Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Ζέστη στην Πόλη…

 Ζέστη στην Πόλη.

Ο αέρας πηχτός. Τα χρώματα αλλοιωμένα. Αναθυμιάσεις.

Οι που μπορούν, φεύγουν.

Οι που δε μπορούν ακόμη, περιμένουν κι ονειρεύονται.

Οι που δε μπορούν καθόλου, ψάχνουν παρηγοριά και δροσιά στις σκιές που αυτοσχεδιάζουν χλωμά δεντράκια και αστικά ντουβάρια..

Η Πόλη θα ’θελε να σταματήσει. Να ξαποστάσει. Να  ανασάνει.

Αλλά η Πόλη είναι Πόλη. Μια μεγάλη μηχανή με το ψυκτικό σύστημα χαλασμένο. Ταγμένη στην κίνηση.

Αν σταματήσει πέφτει. 

Η άσφαλτος ζέει.

Η Πόλη κουφοβράζει κι αχνίζει.

Οι άνθρωποι ρέουν, ιδρώνουν, λιώνουν, καταλύονται. Και κινούνται.

Οι πεζοί στο πεζοδρόμιο με τη λιγότερη αντηλιά.

Οι εποχούμενοι καταμεσής στο δρόμο.

Άλογα με θαυμαστά συμπιεσμένη ιπποδύναμη και άλογα φορολογήσιμα στριμώχνονται το ’να πίσω απ’ τ’ άλλο στην πίστα της Τσιμισκή.

Ανάμεσά τους, περήφανα σωματώδη φορτηγά και παχύσαρκα κοινωφελή λεωφορεία αδυνατούν να επιβληθούν με τον όγκο τους, όπως θα ήθελαν, και ασθμαίνουν κι αυτά.

Επιβλητικές και επιβλαβείς κούρσες συμφορίζονται και απλώνουν ρίζες στην άσφαλτο.

Πολυμορφικά προσδοκούν μάταια τη μεταμόρφωση.

Τετρακίνητα προορισμένα για την εξοχή ασκούνται στο ξεπέρασμα αστικών οπών και πεζοδρομιακών προεξοχών αμολώντας πλήθη δαιμονικών διοξειδίων και τριοξυδίων.

Φαλακρά καμπριολέ και υπερπιεσμένα Τζι Τι ζορίζονται στην ουρά και αναπηδούν χλιμιντρίζοντας. 

Και ανάμεσά τους, κόντρα στον ακίνητο αέρα, με ορμή, με φόρα, με έμφαση, με ένσταση, κινούνται τα δίτροχα. Μηχανάκια, σκούτερ, βέσπες, μοτοσικλέτες, που και που κανα ηρωικό ποδήλατο, μέχρι εκείνες τις τεράστιες αμερικάνικες κινούμενες πολυθρόνες με τις εκατέρωθεν ντουλάπες…

Ξέσκεπα, ελίσσονται περιπαικτικά πλάι στους τετράτροχους που βράζουν στο ζουμί τους.

Αγνοώντας την ¨κίνηση¨, τη συμφόρηση, τα εμφράγματα και τα φράγματα.

Προκαλώντας τον άνεμο. Άμα δε κινείται εκείνος κινούνται αυτά και το αποτέλεσμα είναι παραπλήσιο.

Η φυλή των μηχανοκινούμενων ιππέων επί δύο (τροχών), έτσι καθώς μετακινείται στο θρίαμβο της ζεστής μέρας,  αξίζει να προσεχτεί γιατί και ενδιαφέρον έχει και ποικιλία διαθέτει.   

Αρχίζοντας, ας πούμε,  από τους παραδοσιακούς Κένταυρους, που είναι λίγοι, αλλά είναι εύκολο να τους ξεχωρίσεις γιατί γι αυτούς το δίτροχο δεν  είναι μόνον εργαλείο, παρά και έναυσμα ευτυχίας. Και αυτό διακρίνεται αβίαστα στα καλογυαλισμένα μέταλλα, στα περιώνυμα αξεσουάρ, και γενικότερα στη φροντίδα και την προσοχή που του αφιερώνουν.

Ή, στην άλλη άκρη, τους περίφημους Καμικάζι, τους πιο μικρούς φορτηγατζήδες της πιάτσας, με το μπαουλάκι της ουράς φορτωμένο με πίτσες, με άνθη, με φιάλες υγραερίου, ή ό,τι άλλο, οι οποίοι χαίρουν μιας ιδιότυπης κυκλοφοριακής ασυλίας. 

Προσπαθούσα κάποτε να εξηγήσω σε έναν ξένο φίλο ότι οι Καμικάζι «δικαιούνται» να περνάνε με κόκκινο, γιατί είναι παιδιά που δουλεύουν σκληρά και με το κομμάτι, και αυτός δεν ήθελε να καταλάβει και, φυσικά, είχε δίκιο. 

Και ανάμεσά τους, οι έφηβοι, οι φοιτητές, οι αμαζόνες, οι βιοπαλαιστές, ή και εμείς οι Ηντάριδες με τα γκρίζα μαλλιά (ή χωρίς) κάτω από το κράνος, που αλληλοαναγνωριζόμαστε και αλληλοκλείνουμε το μάτι στη διασταύρωση, καθώς συναντιόμαστε με τους χαρτοφύλακες στη σχάρα, απτόητοι φίλοι της δίτροχης ανεξαρτησίας. 

Βασίλης Νόττας 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: