυτοκρατορίας τους».

«Νομίζω ότι ο Αλέξανδρος έχει την ίδια άποψη. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η πολιτική του ήδη άλλαξε. Φαίνεται ότι περνάμε σε μια φάση εκφοβισμού και επίδειξης δύναμης».

Ο Εύελπις πήρε μια βαθειά ανάσα. «Βέβαια, δεν είμαι ακόμη σίγουρος τι ρόλο μπορεί να έχουν παίξει σε αυτή την αλλαγή οι ¨άλλοι¨…»

 5790776758_9043980a36_z

Το σκοτάδι μιας νύχτας που δεν έμοιαζε σε τίποτα με χειμωνιάτικη είχε απλωθεί ανάλαφρο πάνω απ’ τον κήπο. Το φως των πυρσών τρεμόπαιζε. Ο Εύελπις συνέχισε.

«Αλλά άκουσε τι συνέβη στην Περσίδα Πύλη.

Πρόκειται για μια στενή διάβαση, όπου συναντήσαμε απρόβλεπτη, έντονη αντίσταση και είχαμε πολλούς νεκρούς και πληγωμένους.

Κατ’ αρχήν είχαν κλείσει το τέλος του περάσματος με τείχος. Όταν η εμπροσθοφυλακή έφτασε εκεί αποκλείστηκε, ενώ οι Πέρσες άρχισαν να πετούν από τα γύρω υψώματα ακόντια, βέλη και βράχους. Αναγκαστήκαμε να υποχωρήσουμε εσπευσμένα.  Ο απεγκλωβισμός υπήρξε δύσκολος και βαρύς σε απώλειες.

Ο Αλέξανδρος, ο Κρατερός, ο Φιλώτας, ο Αμύντας και άλλοι εταίροι ήταν μαζεμένοι στη βασιλική σκηνή για να εξετάσουν ποιες εναλλακτικές λύσεις ήταν εφικτές, όταν ζήτησε ακρόαση ο βοσκός που σου έλεγα προηγουμένως. Τον ανέκρινα εγώ ο ίδιος. Ισχυριζόταν ότι γνώριζε ένα μονοπάτι που παρέκαμπτε την τειχισμένη Πύλη και οδηγούσε στο πίσω μέρος του στρατοπέδου των Περσών.

Όπως είναι φυσικό φοβήθηκα παγίδα. Τον ρώτησα που έμαθε ελληνικά και μου είπε ότι καταγόταν από τη μικρασιατική περιοχή της Λυκίας, όπου ακόμη και όταν ήταν υπό περσική κατοχή, η πιο διαδεδομένη γλώσσα ήταν τα ελληνικά. Υποστήριξε ότι επειδή, χρόνια πριν, είχε κάποια προβλήματα με τις τοπικές αρχές, είχε περιπλανηθεί  στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας και είχε καταλήξει κτηνοτρόφος στα βουνά του Ζάγκρου».

Ο Καλλισθένης του ρίχνει μια διερευνητική ματιά «Σε έπεισε;»

«Όχι. Υπήρχε βέβαια μια μικρή πιθανότητα να είναι αυτό που ισχυριζόταν, δηλαδή ένας φιλάργυρος ριψοκίνδυνος βοσκός με γνώσεις ελληνικής, αλλά κάτι μέσα μου έλεγε ότι είναι βαλτός.

Μόνο που δεν μπορούσα να καταλήξω από ποιόν.

Αν τον είχαν βάλει οι νομιμόφρονες Πέρσες που ήθελαν να μας παρασύρουν σε μία ακόμη ενέδρα, θα έπρεπε να καταλήξει στον πυθμένα του πλησιέστερου γκρεμού. 

Αλλά θα μπορούσε να δρα για λογαριασμό κάποιας από τις φατρίες που εχθρεύονται τον τωρινό Πέρση βασιλιά και που θεωρούν ότι μια ακόμη ήττα των στρατευμάτων του θα επέσπευδε την ανατροπή του…

 Ή ακόμη να είναι σταλμένος από κάποιον αντιπέρση τοπικό ηγεμόνα που θα ήθελε να μας βοηθήσει χωρίς να εκτεθεί ακόμη προσωπικά…»

«Τι ανταλλάγματα ζήτησε;»

«Τριάντα τάλαντα. Αργυρά».

« Όχι λίγα. Λοιπόν;»

«Επειδή, παρά τους ενδοιασμούς μου, ο Λύκιος δεν μου φάνηκε τελικά ένας τύπος που θα αυτοκτονούσε υπέρ οποιουδήποτε ιδανικού, ενημέρωσα τους εταίρους για την προσφορά του, αλλά και για τις ανησυχίες μου. Αποφάσισαν  να το διακινδυνέψουν και τελικά έπραξαν σωστά».

Ο Εύελπις σηκώνεται όρθιος προκειμένου να γίνει πιο παραστατική η αφήγησή του: «¨Αν ψεύδεσαι θα πεθάνεις και μάλιστα με τον πιο επώδυνο τρόπο. Αν λες αλήθεια θα ανταμειφτείς¨,  του είπε ο Κρατερός και ανέθεσε τη φρούρησή του σε έναν τεράστιο αγριωπό Μακεδόνα.

Ο Αλέξανδρος χώρισε και πάλι το στράτευμα.

Ένα τμήμα υπό τον Κρατερό θα παρέμενε στο στρατόπεδο έως την επομένη το πρωί, οπότε και θα επιτιθόταν και πάλι στο τείχος της Περσίδας.

Ένα άλλο τμήμα υπό τον Φιλώτα και με τους μηχανικούς μαζί, ξεκίνησε αμέσως κατηφορίζοντας προς την πεδιάδα με εντολή να γεφυρώσει τον ποταμό Αράξη, το τελευταίο φυσικό κώλυμα πριν την Περσέπολη, και να περιμένει εκεί.

Ο ίδιος ο Αλέξανδρος, με το που νύχτωσε, ξεκίνησε ακολουθώντας την στενή, δυσδιάκριτη, επικίνδυνη διαδρομή που υποδείκνυε ο Λύκιος. 

Το μονοπάτι πότε χωνόταν στο δάσος και πότε κρεμόταν στην παρειά του βουνού και οι ιππείς έβρισκαν  με δυσκολία ασφαλή πατήματα. Τους ακολούθησα ενταγμένος στην οπισθοφυλακή. Μετά από, ευτυχώς, όχι ιδιαίτερα μακρά πορεία, ανασυνταχτήκαμε σιωπηλά σε ένα πλάτωμα λίγο πάνω από περσικό στρατόπεδο.

Οι Πέρσες που φύλαγαν με τόση επιμέλεια και τόσο πάθος την Περσίδα Πύλη, δεν είχαν δείξει την ίδια πρόνοια για το στρατόπεδό τους. Προφανώς δεν περίμεναν αυτό που τελικά συνέβη. 

Οι φρουρές τους εξουδετερώθηκαν εύκολα και ο αιφνιδιασμός πέτυχε απόλυτα. Όσοι κατάφεραν να οπλιστούν πολέμησαν με γενναιότητα, αλλά ειλικρινά δεν είχαν καμία πιθανότητα να καταφέρουν να μας αποκρούσουν. Τελικά οι απώλειές τους ήταν ολικές. Ελάχιστοι κατάφεραν να γλιτώσουν και μέσω της δασωμένης πλευράς του βουνού να κατηφορίσουν στην κοιλάδα για να μεταφέρουν τα νέα στην Περσέπολη. Οι δικές μας απώλειες -αν εξαιρέσεις τους πολεμιστές που χάσαμε κατά την αρχική επίθεση στην Πύλη- ήταν μικρές.

Το ξημέρωμα ο Κρατερός επιτέθηκε στο τειχισμένο πέρασμα και εξουδετέρωσε εύκολα τη φρουρά που μάταια περίμενε ενισχύσεις από το στρατόπεδο.

Ο Καλλισθένης μένει για λίγο σιωπηλός. Μετά παρατηρεί: «Μια νίκη που μοιάζει με την ήττα που υπέστησαν οι Έλληνες στις Θερμοπύλες.

Να που η Ιστορία μπορεί να αναστραφεί. Εμείς στα βάθη της Ασίας νικητές, οι Πέρσες να πολεμούν με ανδρεία για την πατρίδα τους και να προδίδονται από έναν ακόμη Εφιάλτη». Ο Ολύνθιος παίρνει μια βαθειά ανάσα: «Εφιάλτες, αυτό το χρήσιμο για τους νικητές, είδος ερπετών!»

«Με αυτήν ακριβώς την αναφορά στις Θερμοπύλες κατέγραψε ο Ευμένης τα γεγονότα στο Ημερολόγιο της Εκστρατείας. Θεία Δίκη, Ανθρώπινη Δικαιοσύνη, Νέμεσις...

 Ήταν πάντως μια πραγματικά μεγάλη νίκη. Χάρη σ’ αυτήν εξασφαλίσαμε την παράδοση της Περσέπολης».

IST11

Ο Καλλισθένης σηκώνεται κι αυτός «Ας πιούμε». Δείχνει στον Εύελπι το ακόμη γεμάτο ποτήρι του. «Πιες άφοβα. Είναι τοπικό κρασί ήδη αραιωμένο». Ξαναγεμίζει το δικό του και το υψώνει προκειμένου να κάνει πρόποση: «Στην επάνοδο των  Θεών του ορθού λόγου!»

Ο Εύελπις ανταποκρίνεται: «Στις νίκες των ενωμένων ελλήνων!»

Χαμογελούν και οι δύο και πίνουν.

 images (77)

[1]  «Θύραζε Κήρες, ουκ έτ’ Ανθεστήρια»

[2] Σκύφοι: Κωνικά επιτραπέζια ποτήρια

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Μυθιστόρημα (υπό εκπόνηση) Μέρος Α, Κεφάλαιο 1

Posted by vnottas στο 17 Φεβρουαρίου, 2015

043fe-image010

Διευκρίνιση: Μετά την εισαγωγή (που ήδη ανάρτησα εδώ  κι εδώ) ιδού το πρώτο κεφάλαιο του πρώτου μέρους του υπό εκπόνηση μυθιστορήματος. Εδώ ο Εύελπις εξακολουθεί να είναι ο αφηγητής, όχι όμως πια ως ο συγγραφέας των υποτιθέμενων ανευρεθέντων αρχαίων κειμένων (όπως στην εισαγωγή), αλλά καθώς διηγείται σε πρώτο πρόσωπο τη δική του εκδοχή των όσων καθημερινά του συμβαίνουν. Επομένως το αφηγηματικό του ύφος παύει να μοιάζει με εκείνο των (μεταφρασμένων) αρχαίων ιστορικών και γίνεται περισσότερο βιωματικό. Από εδώ κι εμπρός και έως ότου ξαναχρειαστούμε την ευρυγώνιο και αποστασιοποιημένη προοπτική ενός ¨ιστορικού¨ ο Εύελπις θα μας τα λέει σε πρώτο πρόσωπο είτε γιατί θα κρατάει σημειώσεις προκειμένου να συγγράψει κάποτε το έργο που αναφέρουμε παραπάνω είτε επειδή απλώς έτσι θέλει (δηλαδή επειδή εγώ αποφάσισα να τον κάνω ήρωα -αφηγητή σε ορισμένα κεφάλαια της παρούσας μυθιστορίας).

Στο πρώτο κεφάλαιο τον βρίσκουμε στα Σούσα, την παλιά πρωτεύουσα του βασιλείου του Ελάμ, ήδη παραδομένη αμαχητί στην προελαύνουσα ελληνική στρατιά, και τώρα κέντρο συντονισμού και  ανεφοδιασμού των διεξαγόμενων επιχειρήσεων.

Συναντάμε τον Εύελπι την επόμενη μέρα της επιστροφής του στα Σούσα από την πρόσφατα κατακτημένη Περσέπολη (όπου επί του παρόντος βρίσκεται το κύριο μέρος της στρατιάς και ο βασιλιάς). Ο Μεγαρέας είναι ένας από τους επικεφαλής της ομάδας των στρατιωτικών και των λογίων που συνόδευσαν πίσω στα Σούσα ένα μεγάλο τμήμα του θησαυρού που ανευρέθηκε στην κυρίως περσική πρωτεύουσα, και που ο Αλέξανδρος αποφάσισε ότι πρέπει να μεταφερθεί, να εκτιμηθεί και αποθηκευτεί στα μετόπισθεν.

griffin-7

Μέρος Α΄: Τρίτο δεκαήμερο του Ανθεστηριώνα[1], ημέρα Τρίτη από το τέλος του Μήνα

GreekStudy

Κεφάλαιο πρώτο:  Σούσα [2]. Εύελπις

 Ξυπνάω με το κεφάλι βαρύ και το αίμα να κτυπάει παλμικά στους κροτάφους μου δημιουργώντας επίμονο διακεκομμένο πόνο. Σκιώδεις μορφές από πρόσφατο όνειρο τριγυρίζουν ακόμη στο μυαλό μου, αλλά δε μπορώ να τις εξιχνιάσω.

Ανασηκώνομαι στο παράξενα στολισμένο ανάκλιντρο στηρίζοντας το χέρι μου στην χαίτη ενός διακοσμητικού μπρούτζινου τέρατος, που δεν είναι σαφές αν προορίζεται για να διώχνει τα τρομαχτικά όνειρα ή για να τα δημιουργεί.

Για μια στιγμή δεν αναγνωρίζω την ψηλοτάβανη ψυχρή αίθουσα όπου βρίσκομαι. Σιγά σιγά όμως,  ο Μορφέας μου επιστρέφει τις χθεσινές μνήμες, τουλάχιστον τις βασικές.

Λέω να φωνάξω τον Οινοκράτη να δώσει ένα χέρι και να ετοιμάσει έναν από τους θαυματουργούς ζωμούς, για τους οποίους έχει ήδη κάνει όνομα ανάμεσα στους φίλους και τους συνδαιτυμόνες, αλλά η φωνή μου δεν ανταποκρίνεται επαρκώς. Βγαίνει κάτι σα γρύλισμα. Αρχίζω να βήχω δυνατά ελπίζοντας να καθαρίσω τον κολλημένο μου λαιμό, ενώ ταυτόχρονα κατεβαίνω προσεκτικά από το ανυψωμένο ανάκλιντρο και αρχίζω να αναζητώ τα σανδάλια μου.

 «Εδώ, εδώ είναι κύριε…» Ο Οινοκράτης μπαίνει φουριόζος κι εγώ δε ξέρω από που, κραδαίνοντας τα σανδάλια με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο μεταφέρει μια κανάτα νερό κι ένα λευκό προσόψιο. Ακουμπάει την κανάτα και το προσόψιο σ’ ένα είδος λουτήρα εκεί παραδίπλα, και με το απελευθερωμένο του χέρι μού δείχνει κάτι παράξενες φουντωτές θήκες ακουμπισμένες στο πλακοστρωμένο δάπεδο.

  «Φόρεσέ τα αφέντη. Είναι υποδήματα άνετα, χωρίς λουριά και κορδόνια, που οι ντόπιοι τα χρησιμοποιούν μέσα στο σπίτι… Α, τι; Επιμένεις για τα σαντάλια; Εντάξει. Στα έχω έτοιμα και περιποιημένα. Κάθισε να σου τα δέσω.

 «Πονάει το κεφάλι μου Κράτη. Γι αυτό δώσε μου τα σανδάλια και πήγαινε να ετοιμάσεις ένα από τα βοτανομείγματά σου. Ξέρεις εσύ».

«Εγώ ξέρω, εγώ ξέρω», διαπιστώνει υπερήφανα ο υπηρέτης μου, ο οποίος έχει άποψη για όλα, γι αυτό και προσθέτει: «Μεταξύ μας αφεντικό, εάν οι Μακεδόνες ήξεραν να πίνουν όπως ξέρουν να πολεμάνε…»

Του ρίχνω μια απεγνωσμένη ματιά, αλλά το παίρνει στραβά. «Καλά, καλά, φεύγω, μην θυμώνεις και είναι ακόμη πρωί… Πρωί; όχι λάθος: μέρα μεσημέρι, …σχεδόν απόγευμα».

Έχει δίκιο. Από τα μακρόστενα κάθετα ανοίγματα στην άλλη άκρη της αίθουσας, φως ώριμου ασιατικού ήλιου μπαίνει λοξά και χαράζει τις έγχρωμες πλάκες του πατώματος.

Τον αποπαίρνω γιατί αλλιώς δε θα σταματούσε να μιλάει, κι αυτό είναι κάτι που ακόμη κι αν δεν έχεις πονοκέφαλο σου τον φέρνει, αλλά καθώς τον παρακολουθώ να αποσύρεται μουρμουρίζοντας, καταλήγω πως μάλλον τα λέει σωστά.  Οι Μακεδόνες λατρεύουν τον Διόνυσο με τρόπο συχνά καταχρηστικό. Οπότε, χάνουν τον έλεγχο και διακινδυνεύουν την επιδιωκόμενη ευφορία. Να πίνεις μαζί τους δεν είναι πάντα συνετό.

fresko_symposium

Αλλά, σκέφτομαι καθώς πλένω το πρόσωπό μου και το τρίβω με το λευκό ύφασμα, ας είμαι δίκαιος, μετά την ένταση, την προσπάθεια, το άγχος των ανηλεών συνεχών μαχών, υπάρχει καλλίτερος, ιαματικότερος συμπαραστάτης από τον αμπελοστεφανωμένο γιό της Σεμέλης;

Όχι, δεν υπάρχει, αποφαίνομαι.

Εξ άλλου, το βαρύ μου κεφάλι και ο μακρύς ληθαργώδης ύπνος δεν οφείλεται μόνο στην πλεοναστική χθεσινοβραδινή οινοποσία. Πρόκειται μάλλον για σωρευμένη κούραση.

Αλλά να που ο Οινοκράτης επανέρχεται εξ ίσου φουριόζος με πριν. Αυτή τη φορά κρατάει κάλυκα που αχνίζει, ενώ πίσω του σέρνει μια αλλόκοτη κατασκευή, κάτι σαν μικρό τροχοφόρο τραπέζι σκεπασμένο με αραχνοΰφαντο πανί.

«Εδώ το ίαμα του Οινοκράτη» διακηρύσσει. «Άμποτε να το είχαν όλοι οι πότες και όχι μόνον όσοι διαθέτουν Οινοκράτη διαθέσιμο και ευδιάθετο».

«Οινοκράτη κάνε κράτει και πάψε να αυτοδοξάζεσαι. Τουλάχιστον μέχρι να μου περάσει ο πονοκέφαλος».

«Αυτός; Να ’ταν κι άλλος!», λέει δίνοντάς μου τον κάλυκα. «Πιες εδώ δα και πάει έφυγε, …και μετά…»

Ο εξυπηρετικός υπηρέτης μου, με μια κίνηση αντάξια της καλλίτερης αθηναϊκής θεατρικής τεχνικής, τραβάει από το καρότσι το αραχνοΰφαντο πανί που προφανώς έχει εντομοαπωθητικό προορισμό και αποκαλύπτει κεραμικό δίσκο με διάφορα εδέσματα, άλλα αναγνωρίσιμα και άλλα όχι.

«Που τα βρήκες όλα αυτά;», απορώ.

«Ο κύριος ξεχνάει ότι ο εδώ παρών πιστός υπηρέτης του έχει διατελέσει στρατιώτης σιτιστής. Και τι κάνει ένας σιτιστής μόλις εγκαθίσταται σε νέο, μη γνώριμο τόπο;

Διερευνά εάν υπάρχει επάρκεια από τα απαραίτητα προς βρώσιν και προς πόσιν. Ήδη από χθες που η επιμελητεία παραχώρησε στην ομάδα των λογίων αυτό το συγκρότημα και σε εμάς αυτό το κτίριο φρόντισα να ανακαλύψω το κελάρι, το περιεχόμενό του και την εστία παρασκευής εδεσμάτων».

arhaia-ellada-diatrofi

Πράγματι, αν και ο λάλος Οινοκράτης δεν έδωσε ποτέ επαρκείς -ή τουλάχιστον συνεπείς μεταξύ τους- πληροφορίες για την πρότερη ζωή του, είναι γεγονός ότι ο Ευρύνους, ο πατέρας μου, τον αγόρασε ως τέως στρατιώτη που είχε αιχμαλωτιστεί στην Σικελία και μεταφερθεί προς πώλησιν στον Πειραιά. Το ότι έχει διατελέσει σιτιστής είναι κάτι που ακούω για πρώτη φορά. Πάντως, είναι γεγονός ότι μιλάει καλά -εκτός από πολύ- τα ελληνικά, αν και η προφορά του είναι κάπως περίεργη και του ξεφεύγουν που και που κάποιες παράξενες, δυσνόητες λέξεις.

Κατά τα άλλα είναι βραχύσωμος, μελαχρινός, αεικίνητος, και η πιθανή ηλικία του κυμαίνεται περί τα σαράντα έτη.

Όσο για το όνομά του, κάποτε, στην αρχή, είχε αναφέρει κάποια δυσπρόφερτη λέξη, αλλά σύντομα ακόμη και ο ίδιος έπαψε να τη χρησιμοποιεί. 

Προτιμάει το Οινοκράτης, το όνομα που του έχει δώσει ο Ευρύνους, είτε γιατί είχε κάποτε διαπιστώσει την αντοχή του υπηρέτη στο κρασί είτε γιατί είχε εκτιμήσει τα ενάντια στη μέθη ιαματικά ροφήματά του.

Καταπίνω το γιατροσόφι. Έχει στυφή γεύση, αλλά άρωμα μάλλον ευχάριστο.

Αρχίζω να αισθάνομαι κάπως καλλίτερα.

451

Καθώς η θολούρα υποχωρεί, οι χθεσινές μνήμες επιστρέφουν διαυγέστερες. Το συμπόσιο ήταν η κατακλείδα της γιορτής που οργάνωσε η μακεδονική φρουρά της πόλης για να μας υποδεχτεί. Δηλαδή, για να είμαι ακριβέστερος, η αιτία της διάχυτης χαράς  δεν ήταν κυρίως η επιστροφή ενός στρατιωτικού αγήματος που είχε συμμετάσχει στην τελευταία νικηφόρα εξόρμηση, ούτε βέβαια η δική μου, αλλά η άφιξη του τεράστιου καραβανιού που συνοδεύαμε και του κυριολεκτικά ανεκτίμητου φορτίου του.

Έστω κι αν ο Αλέξανδρος είναι ακόμη εκεί, στην κυριευμένη Περσέπολη, και κατά τα φαινόμενα θα παραμείνει εκεί έως ότου πάρει  οριστικές αποφάσεις για την συνέχιση της εκστρατείας, θέλησε να στείλει πίσω στα Σούσα ένα μεγάλο τμήμα του θησαυρού που βρήκε στα ανάκτορα.

Ένας ακόμη θησαυρός, μετά από εκείνον που βρέθηκε στη Βαβυλώνα και εκείνον που ο παλιός βασιλιάς Ξέρξης είχε σωρεύσει εδώ, στα Σούσα. Κανένας από αυτούς τους θησαυρούς δεν έχει ακόμη εξεταστεί και αποτιμηθεί πλήρως.

Πρέπει να πω ότι η απόφασή του αυτή με εξέπληξε, διότι ναι μεν τα Σούσα είναι αυτή τη στιγμή το κέντρο υποστήριξης των πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά προσωπικά εκτιμώ ότι αυτόν το ρόλο θα τον αναλάβει σύντομα η μόλις κατακτημένη Περσέπολη, ή, το θεωρώ κι αυτό εξ ίσου πιθανό, η περιβόητη, πολύκοσμη, σαγηνευτική Βαβυλώνα, η οποία  πρώτη παραδόθηκε αμαχητί στα ελληνικά στρατεύματα.

 images (40)

Η μακρά ακολουθία από άμαξες, φορτωμένους όνους, ημίονους και αυτά τα αστεία αλλά ανθεκτικά ζώα που μοιάζουν με τις καμήλες της Αιγύπτου και της Αραβίας, αλλά έχουν δύο καμπούρες και φορτώνονται ευκολότερα, -ό, τι ζώο είχαμε μπορέσει να βρούμε και να επιτάξουμε- είχε μπει θριαμβευτικά στην πόλη των Σούσων χτες, νωρίς το πρωί.

Το προηγούμενο βράδυ, το καραβάνι, το ισχυρό στρατιωτικό σώμα που το συνόδευε και οι λόγιοι που συμμετείχαμε στην αποστολή με συγκεκριμένες αρμοδιότητες -ο υποφαινόμενος ανήκει σε αυτήν την ομάδα- είχαμε ήδη φτάσει στα περίχωρα. Προτιμήσαμε όμως να διανυκτερεύσουμε εκεί, διότι κρίναμε ότι η είσοδος στην πόλη θα έπρεπε να γίνει με το φως της ημέρας. Είχαμε μια καλή ευκαιρία να εντυπωσιάσουμε τον ντόπιο πληθυσμό και να του δώσουμε ακόμη μια χειροπιαστή απόδειξη ότι οι καιροί έχουν αλλάξει, έστω και αν ο φυγάς Δαρείος προσπαθεί ακόμη να οργανώσει κάποια αντίσταση.

Έδωσα εντολή να καλύψουν τα ως τότε παραλλαγμένα, σκονισμένα φορτία με πολύτιμα υφάσματα και να αφήσουν επίσης ακάλυπτα μικρά τμήματα των σάκων με τα πολυτελή αντικείμενα. Ήθελα να εξάψω την φαντασία των Σουσιωτών χωρίς να δώσω ακριβέστερες πληροφορίες σχετικά με το ύψος των λαφύρων. Άλλωστε ούτε και εμείς δεν τα είχαμε ακόμη αποτιμήσει με ακρίβεια και αυτό ήταν ένα από τα αμέσως προσεχή καθήκοντά μας. Ο πραγματικός θρίαμβος θα τελούταν όταν θα επέστρεφε ο νικητής Αλέξανδρος, η δική μας είσοδος στα Σούσα ήταν μια χρήσιμη υπαινικτική προαναγγελία.

 

Αυτά σκέφτομαι, καθώς τσιμπολογώ τα εδέσματα που βάζουν σε δοκιμασία τη γεύση μου. Αν είναι αλήθεια ότι η απόσταση από την Ελλάδα έως την Ινδία μπορεί να υπολογιστεί από την ένταση των χρησιμοποιούμενων καρυκευμάτων, τότε η χώρα του Ινδού ποταμού πρέπει να μην απέχει πολύ.

Ο Οινοκράτης επανεμφανίζεται, με παρατηρεί μάλλον ικανοποιημένος να καταναλώνω τα εδέσματα που μου ετοίμασε, και φυσικά παρεμβαίνει:

«Νομίζω ότι πρέπει να σου υπενθυμίσω ότι πριν δύσει ο ήλιος έχεις να συναντήσεις τον Καλλισθένη τον Ολύνθιο».

«Αυτό δε λησμονιέται Κράτη. Το θυμάμαι. Πού τακτοποίησες τα ¨εγγεγραμμένα¨;»

«Μαζί με τη γραφική ύλη, τους κυλίνδρους και τα βιβλία, σε εκείνον τον μεγάλο φωριαμό στο βάθος».

«Και από γραφείο;»

«Βρήκα κάτι που του μοιάζει στην διπλανή αίθουσα. Νομίζω ότι θα σε βολέψει».

 grafi iii

 

Πριν συναντήσω τον Καλλισθένη πρέπει να τακτοποιήσω τις σημειώσεις μου. Ευτυχώς η επιμελητεία έχει ανακατανείμει περισσότερο ορθολογικά τους διαθέσιμους χώρους κι έτσι, επιστρέφοντας, βρήκαμε αυτό το  νέο κατάλυμα στο ψηλοτάβανη αστική οικία ενός  φυγά γαιοκτήμονα.

Εδώ αρκεί να ψάξεις, και βρίσκεις. Και ο Οινοκράτης είναι καλός στο ψάξιμο. Η τράπεζα που ανακάλυψε είναι αρκετά μεγάλη ώστε να μπορώ να ανοίξω πάνω της τους κυλίνδρους χωρίς να τους προκαλέσω ζημιές, ενώ ο ήλιος –που στα μέρη μου αυτή την εποχή θα ήταν χειμωνιάτικος-  καταφέρνει και τρυπώνει ως εδώ εξασφαλίζοντας ικανοποιητικό φως.

Η αλήθεια είναι ότι συνάντησα για λίγο τον Καλλισθένη χτες το πρωί, αμέσως μετά την άφιξή του καραβανιού και του παρέδωσα το γραπτό μήνυμα του Αλέξανδρου. Όσο όμως αφορά σε μια λεπτομερέστερη αναφορά, ο ίδιος ο Ολύνθιος, αφού πρώτα έριξε μια ματιά στην επιστολή, με συμβούλεψε να τελειώσω πρώτα τις διαδικασίες παράδοσης του θησαυρού. Έπρεπε να δώσω τις κατάλληλες εντολές σε απολύτως έμπιστα άτομα, ώστε η καταγραφή να γίνει με άκρα επιμέλεια και προσοχή. Μετά θα τα λέγαμε με άνεση. Ορίσαμε τη συνάντηση για σήμερα, κατά τη δύση του ήλιου.

Ο Καλλισθένης, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν ήταν παρών στο χθεσινοβραδινό συμπόσιο. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι όποιος μελετά και γνωρίζει τις σχέσεις και τις επικοινωνίες ανάμεσα στους ανθρώπους, αποφεύγει εκείνες που δεν θεωρεί επαρκώς δικαιολογημένες. Δε ξέρω αν αυτή του η άποψη είναι πιο κοντά στους νεωτεριστές σκεπτικιστές, η σε εκείνη τη γραφική ομάδα των νέων φιλοσόφων που αυτοαποκαλούνται κυνικοί. Θα τον ρωτήσω.

images (41)

Ελέγχω και στοιβάζω τις αποδείξεις παραλαβής, μετά επιθεωρώ τις πρόχειρες ημερολογιακές μου σημειώσεις του τελευταίου μήνα, βάζω μαζί και ένα αντίγραφο των καταγραφών των τελευταίων γεγονότων όπως συντάχθηκαν στην Περσέπολη υπό την επίβλεψη του φίλου Ευμένη του γιού του Ιερώνυμου, λίγο πριν από την αναχώρησή μου. Είμαι σχεδόν έτοιμος για τη συνάντηση με τον Καλλισθένη.

 

Στο μυαλό μου χωρίς φανερή αιτιολόγηση και συνειρμό σχηματίζεται μια εικόνα από το όνειρο του ταλαιπωρημένου μου ύπνου.

Μία γυναίκα με σαγηνευτικά χαρακτηριστικά: η Θαΐδα.

Μου χαμογελάει αινιγματικά κι εξαφανίζεται πάλι.


Καθώς τοποθετώ με προσοχή το υλικό σε μια φαρδιά δερμάτινη πήρα[3], επιστρέφει στη σκέψη μου η έμμονη ιδέα των τελευταίων ημερών: ότι είναι ίσως καιρός να επιχειρήσω μια προσωπική, δική μου καταγραφή όλων αυτών που συμβαίνουν. Νομίζω ότι ο Αριστοτέλης θα ενέκρινε κάτι τέτοιο.

 image001

(συνεχίζεται – Μέρος Α΄ Κεφάλαιο δεύτερο. Καλλισθένης ο Ολύνθιος)

[1] Ανθεστηριώνας Ο μήνας του αττικού ημερολογίου (του επικρατέστερου στις ιστορικές αναφορές αυτής της περιόδου) που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα περίπου μεταξύ 16 Φεβρουαρίου–15 Μαρτίου ή σύμφωνα με άλλους μεταξύ  23 Ιανουαρίου και 20 Φεβρουαρίου. Οι μήνες των αρχαίων διαιρούνταν σε τρία δεκαήμερα (εκ των οποίων το τρίτο είχε δέκα ή εννιά μέρες). Η αρίθμηση –μόνο για το τρίτο δεκαήμερο- γινόταν συχνά ανάποδα. Π.χ. μία, ή δύο, ή τρεις κ.ο.κ. μέρες από το τέλος του μήνα.

[2] Σούσα: Παλαιά πρωτεύουσα του μεσοποτάμιου Βασίλειου του Ελάμ, το οποίο πριν την κατάκτηση από τον Αλέξανδρο ήταν υποταγμένο στους Πέρσες. Η λέξη σημαίνει ¨Η πόλη των κρίνων¨.

[3] Πήρα: σάκος σακίδιο, τσάντα

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »