Βασίλης Νόττας: Το Ιστολογοφόρο

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Ο θλιβερός δημογέροντας

Posted by vnottas στο 16 Δεκεμβρίου, 2014

images (25)

 

Ο ΘΛΙΒΕΡΟΣ ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤΑΣ

 Γράφει ο Νίκος Μοσχοβάκος

Ενοχλημένος από τον ξεσηκωμό ο θλιβερός δημογέροντας της περιοχής, διακήρυσσε εμφανώς εκνευρισμένος στους εξεγερμένους ραγιάδες, ότι τα λάβαρα και τα μεγάλα λόγια των ξεβράκωτων οπλαρχηγών καθόλου δεν ταιριάζουν στην προκοπή της κοινωνικής τάξης που γενναιόδωρα υπόσχεται ο Σουλτάνος.  Άσε που οι μεγάλες δυνάμεις της γης είναι ανήσυχες με την ξεροκεφαλιά τους.

Σαν έπεσε στα χέρια του Καραϊσκάκη λίγους μήνες αργότερα, δειλός καθώς ήταν απολογήθηκε τρομαγμένος για το πόσο παρερμηνεύθηκαν τα λόγια του, δήλωσε μάλιστα φρόνημα υψηλό και πίστη στη πατρίδα. 

Ο Καραϊσκάκης αφού τούκοψε όχι μόνο το δεξί αυτί, αλλά και τ’αρχίδια τον άφησε να φύγει. 

Πού πήγε και τι απέγινε ο θλιβερός δημογέροντας δεν το μάθαμε ποτέ αφού αδιαφόρησαν οι ιστορικοί.  Μην ξεγελιέστε σήμερα από το φάντασμά του, αυτός ο ίδιος είναι.  Μόνο που δεν υπάρχει πια ο Καραϊσκάκης ανάμεσά μας.

maxes_ellinon1

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Έγχρωμο

Posted by vnottas στο 8 Δεκεμβρίου, 2014

  ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ

 του Νίκου Μοσχοβάκου

imagesZIW1Y6TJ

Γαλάζιο χορτάρι

στις όχθες του κίτρινου ποταμού

που καταλήγει στην μωβ λίμνη.

Ο κατακόκκινος ουρανός

με φλόγες σύννεφα

άρχισε να ρίχνει λασποβροχή.

Γκρίζο και μαύρο πουθενά.

Έτσι πέρασε  κι αυτή η μέρα.

Το καταπράσινο φεγγαράκι

φάνηκε στον ορίζοντα

και πλάι του η πούλια λαμπρή.

Εσύ μπροστά στον καθρέφτη σου

δοκιμάζεις το τιρκουάζ καπέλο σου

και ετοιμάζεσαι πυρετωδώς

μέσα σε τόσες αντινομίες

για το βραδινό σου ραντεβού.

 imagesCVB458F6

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »

Καταφύγιο

Posted by vnottas στο 8 Δεκεμβρίου, 2014

 Ελα και κάθισε σ΄ αυτό το ποίημα

του Ηλία Κουτσούκου

Ηλίας3

Έλα κάθισε εδώ,  σ’ αυτή την ευθεία

σ’ αυτή τη γωνία

 της γραμματοσειράς και ηρέμησε.

Άναψε ένα τσιγάρο από το πακέτο

που γράφει ‘το κάπνισμα σκοτώνει’

πάρε μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου εικόνες στη σειρά…

τα μανεκέν της Victorias secret..

τις άνεργες καθαρίστριες

τον  λαγό στιφάδο

τους λύκους στη Πίνδο

τον πατέρα σου να βγάζει τη ζώνη του

και που τώρα διαμένει

 σ ένα κουτί μπερδεμένα κόκκαλα…

Τη μητέρα σου που φορούσε

ένα γκρι ταγιέρ πηγαίνοντας Κυριακές στην εκκλησία.

 

Τράβα μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου πόσο τυχερός είσαι

που δεν είσαι Σομαλός στη Σομαλία

Σύριος στη Συρία

που πήγες για πρωτοχρονιά στο Λονδίνο

που είδες τα όνομα  σου κάτω από ένα κείμενο

σε μεγάλη εφημερίδα σ’ ένα βιβλίο.

Βγάλε τον καημό σου στο τσιγάρο

Βγάλε το σκασμό που μπορείς ν’ ακούς casta diva.

 

Μη γίνεσαι μίζερος

έλα και κάθισε μέσα σ’ αυτό το ποίημα

ήρεμος κι ας σε διαπερνάει ένας αέρας

που λίγο σ’ ανατριχιάζει

αλλά που μπορείς να πεις ‘κι αυτό θα περάσει’

μέχρι να σβήσεις το τσιγάρο σου

μέσα σ’ αυτό το ποίημα που κάθισες….

Ηλίας4

Οι ζωγραφιές είναι επίσης φτιαγμένες από τον Ήλία

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Αφήγημα υπό κατασκευή (και ένα απόσπασμα)

Posted by vnottas στο 28 Νοεμβρίου, 2014

sme0005

Όπως σημείωνα σε προγενέστερη ανάρτηση, στις αρχές του καλοκαιριού είπα να βουτήξω στα βαθειά και άγνωστα νερά της συγγραφής ενός αφηγήματος με ιστορικές αναφορές. Θα ήταν μια μυθιστορηματική εκδοχή της ιστορίας των ¨τυραννοκτόνων¨. Η αφορμή που οδήγησε σ’ αυτή την επιλογή ήταν τα αγάλματά τους (ακριβέστερα τα ρωμαϊκά αντίγραφα των δεύτερων αγαλμάτων που ανάρτησαν προς τιμήν τους οι Αθηναίοι – μια που τα πρώτα τα είχε λαφυραγωγήσει ο Ξέρξης),  τα οποία, τις μέρες εκείνες,  οι Ιταλοί είχαν περιχαρείς επιδείξει στον πρωθυπουργό, ως ¨σύμβολα της Δημοκρατίας¨ κατά τη διάρκεια σε μιας επίσκεψής του στην γειτονική χώρα.

Και αφού η αφορμή ήταν οι ανδριάντες, είπα να αρχίσω την αφήγηση κατά την περίοδο που ο Αλέξανδρος βρίσκει τα αγάλματα (τα πρώτα) ανάμεσα στα αντικείμενα που αποτελούσαν τον ¨θησαυρό του Ξέρξη¨ στα Σούσα και αποφασίζει να τα επιστρέψει στους Αθηναίους.  Στη συνέχεια θα έκανα αναδρομή (φλας μπακ) στην Αθήνα πριν τον Κλεισθένη, την εποχή των γιών του Πεισίστρατου και θα εστίαζα στα γεγονότα της τυραννοκτονίας.

Έφτιαξα λοιπόν έναν φανταστικό ήρωα (τον είπα προσωρινά Εύελπι) και του ανέθεσα να παρακολουθεί την εκστρατεία του Αλέξανδρου με την ιδιότητα του γραμματικού-λογογράφου στην υπηρεσία του ιστορικού Καλλισθένη. Ο Εύελπις θα αναλάμβανε να συνοδέψει τα αγάλματα στο Αθηναϊκό Άστυ και εκεί, έχοντας πρόσβαση και στην βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη, θα μπορούσε να διερευνήσει τι ¨πραγματικά¨ συνέβη με τους τυραννοκτόνους.

Όμως, ψάχνοντας την εποχή του Αλέξανδρου γοητεύτηκα από ορισμένα ιστορικά πρόσωπα (όχι κατ’ ανάγκην ηρωικά ή ηρωοποιημένα από την ¨επίσημη¨ ιστορία) που μου φάνηκαν πολύ ενδιαφέροντα για μια μυθιστορηματική παρουσίαση: Κυρίως ο Καλλισθένης, αλλά και ο Άρπαλος, και η Θαΐδα, ίσως ο και Ευμένης, και δε ξέρω ποιος άλλος μπορεί να προκύψει καθώς η αφήγηση συναρμολογείται και προχωράει.

Όσο αφορά ιδιαίτερα στον Καλλισθένη, μου δημιουργήθηκε  το εξής ερώτημα:  Τι θα μπορούσε να συμβεί εάν ο Ολύνθιος ιστορικός είχε προσλάβει τις εξελίξεις της εποχής του με τρόπο ανάλογο με εκείνον που σήμερα, γνωρίζοντας βέβαια τις κατοπινές εξελίξεις, θα αποκαλούσαμε πρώιμο αρχαιοελληνικό μοντερνισμό και εάν έβλεπε την εκστρατεία του Αλέξανδρου ως κάτι που να μοιάζει, ας πούμε, με την Ναπολεόντεια στρατιωτική επέκταση, ύστερα από την πρώτη μεγάλη μοντέρνα επανάσταση, τη γαλλική;

Έτσι ¨κόλλησα¨ στην εποχή της εκστρατείας, και μάλιστα σε μια μόνο χρονιά: το 330 πΧ, και μάλιστα, (ενώ έχω ήδη καταγράψει καμιά ογδονταριά σελίδες αφηγηματικό υλικό), σε γεγονότα που καλύπτουν (για την ώρα) μόνο τρεις μέρες: Τις τρεις τελευταίες μέρες του Ανθεστηριώνα μήνα (Αττικό ημερολόγιο). Βέβαια, έχω παραθέσει στην εισαγωγή και ορισμένα ¨ανευρεθέντα¨ κείμενα του Ευέλπι, που περιγράφουν τις   ευρύτερες συγκυρίες της εποχής.

Δεν έχω εγκαταλείψει την ιδέα με το ζεύγος  των τυραννοκτόνων, αλλά όπως εξελίσσεται αυτή εδώ η περιπέτεια γραφής, μέλλον θα τους περιορίσω σε ένα ένθετο παράπλευρο επεισόδιο.

Μετά από όλα αυτά, και με την παρότρυνση (και επιλογή αποσπάσματος) του φίλου Νίκου (Μοσχοβάκου) ο οποίος παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς και εξ αρχής την παρούσα (αφηγηματική) περιπέτεια, σας παραθέτω ένα μικρό δείγμα γραφής. Πρόκειται για την επιστολή της εταίρας Θαΐδας (που ακολουθεί την εκστρατεία) προς την  εταίρα Φρύνη (που βρίσκεται στην Αθήνα). Επί του παρόντος, η επιστολή είναι τοποθετημένη, ως ιντερμέτζο, ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο μέρος των ήδη γραμμένων σελίδων του αφηγήματος. Άλλες προδημοσιεύσεις (του εν συνθέσει κειμένου), προσεχώς.

image002(3360)

Ιντερμέτζο

Η επιστολή  της Θαΐδος της εξ Αθηνών προς τη Φρύνη των Αθηναίων

 Προσφιλέστατή μου Μνησαρέτη του Επικλή,

εκλεκτή ακόλουθε της Αναδυομένης Κύπριδος,

αλλά και υπό των Αθηναίων απάντων λατρευτή ως Φρύνη.

Χαίρε.

Εύχομαι να έχεις πάντα την εύνοια των Ολυμπίων, και η επιστολή μου να σε βρει γερή και ευτυχισμένη.

Δεν είχα συχνά την ευκαιρία να επικοινωνήσω μαζί σου, όχι τουλάχιστον όσο θα επιθυμούσα, και είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνεις τις αιτίες. Η παρακολούθηση μιας εκστρατείας -παραδέχομαι ότι είχες δίκιο όταν με προειδοποιούσες σχετικά πριν την αναχώρησή μου από την Αθήνα- δεν είναι μία συνηθισμένη περιπέτεια.

Πολύ περισσότερο το να ακολουθείς αυτή την συγκεκριμένη ¨ανάβαση¨, όπως την αποκαλούν πολλοί από τους πολεμιστές εδώ, η οποία επεκτάθηκε στις ηπείρους της οικουμένης και παρόλα αυτά δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Ωστόσο, παρά τις διαρκείς μετακινήσεις, όποτε μπόρεσα δεν παρέλειψα να σου αποστείλω την αγάπη και τους χαιρετισμούς μου με προφορικά μηνύματα, χρησιμοποιώντας έμπορους και απόμαχους στρατιώτες που επέστρεφαν στο Αθηναϊκό Άστυ.

Φαντάζομαι ότι τα κυριότερα νέα για τις μάχες, τις νίκες, τις κατακυριεύσεις των πόλεων, τους κατακτημένους θησαυρούς, όλα αυτά τέλος πάντων  που χαρακτήρισαν την πορεία των ελληνικών στρατευμάτων τα τελευταία χρόνια, θα έχουν ήδη φτάσει ως την Πόλη της Παλλάδος και δεν χρειάζεται να τα αναφέρω εδώ διεξοδικά.

Μα ναι, τα βασικότερα από τα γεγονότα πρέπει να είναι γνωστά στην Αθήνα και, από όσο μπορώ να υποθέσω γνωρίζοντας αρκετά καλά τους Αθηναίους -εσύ βέβαια τους ξέρεις πολύ καλλίτερα-, πρέπει να έχουν ξεσηκώσει πλήθος συζητήσεων και προβληματισμών.

Σαν να τους βλέπω εδώ μπροστά μου, τώρα δα, αγαπητή μου Μνησαρέτη, να σκαρφαλώνουν ξαναμμένοι στην Πνύκα,  να σχολιάζουν, να αναλύουν, να κριτικάρουν, να αρπάζονται, να διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, να ρητορεύουν, να αλληλοκατηγορούνται…

Ή ακόμη, να καταλήγουν στην αγκαλιά σου ζητώντας απεγνωσμένα κατανόηση…

Ω πόσο τους έχω επιθυμήσει αυτούς τους  διαρκώς ανήσυχους, διαρκώς τεντωμένους, αλλά και διαρκώς σε αναζήτηση της γαλήνης, της ηρεμίας και της στοργής, Αθηναίους…

Ναι, δεν επιθυμώ να στο κρύψω: υπάρχει το άλγος του νόστου στην ψυχή μου.

Θυμάσαι στ’ αλήθεια πόσο είχαμε διασκεδάσει κι οι δυο μας τότε, λίγο πριν φύγω, όταν είχαν καταλήξει όλοι τους χωρισμένοι στα δύο για χάρη  μας; Θυμάσαι τους  Φρυνικούς και του Θαϊδικούς; Έντονοι στις αντιπαραθέσεις τους σχεδόν όσο, για να μη πω παραπάνω, οι ¨φίλο¨ με τους ¨αντί¨ μακεδονικούς

Μα τι λέω, και βέβαια τους θυμάσαι, εσύ τους έχεις εκεί, στα πόδια σου όλους αυτούς, να σου θυμίζουν τα παλιά επεισόδια, τα παλιά παιχνίδια… Μήτε κι εγώ λησμονώ πως οι δικοί σου οι θαυμαστές ήτανε πιο πολλοί από τους δικούς μου, πράγμα εξάλλου που ήταν δίκαιο και σωστό, μια που ως μεγαλύτερη -λίγα μόνο χρόνια- ήσουν κοντά τους, αφιερωμένη σ’ αυτούς, μια στάλα περισσότερο καιρό από ό, τι εγώ.

Αχ, Μνησαρέτη μου!

Άραγε ¨οι εξήντα¨([1]), οι αστείοι ποιητές, εκείνοι που λέγανε τόσες χαριτωμένες κακίες εις βάρος μας, μαζεύονται πάντοτε στον ναό του Ηρακλή στη Διόμεια για να σκαρώσουν τις φάρσες και τα καλαμπούρια τους;

Θυμάσαι τον ¨Θαϊδο-Φρυνικό Πόλεμο¨ που είχαν οργανώσει; Θυμάσαι που μόλις άκουσαν την τιμή του βραβείου που ήθελαν να αθλοθετήσουν για το νικητή -μια νύχτα με μια από εμάς- αναγκάστηκαν να κάνουν έρανο ανάμεσα στους πεντακοσιομέδιμνους;

Ναι, το άλγος του νόστου υπάρχει, και που και που με τσιμπάει, αλλά να μη νομίζεις ότι αυτά στα γράφω για να σου παραπονεθώ.

Όχι. Δεν υπάρχει τίποτα που να μου προκαλεί το παράπονο ή τη στεναχώρια της αδικίας. Και την ευγνωμονώ την Αφροδίτη, και την Ουρανία και την Πάνδημη, μεγάλη η χάρη της!

Διάλεξα αυτή την πορεία έχοντας πλήρη συνείδηση για το τι κάνω, δεν μετανιώνω και είμαι ευχαριστημένη. Βαδίζω σε έναν παράδρομο ίσως, αλλά πάντως δίπλα στα χνάρια της Ιστορίας, όπως και εσύ άλλωστε, άνασσα στην πιο ένδοξη πόλη των Ελλήνων, όπως και η αείμνηστη Ασπασία, όπως ακόμη και η αμφιλεγόμενη Θαργηλία που κατάφερε να παντρευτεί τόσους επιφανείς άνδρες και τελικά να διοικήσει τη Θεσσαλία μόνη της! Λένε πως εργαζόταν για τους Πέρσες και μπορεί να είναι αλήθεια, συνέβη να κάνουν προτάσεις και σε μένα, όμως παρόλα αυτά εγώ λέω ότι η Θαργηλία απέδειξε πως, θέλοντας, εμείς οι γυναίκες μπορούμε να κάνουμε πράγματα μεγάλα και αξιομνημόνευτα. Ποια θα αποδειχθούν θετικά και ποια καταστροφικά ας το κρίνουν οι μεταγενέστεροι.

Μιλάω για εμάς, αγαπητή μου Μνησαρέτη, εμάς τις γυναίκες ¨συντρόφους¨ που, ό, τι κι αν λένε οι εχθροί μας,  διαφέρουμε από τις πόρνες που αγαπούν μόνο το χρήμα, διαφέρουμε από τις θεούσες ιερόδουλες που δε δουλεύουν παρά για τους θεούς και τους ιερείς τους, λέω για μας, που δε θα γινόμασταν ποτέ αντικείμενα λατρείας, εάν δεν είχαμε ένα εξαιρετικό και σπάνιο προσόν.

Όχι, φιλτάτη Μνησαρέτη, δεν μιλώ για την παιδεία, την εξυπνάδα ή η ευστροφία μας, όπως ίσως σκέπτεσαι. Αυτές μας βοηθούν απλώς στο να μπορούμε να επικοινωνούμε με τους ευφυέστερους.

Εκείνο που πραγματικά μας ξεχωρίζει είναι ότι τους άνδρες, κατά βάθος, τους αγαπάμε. Και  αγαπώντας τους άνδρες αγαπάμε ολόκληρο τον κόσμο των ανθρώπων και δε μισούμε κανένα.

Βλέπεις; Με συλλαμβάνεις να ¨φιλοσοφώ¨ κι αυτό είναι ίσως ένα ακόμη δείγμα της νοσταλγίας μου για την Αθήνα.

Ας έλθω λοιπόν σε ένα θέμα που θεωρώ φυσικό να κινεί το ενδιαφέρον σου, όπως και κάθε σημερινής γυναίκας. Όχι, καμία γενικότητα, καμία φιλοσοφία… Λέω για ¨εκείνον¨.

Ξέρω πώς και ο ίδιος και ο πατέρας του σου είχαν ζητήσει να ανεβείς ως την Πέλλα προσφέροντάς σου μυθώδες αντίτιμο, μα εσύ είχες αρνηθεί να μετακινηθείς. Μα ναι Φρύνη μου, σε καταλαβαίνω, ποια βασίλισσα θα άφηνε την Αθήνα για μια πόλη του Βορρά; Ωστόσο, λέω εγώ, ίσως, -τι ίσως, σίγουρα-, θα σου έμεινε μια θεμιτή  περιέργεια.

«Άσε τις φλυαρίες Θαΐδα» σε ακούω να μου λες, «και πες μου… πώς είναι εκείνος;» Πες την αλήθεια, αυτή δεν είναι η ερώτηση που ανεβαίνει από μόνη της στα χείλια σου;

Ε, λοιπόν θα σου πω.

Δεν είναι δύσκολο: είναι νέος, είναι όμορφος, είναι ενθουσιώδης, είναι γεννημένος ηγέτης αλλά αρκετά ευφυής ώστε να ακούει τους πεπειραμένους. Αγαπάει τους φίλους του, άνδρες και γυναίκες με πάθος, πάθος που καμιά φορά αναζητώντας άμεση και άνευ όρων ανταπόκριση, καταλήγει καταστροφικό και τραγικό. ¨Εκείνος¨ έχει ανάγκη από επιδοκιμασία τουλάχιστον όσο οι θεοί που αν δεν υμνηθούν μας ξεχνάνε.

Ο δάσκαλός του τού λείπει, θα τον ήθελε πλάι του, αλλά απορρίπτει κάθε ιδέα να τον φέρει εδώ με το ζόρι. Τη μάνα του, αν δεν ανακατευόταν τόσο έντονα στα πάντα, ακόμη και από μακριά, θα την είχε ήδη προσκαλέσει και θα την είχε εγκαταστήσει αρχόντισσα σε κάποια από τις κατεκτημένες πρωτεύουσες.

Να σου πω και κάτι άλλο; Επειδή κατάγεσαι από τις Θεσπιές, που αν και πόλη βοιωτική είχαν αλωθεί παλιότερα από τους Θηβαίους[2], καταλαβαίνω την αμφιθυμία που σου δημιούργησε η καταστροφή της πόλης των Θηβών από τους Μακεδόνες. Δεν ξέρω αν αληθεύει, αλλά έφτασε ως εδώ η φήμη πως προσφέρθηκες να αναστηλώσεις  με δικά σου έξοδα τα θηβαϊκά τείχη, αρκεί να αναγράψουν πάνω τους πως ¨ό, τι κατέστρεψε ο Αλέξανδρος ο Μακεδών το αποκατέστησε η Φρύνη η εταίρα¨ και πως οι Θηβαίοι, βέβαια, αρνήθηκαν.

Είτε αληθεύει στο ακέραιο αυτή η ιστορία είτε όχι, μου αρέσει που προσπάθησες να μπεις στη μύτη τόσο του Αλέξανδρου όσο και των Θηβαίων. Είναι αντάξιο της φήμης και της ισχυρής σου προσωπικότητας!

Πάντως, μα το Δία, δε ξέρω τι εντύπωση θα σου έκανε ο Βασιλέας αν τον ζούσες από κοντά. Μπορώ όμως να πω ότι εκείνου σίγουρα θα του άρεσες ω Φρύνη. Εκτιμά τόσο την ομορφιά όσο και την ειλικρίνεια. Άσε που νομίζω ότι έχει αδυναμία στις λίγο μεγαλύτερές του γυναίκες, έχω παραδείγματα. Αλλά αυτά θα τα πούμε διεξοδικά όταν ο Ταξιδιώτης Ερμής μας επιτρέψει να ξαναβρεθούμε κοντά η μια στην άλλη.

Για εκείνον έχω μόνο να προσθέσω ότι για να τον καταλάβει κανείς, πρέπει να λάβει υπ’ όψιν ότι μαζί του έχει έρθει στην εξουσία μια γενιά νέων. Τους βλέπεις: είναι μια μεγάλη συντροφιά από νέα παιδιά που όσο επιτυχώς και αν παίζουν τον πόλεμο, όσο κι αν μέσα σε λίγα χρόνια έχουν εξελιχθεί σε βετεράνους μεγάλων μαχών, εξακολουθούν να  αστειεύονται,  να γελάνε, να κάνουν φάρσες οι μεν στους δε, σαν να είναι μια μεγάλη παρέα που βγήκε κυνήγι. Και προ παντός,  διαισθάνονται ότι είναι οι πρώτοι σε κάτι καινούργιο. Αξίζουν, Μνησαρέτη μου, αξίζουν κάποιες ταλαιπωρίες προκειμένου να βρίσκεται κανείς κοντά τους.

¨Ταλαιπωρίες¨ γράφω κι έρχεται στο νου μου η προσπάθεια που κάθε γυναίκα κάνει, για να παραμείνει όσο γίνεται πιο επιθυμητή, ακόμη και όταν στην αγκαλιά της καταφεύγουν άντρες γεμάτοι από την έξαψη της μάχης, όπου το μόνο που αποζητούν είναι μια τελετή Ζωής που να ξορκίζει τον ανελέητο Θάνατο και να διαλύει τις Ερινύες και τα άλλα τέρατα που γεννοβολάει ο Πόλεμος.

Για να είμαστε επιθυμητές όμως – θυμάμαι πάντοτε τις συμβουλές και τις παραινέσεις σου- η εύνοια της Αναδυόμενης δεν αρκεί πάντα, κάποια βοήθεια δε βλάπτει, για αυτό σε παρακαλώ να έχεις το νου σου αγαπητή μου Μνησαρέτη: με το πρώτο πλοίο που θα φτάσει στον Πειραιά από την Τύρο, – υπολογίζω αμέσως μετά την ανοιξιάτικη ισημερία- σου στέλνω μαζί με την αγάπη  μου ένα κιβώτιο με καλλυντικές και αρωματικές ουσίες από την Αίγυπτο, τη Συρία και τη Βαβυλώνα. Όχι πως η Κόρινθος και η Χαιρώνεια  δεν τα καταφέρνουν μια χαρά στην αρωματοποιία, αλλά για δοκίμασε κι αυτά τα ¨εξωτικά¨ κατασκευάσματα. Αν όχι τίποτα άλλο θα έχουν τη γοητεία του καινούργιου και του ασυνήθιστου.

Τι άλλο να σου εξομολογηθώ Μνησαρέτη μου; Ότι θα ’θελα να ξέρω τι κάνει ο Μένανδρος που με έκανε τόσο να γελάω, αν με ξέχασε ή αν η απουσία μου έχει τυχόν εμπνεύσει κάποιο νέο θεατρικό του έργο[3];

Εσύ εμπνέεις γλύπτες, και με το υπέροχο κορμί σου αυτό είναι δίκαιο, εγώ έναν κωμικό ποιητή είχα θαυμαστή, να μη ξέρω τι κάνει;

Ζητάω πολλά, ε; Άστο!

5

Α, τον θυμάσαι τον Εύελπι; Εκείνον το νεαρό Μεγαρέα που μάλλον συνεσταλμένος περιτριγύριζε στα αθηναϊκά συμπόσια πριν την εκστρατεία;

Είναι εδώ. Ταξιδέψαμε μαζί, πριν τέσσερα χρόνια, με το ίδιο πολεμικό πλοίο. Ο χρυσός μου, είχε νομίσει ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού  θα έπρεπε να με προστατέψει, -να σου πω την αλήθεια κάτι τέτοιο είχα στο μυαλό μου και εγώ, να τον προστατέψω, έτσι άβγαλτο που τον έβλεπα. Βέβαια το ταξίδι ήταν ομαλό και πειθαρχημένο και κανείς μας δε χρειάστηκε προστασία, ωστόσο μου έκανε εντύπωση η ευγενική αν και δωρικά πειθαρχημένη συμπεριφορά του.

Ε, λοιπόν πού να τον δεις τώρα. Κολλητός με τον ισχυρό Καλλισθένη, τον ανιψιό του Αριστοτέλη, που εδώ ασκεί υψηλά καθήκοντα  -και που αν πιστέψω αυτά που λένε οι εχθροί του μας επιτηρεί όλους-, έχει αναδειχθεί σε σημαντικό πρόσωπο. Τόσο σημαντικό που ενάντιά του και, φυσικά, ενάντια στον Ολύνθιο Καλλισθένη εξυφαίνεται συνομωσία από κάτι μοχθηρούς τύπους. Μοχθηρούς και ανόητους: τους ξεφεύγουν λόγια νομίζοντας ότι οι γυναίκες δίπλα τους είναι όντα χωρίς μυαλό και χωρίς παρατηρητικότητα.  Έπαθλο της πλεκτάνης τους; η επιρροή που εικάζουν ότι, εξουδετερώνοντάς τον Ολύνθιο και τους φίλους του, μπορούν να αποκτήσουν πάνω στον Μακεδόνα Βασιλέα. Είχα σκοπό να ειδοποιήσω τον Εύελπι, αλλά του ανέθεσαν αποστολές που τον ανάγκασαν να επιστρέψει βιαστικά στα Σούσα. Ελπίζω να μπορέσω να τον ενημερώσω έγκαιρα.

Ε, να. Νομίζω ότι στα είπα όλα και ξανάσανα!

Όλα; Όχι ακριβώς. Δε σου είπα τίποτα, ας πούμε,  για τον Πτολεμαίο.

Μη γελάς, το ξέρω ότι τους μισούς Μακεδόνες τους λένε Πτολεμαίους! Εντάξει, αφήνω μερικά πράγματα για όταν θα τα ξαναπούμε.

Εν τω μεταξύ

Σε ασπάζομαι με αγάπη και αφοσίωση

Το Θάϊον -όπως με προσφωνούσες χαϊδευτικά- από την Περσέπολη.

mosaico

[1] Σύμφωνα με τον Αθηναίο (Δειπνοσοφισταί, XIV, 614e) οι κυριότεροι από τους ¨πλακατζήδες¨ της παρέας των εξήντα ήσαν οι ο Καλλιμέδων, ο Κάραβος και ο Δεινίας, ο Μνασιγείτων και ο Μέναιχμος.  Ο Αθηναίος σημειώνει επίσης ότι ο Φίλιππος τους είχε χρηματοδοτήσει με ¨ένα τάλαντο¨ προκειμένου να του στέλνουν τα αστεία τους, ειδικότερα όσα τον αφορούσαν.

[2] Αν και πόλη της Βοιωτίας, οι Θεσπιές αλώθηκαν και καταστράφηκαν από τους Θηβαίους μετά την μάχη των Λεύκτρων (371πΧ).  Πιθανολογείται ότι μετά από αυτή την καταστροφή ο φτωχός Επικλής, πατέρας της Μνησαρέτης/Φρύνης, μετακόμισε στην Αθήνα.

[3] Φημολογείται ότι ο Μένανδρος είχε γράψει και παρουσιάσει το κωμικό έργο Θαίς, (δεν διασώθηκε) εξυμνώντας τις χάρες της τότε ερωμένης  του Θαΐδας

350px-Hetaere_Kallipygos

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Tαξιδιωτικές στιγμές…

Posted by vnottas στο 8 Νοεμβρίου, 2014

(από τις σημειώσεις του -δίκυκλου- ταξιδευτή Βασίλη Μεταλλινού)

images (22)

 …γιατί τα ταξίδια είναι στιγμές!

2008. Παλιά πόλη Δαμασκού. Μπαίνω στον παμπάλαιο καφενέ, πιθανολογώ από την εποχή των Σουμέριων και παραγγέλνω ένα τσάι. Τρείς κελεμπιοφόροι υπό ακατάσχετη αφηγηματική διάρροια, γελάνε σαν ξεκούρδιστοι μπαγλαμάδες και ξεφυσώντας τους καπνούς των ναργιλέδων, «φτιάχνουν» ατμόσφαιρα φοιτητικού αμφιθεάτρου…

 Παραδίπλα δυό παρέες νεαρών παρακολουθούν στην ασπρόμαυρη τηλεόραση το ματς μεταξύ Al-Jaish και Al- Karamah με τεντω…μένα σαγόνια από πάθος και φανατισμό. Ρωτάω τον καφετζή -στ’ αγγλικά- πως να βγώ στην Bab Al Salam (την Πύλη της Ειρήνης) αλλά μ’απαντά στη γλώσσα του, προφέροντας τις λέξεις σα να προσπαθεί να βγάλει ροχάλα!

Ομολογώ ότι δεν έχω επαρκώς εντρυφήσει στην διάλεκτο της Μέσης Αραμαϊκής και αναζητώ έξωθεν βοήθεια στο μικροσκοπικό μαγαζάκι δίπλα στον καφενέ.
Επαναλαμβάνω την ερώτησή μου.
Ο μαγαζάτωρ μΕ απαντά ρωτώντας:
«What is your nationality mister»?
«Γκρήκ …Γιουνάν» του απαντώ, ενώ από το καφενείο ακούστηκε ολόκληρη η playlist των βρισιών της τοπικής αργκό για το χαμένο γκολ της Al-Jaish!
Αντί απαντήσεως στο ερώτημά μου, ο μαγαζάτωρ μου επιδεικνύει την ταμπέλα της φωτό …στα Ελληνικά!!!

Επιμύθιον. Πιό εύκολα βρίσκεις συγχώρεση και συμπόνια στο λάκκο των κροκκοδείλων …παρά στην πεθερά σου όταν έχεις γράψει σε «στρατηγικό» σημείο την ταμπέλα του μαγαζάτορος!

 10635973_728019630567577_4855205898949354829_n

 2010. Αίγυπτος.

Έπινα το τσάι μου στο θρυλικό καφέ Φαρούκ στην Αλεξάνδρεια, αναμένοντας βραδυφλεγώς τον Μπίμπο -ένα αγνώστου ταυτότητος περιφερόμενο υποκείμενο- που είχε αναλάβει να μΕ φέρει «στο πιάτο» την βίζα του Σουδάν, όταν η Ελληνική Πρεσβεία του Χαρτούμ αρνήθηκε να μΕ κάνει πρόσκληση λόγω της έκρυθμης κατάστασης, εν όψει του δημοψηφίσματος για την απόσχιση του Ν. Σουδάν.
Ο Μπίμπο, συστημένος από έναν μπαρουτοκαπνισμένο Γερμανό 70άρη τζιπά ταξιδευτή, ήταν βαθιά μολυσμένος από τον ιό του εκατοδόλαρου και ζογκλέρ στο να ελίσσεται στα τεράστια εμπόδια των αφρικανικών υπηρεσιών, σαν να’ ταν αλειμμένος με σαπούνι… Με κάτι ακατάλυπτα αράβικα επιφωνήματα, όλα τα περιέγραφε γρήγορα κι απλά, σαν διαφημιστικό τραπεζοδανείου!
Όμως αργούσε γύρω στη μια ώρα στο ραντεβού και χωρίς το διαβατήριό μου παρασύρθηκα σε έκφρονες υποθέσεις, κάνοντας την καρδιά μου να χτυπά σαν τα κρουστά του Ουαγκαντούγκου!
Το ηλικιωμένο γκαρσόν -που υποθέτω ότι θα είχε σερβίρει και τον βασιλιά Φαρούκ στο παρελθόν- μΕ πλησίασε και μΕ ρώτησε διακριτικά… «αρ γιου μίστερ Μεταλλίνος?»
Έγνεψα καταφατικά μετά πολλαπλών κόμπων στο λαιμό…
«Μπίμπο ιζ κάμιν» συμπλήρωσε σε στάση ορθίου γονυκλισίας.
Ήπια την τελευταία γουλιά από το τσάι μου ανακουφισμένος και παρήγγειλα ένα δεύτερο φλυτζάνι με την ηρεμία -πλέον- Περουβιανού οπιοφάγου.
Τελικά, αυτά που είναι αδύνατα στα Υπουργεία και τις Πρεσβείες, στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή είναι δυνατά με τον κατάλληλο άνθρωπο και 2-3 φλυτζάνια τσάι…
.
…άντε και με κανα εκατοδόλαρο!

1545174_695099527192921_6049879512634902517_n

1545174_67192921_6049879512634902517_n

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Βούλα Δαμιανάκου, το νέο της βιβλίο

Posted by vnottas στο 30 Οκτωβρίου, 2014

Δαμιανάκου α2.jpeg

 

Είχα την τιμή και τη χαρά να μου στείλει η Βούλα η Δαμιανάκου ένα αντίτυπο από το νέο δίτομο βιβλίο της. Μόλις το έλαβα, αχνιστό, με το άρωμα του τυπογραφείου. Ανυπότακτη, πιο νέα από πολλούς σημερινούς τριαντάρηδες δηλώνει: ¨Από το ληστή του νόμου, κάλλιο στο ληστή του δρόμου¨, και μετά αρχίζει να διηγείται…

 

Δαμιανάκου 2α

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Με φιλοπαίγμονα διάθεση…

Posted by vnottas στο 30 Οκτωβρίου, 2014

… όπως σημειώνει ο Νίκος

αρχείο λήψης (1)

Νίκος Μοσχοβάκος

ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Θέλησα να λάβω το λόγο. Φώναζαν, επιχειρηματολογούσαν τάχα, αφρίζοντας αγανακτισμένοι. Μέσα μου παραιτήθηκα τότε. Που πάω και ποιος θα μ’ακούσει σκέφτηκα. Δεν θα γίνω σαν τα μούτρα τους. Τόσο χαμηλά δεν πέφτω.

images (1)
Τα πράγματα όμως τα εκτίμησα λάθος. Γιατί ύστερα από λίγους μήνες οι πάλαι ποτέ φωνασκούντες είχαν αναρριχηθεί στην εξουσία και μ’αντίθετους λόγους, μειλίχια και ύφος διαλλακτικό προσπαθούσαν να κατευνάσουν τους διαμαρτυρομένους.
Μάζεψα στοιχεία για την προέλευσή τους. Είχαν συμπράξει ένας κόμης, ένας κομιτατζής κι ένας κομισάριος. Τα ονόματά τους Ντε Ριμπό, Αντόν και Ρικάρντο. Ο πρώτος καταγόταν από την κομητεία του Κλισύ, ο δεύτερος από την Κομοτηνή και ο τρίτος από το Κόμο. Ακόμα, έμαθα ότι η συνομωσία είχε εξυφανθεί σε μια μικρή κώμη κι ότι όλοι είχαν εμφανισθεί με περιποιημένη κόμη. Ίσως πλην του κόμη. Μάλιστα στην επίσκεψή τους στην Μακρακώμη, είχαν άπαντες λερωθεί με κόμμι που έβγαζαν τα πεύκα της περιοχής.

images
Κωμικά πράγματα θα μου πείτε. Να όμως που γλιτώσαμε από δαύτους όταν εμφανίστηκε ένας κομήτης που απειλούσε να κομματιάσει τη γη κατά τους ειδικούς. Μάζεψαν βιαστικά τα πράγματά τους κι αναχώρησαν για την έρημο της Κομαγηνής. Κόμισαν όπως ήταν φυσικό μαζί τους και τα καμώματά τους.
Εκεί ο κόμης έπεσε σε κώμα, ο κομισάριος επεδόθη στην συγγραφή κωμειδυλλίου, όμως ο κομιτατζής χωρίς να βάλει κόμα στις φιλοδοξίες του σκεφτόταν ακόμα αισιόδοξα με σκοπό να επανιδρύσει το κόμμα.

images (23)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Αλφαβητάριο

Posted by vnottas στο 30 Οκτωβρίου, 2014

1

Ηλίας Κουτσούκος

Λόλα πάρε δυο μήλα  και φύγε

alfabhtario-3-inside-ct

Θέλω να γίνω χορτοφάγος  και δεν το μπορώ

μου αρέσουν τόσο πολύ τα γαμημένα κρέατα

κυρίως τα κοψίδια από αγριογούρουνα

-άλλωστε βλέπω ένα σωρό στους δρόμους κάθε μέρα-

Θέλω να γίνω χριστιανός και δεν μπορώ

βλέπω τον Αη-Γιώργη τον  δράκο να σκοτώνει

και φρικάρω

σιγά τα μάτια της ομορφονιάς που φύλαγε

ο φουκαράς ο δράκος

γιατί η πραγματική αλήθεια είναι

πως η βασιλοπούλα τον είχε pet  τον δράκο…

Θέλω να γίνω ιδεαλιστής και δεν μπορώ

γιατί ο κόσμος  δίπλα μου διαρκώς ξεχνά

το τι  σημαίνει Δεξιά -γαμώ τη μνήμη του-

Θέλω να γίνω οραματιστής

μα έχω γλαύκωμα παρέα

με  σύνδρομο της ματαιότητας στα μάτια

Θέλω να φύγω μα φοβάμαι

πως έχουν κλείσει όλους τους δρόμους για καλά

‘μέσα στων προαστίων το σούρουπο’

Θέλω να πέσω με τα μούτρα μες στον Ντοστογιέφσκι

θέλω να κλέψω το ‘παλτό’ του Γκόγκολ

να πιώ μέχρι σκασμού με τον Μπουκόβσκι

-αλλά τα τίναξε ο μπεκρούλιακας-

Θέλω να πάω  και στην Ύδρευση και  να μιλήσω

στον  Διευθύνοντα, θέλω στ αλήθεια να του πω

 ‘καλά είσαι τόσο μαλάκας  που πιστεύεις πως πρέπει

να πληρώνουμε για το νερό ..’

Θέλω να κάνω χίλια δυο

κι ούτε τα δυο δεν κάνω

Γι αυτό θα  αγοράσω  μήλα

να σε βρω στο δρόμο και να σου πω

‘πάρε δυο μήλα και φύγε

πάρε δυο μήλα Λόλα

πάρε δυο μήλα και φύγε’…

3


			

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Στο Ακρωτήριο Ταίναρο

Posted by vnottas στο 15 Οκτωβρίου, 2014

Νίκος Μοσχοβάκος 

ΑΡΓΩ 1948

Όταν σκληραίνει η νύχτα

πάνω από το ακρωτήριο Ταίναρο

και το φως των άστρων

σκορπίζεται λέπια που τρεμοπαίζουν

στα νερά του πελάγου

ιθύνοντες των αιωνίων χρησμών

πλάι στο νεκρομαντείο του Ποσειδώνα

προτάσσουν τις ασπίδες τους

αθέατοι μα πείσμονες

στη φθορά της αρμύρας

και της λήθης την άφεση.

Αλλά και όταν έχει πανσέληνο

τότε που τα κύματα

χτενίζονται πάνω στους βράχους

ακουμπώντας πολλές φορές

τις ψυχές που ταξιδεύουν

προς την πύλη του Άδη

αυτοί οι ίδιοι ιθύνοντες

σιγοτραγουδούν ή παίζουν μαντολίνο

μαζί με σειρήνες και κόρες γοργόνες

για να γλυκάνουν τους καημούς

 ξεχασμένων ναυαγών.

Πιο πάνω εν μέσω γκρεμών

 αγαλμάτων σμιλεμένων στην πολυκαιρία

βουνά με ξεράγκαθα

και νάνους λουλούδια πλάι τους

μαρτυρούν χαμογελώντας

πως η νηφαλιότητα

της αιώνιας παράστασης

ουδέποτε έλλειψε σ’αυτό το τόπο

που καταλήγει ο κόσμος

παρουσία του γλάρου της κουκουβάγιας και του αστερία.

Δίπλα στα χαλάσματα

μια αράχνη μια ασώματη ταραντούλα

κι ένα σακατεμένο σκυλί

που γαυγίζει διαρκώς

ενημερώνουν τα ψηφιδωτά

τις ρωμαϊκές στέρνες

και τους αποστάτες άγγελους

για το επικείμενο ναυάγιο

των τελευταίων πειρατών

εδώ σ’αυτόν τον τόπο

όπου πράγματι λήγει ο κόσμος.

Στο ακρωτήριο Ταίναρο.

 20071030145259E312_8402

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Παραγγελιά (La chiamavano Bocca di Rosa)

Posted by vnottas στο 7 Οκτωβρίου, 2014

Με το που τέλειωσαν οι καλοκαιρινές διαλείψεις, ασυνέχειες και διακοπές με παίρνει ο Θάνος τηλέφωνο, κι ανάμεσα σε άλλα (τέλους σεζόν) μου λέει:

- Μπαμπά, άκουσα ένα ωραίο τραγούδι του Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ.

- Ποιο; τον ρωτάω.

-Το Bocca di Rosa, μου λέει.

- Ωραίο πράγματι, συμφωνώ.

- Πώς και δε το μετάφρασες με τα άλλα;

- Να σου πω την αλήθεια μια φορά το είχα αρχίσει, αλλά έχει πολλές μικρές στροφές και κάπου το άφησα ή με άφησε.

- Παραγγελιές δέχεσαι;

- Από σένα, άμα λάχει, ναι (το έχω ξανακάνει).

Κάπως έτσι, ανάμεσα στους αρχαίους με τους οποίους κάνω παρέα τον τελευταίο καιρό, εμφανίστηκε πάλι ο Φαμπρίτσιο.

Η προσπάθεια είναι προφανώς αφιερωμένη στο Θάνο.

images (25)

Η Ροδόστομη

Την φωνάζαμε «ρόδινο στόμα»

τον έρωτα είχε πιο πάνω απ’ όλα!

την φωνάζαμε «ρόδινο στόμα»

πολλοί από μας τη θυμούνται ακόμα.

*

Με το που φτάνει στη μικρή μας πόλη

από το τρένο σαν κατεβαίνει,

με μια ματιά καταλάβαμε όλοι

ότι δεν ήταν καμιά ιερωμένη!

*

Άλλη αγαπάει γιατί βαριέται,

άλλη για χρήμα μόνο αγαπιέται,

μα η Ροδόστομη, αν δεν κάνω λάθος,

ερωτευόταν  μόνο από πάθος!

*

Αλλά το  πάθος, μας παρασύρει

να ερωτευόμαστε πάντα με μένος

και δεν ρωτάμε ο αγαπημένος

αν είναι ελεύθερος ή παντρεμένος.

 *

Κι έτσι της πόλης μας οι κυράτσες

-εδώ που τα λέμε, πολύ δε θέλει-

στο «ρόδινο στόμα» ορμήσανε  όλες

γιατί τους στέρησε το μέλι.

*

Αλλά της πόλης μας οι σουσουράδες,

οι καρακάξες και τ’ άλλα είδη,

μια που δεν έχουν πολλή φαντασία

περιοριστήκανε στο βρισίδι.

 *

Σ’ όλους αρέσει να συμβουλεύουν

κι όλο μαθήματα να παραδίνουν

κι όλοι στη λένε για το καλό σου

κακό παράδειγμα σα δεν σου δίνουν.

 *

Έτσι μια γέρικη πια καλιακούδα

χωρίς παιδιά, δίχως επιθυμίες,

πήρε με κέφι την πρωτοβουλία

σωστές να δώσει οδηγίες.

 *

κι είπε σταράτα στις κερατωμένες

με φράσεις κοφτές και με λέξεις ψαγμένες:

¨Να πώς θα διορθώσουμε την αδικία:

Θα ειδοποιήσουμε την Εξουσία!¨

 *

Κι εκείνες πήγανε στον αστυνόμο

και του τα είπαν με λίγα  λόγια:

«Πιότερους έχει η τσούλα  πελάτες

κι απ’ της κυβέρνησης τα λαμόγια!»

 *

Και καταφτάνουν οι χωροφυλάκοι,

με τα γαλόνια, με τα γαλόνια

και καταφτάνουν οι χωροφυλάκοι

με τα γαλόνια και τα κορδόνια.

 *

Η τρυφερότητα δεν είναι μια αξία

που έχουν οι μπάτσοι αδυναμία,

μα εκείνη τη μέρα να πάρει το τρένο

τη συνοδέψαν  μ’ απροθυμία.

 *

Στο σταθμό του τρένου βρέθηκαν όλοι,

από τον διάκο ως τον γεωπόνο,

στο σταθμό του τρένου βρέθηκαν κι είχαν

στη φάτσα θλίψη, στα μάτια πόνο.

 *

Για να χαιρετίσουν αυτήν που για λίγο,

χωρίς ιστορίες, χωρίς απαιτήσεις,

για να χαιρετίσουν αυτή που για λίγο

χάρισε του έρωτα τις συγκινήσεις.

 *

Και μία φράση είχαν γραμμένη

με γράμματα μαύρα σε μια πινακίδα:

«Γλυκιά Ροδόστομη σε χαιρετάμε

μαζί σου  φεύγει η ανοιξιάτικη ελπίδα».

 *

Αλλά μια φήμη λίγο σκαμπρόζα

δεν έχει ανάγκη του τύπου την πρόζα

κι από σαΐτα ταχύτερη ακόμα

να που εξαπλώνεται στόμα με στόμα.

 *

Και να που στον άλλο σταθμό του τρένου

κόσμος πολύς από όλη τη χώρα

να  στέλνει φιλιά,  να στέλνει λουλούδια

να την καπαρώνει για λίγη ώρα

 *

Ως κι ο εφημέριος που δεν αρνιέται,

-μετά απ’ ένα γάμο ή μία κηδεία-

της ομορφιάς την εφήμερη δόξα,

την θέλει δίπλα του στη λιτανεία!

 *

Και με την Παρθένο στην πρώτη αράδα

και τη Ροδόστομη στη μέση του δρόμου

 στη μικρή πόλη γυρίζουν αντάμα

η Αγία Αγάπη κι η αγάπη εκτός νόμου.

***

images (24)

Εδώ με τον Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ

*

Κι εδώ με την Ορνέλα Βανόνι

…και μια ανάγνωση

images (28)

Bocca di Rosa

La chiamavano bocca di rosa
metteva l’amore, metteva l’amore,
la chiamavano bocca di rosa
metteva l’amore sopra ogni cosa.
*
Appena scese alla stazione
nel paesino di Sant’Ilario
tutti si accorsero con uno sguardo
che non si trattava di un missionario.
*
C’è chi l’amore lo fa per noia
chi se lo sceglie per professione
bocca di rosa né l’uno né l’altro
lei lo faceva per passione.
*
Ma la passione spesso conduce
a soddisfare le proprie voglie
senza indagare se il concupito
ha il cuore libero oppure ha moglie.
*
E fu così che da un giorno all’altro
bocca di rosa si tirò addosso
l’ira funesta delle cagnette
a cui aveva sottratto l’osso.
*
Ma le comari di un paesino
non brillano certo in iniziativa
le contromisure fino a quel punto
si limitavano all’invettiva.
*
Si sa che la gente dà buoni consigli
sentendosi come Gesù nel tempio,
si sa che la gente dà buoni consigli
se non può più dare cattivo esempio.
*
Così una vecchia mai stata moglie
senza mai figli, senza più voglie,
si prese la briga e di certo il gusto
di dare a tutte il consiglio giusto.
*
E rivolgendosi alle cornute
le apostrofò con parole argute:
«il furto d’amore sarà punito-
disse- dall’ordine costituito».
*

E quelle andarono dal commissario

e dissero senza parafrasare:
«quella schifosa ha già troppi clienti
più di un consorzio alimentare».
*

E arrivarono quattro gendarmi
con i pennacchi con i pennacchi
e arrivarono quattro gendarmi
con i pennacchi e con le armi.
*
Il cuore tenero non è una dote
di cui sian colmi i carabinieri
ma quella volta a prendere il treno
l’accompagnarono malvolentieri.
*
Alla stazione c’erano tutti
dal commissario al sagrestano
alla stazione c’erano tutti
con gli occhi rossi e il cappello in mano,
*
a salutare chi per un poco
senza pretese, senza pretese,
a salutare chi per un poco
portò l’amore nel paese.
*
C’era un cartello giallo
con una scritta nera
diceva «Addio bocca di rosa
con te se ne parte la primavera».
*
Ma una notizia un po’ originale
non ha bisogno di alcun giornale
come una freccia dall’arco scocca
vola veloce di bocca in bocca.
*
E alla stazione successiva
molta più gente di quando partiva
chi mandò un bacio, chi gettò un fiore
chi si prenota per due ore.
*
Persino il parroco che non disprezza
fra un miserere e un’estrema unzione
il bene effimero della bellezza
la vuole accanto in processione.
*

E con la Vergine in prima fila
e bocca di rosa poco lontano
si porta a spasso per il paese

l’amore sacro e l’amor profano.
***

images (27)

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

Ο ξεναγός καθρέφτης

Posted by vnottas στο 25 Σεπτεμβρίου, 2014

Νίκος Μοσχοβάκος

Classic_4e1c83698b232

Ο ξεναγός καθρέφτης

μ’ οδηγεί σε νέες περιοχές

σε νεους τόπους άγνωστους μέχρι τώρα

σχηματισμένους από οδυνηρούς σεισμούς

γεμάτους χείμαρους ξεροπόταμα ρυάκια

κι αδιέξοδους δρόμους

που βγαίνουν σε σκιερές σαβάνες

μάταιης βλάστησης και χλωρίδας.

Κανένα δε βρίσκω

κανείς δε με περιμένει

γι αυτό κοντοστέκομαι με φόβο

κι ανακαλύπτω πως η μοναξιά

έχει τους δαίμονές της

που αδημονούν να με δεχτουν.

*

Κι όπως ο καθρέφτης μου

εξακολουθεί την ξενάγησή του

κοιτάζομαι στα μάτια

αποφασισμένος να μην ενδώσω

να μην υποχωρήσω σαν ματαιόδοξος

αλλά να χωρέσω στα νέα τοπία

κι όσο βαστάει η δύναμή μου

μαχόμενος να τα υπερασπιστώ.

images (22) 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Περιπέτειες συγγραφής (πάλι)

Posted by vnottas στο 8 Σεπτεμβρίου, 2014

imagesW

 

Ας πούμε ότι οι συγκυρίες το επιτρέπουν.

Ας πούμε ότι βρίσκεστε υπό την σαγηνευτική επιρροή μιας λευκής κόλλας χαρτιού, που αναζητά γράμματα και ιστορίες.

Ας πούμε ότι θέλετε να ζήσετε την περιπέτεια της γραφής και αναρωτιέστε από ποια πόρτα να μπείτε στον συναρπαστικό της κόσμο.

Από την λιτή, σοβαρή πύλη της διατύπωσης σκέψεων, προβληματισμών και απόψεων; Από την φαντασμαγορική ¨πορτάρα¨ (έτσι λέμε στη Θεσσαλονίκη τις πύλες των κάστρων)  των μπριόζικων φανταστικών μυθοπλαστικών αφηγήσεων; Από την σκηνογραφική είσοδο των θεατρικών διαλόγων; Ή από κάποια άλλη, καινούργια πύλη, από εκείνες που μέχρι στιγμής δεν έχετε επιχειρήσει να παραβιάσετε;

Εγώ λέω ότι αυτή η τελευταία επιλογή μοιάζει η πιο δελεαστική. Αυτή που υπόσχεται τις περισσότερες εκπλήξεις.

Όμως ας μην το παρακάνουμε σε προσδοκίες.

Θέλω να πω ότι όσο κι αν ζορίζεται ο συγγραφέας, όσο κι αν επιθυμεί να καινοτομήσει, όσο κι αν επιχειρεί να προσεγγίσει νέα είδη γραφής, κατά βάθος από το ίδιο καπέλο βγάζει πάντοτε τους λαγούς, τα περιστέρια και τα φανταχτερά του φουλάρια.

Πάντως, ας δεχτούμε ότι κάθε απόχρωση γραφής έχει τις ιδιαιτερότητές της. Μερικά θέματα, ας πούμε, απαιτούν έρευνα. Έτσι δίνουν την ευκαιρία της αναζήτησης που, από μόνη της,  είναι κι αυτή μια περιπέτεια.

Άλλα πάλι, σε αφήνουν αχαλίνωτο να νομίζεις ότι τα φτιάχνεις όλα εξ αρχής. Πρόκειται φυσικά για μια ψευδαίσθηση, αλλά παραμένει μια γοητευτική πλάνη (νομίζω ότι οι συγγραφείς είναι πάντα έτοιμοι να αυτο-πλανηθούν).

Υπάρχει και ένα είδος, που ενώ απαιτεί επαρκή τεκμηρίωση,  επιτρέπει παράλληλα μυθοπλαστικές απογειώσεις: το ιστορικό μυθιστόρημα. (Ε, ναι. Αν θέλεις, στην ίδια αφήγηση, να συμπεριλάβεις μυθοπλαστικά και τεκμηριωμένα στοιχεία, πρέπει να το πάρεις απόφαση ότι δεν αρκεί η χωρητικότητα ενός, έστω εκτεταμένου, διηγήματος, πιθανώς ούτε και εκείνη της νουβέλας: θα πρέπει να βουτήξεις στη βαθειά, έως άπατη, σελιδοπαραγωγή του μυθιστορήματος).

images22

Έκανα τις παραπάνω σκέψεις καθώς έμπαινε το καλοκαίρι και προβληματιζόμουν, τόσο για το είδος της γραφής, όσο και για το συγκεκριμένο θέμα που θα μπορούσε να με ¨απογειώσει¨, γιατί, μεταξύ μας, ήθελα να προσπεράσω περίκλειστα τείχη που απομονώνουν εμένα.

Μια μέρα, με τον Νίκο που ήταν εδώ, συζητούσαμε για διάφορα θέματα της επικαιρότητας, με αυτόν  τον νέο τρόπο (νέο για τη γενιά μας –οι πιτσιρικάδες το έχουν στο αίμα τους), που η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει. Δηλαδή σκάβοντας με τη βοήθεια του φορητού ή του τάμπλετ, γύρω τριγύρω από ειδήσεις που μας πλασάρει η εφημερίδα ή η τηλεόραση. Συζήτηση, ψάξιμο, νέα στοιχεία, πάλι συζήτηση, ψάξιμο… Είναι ένα παιχνίδι που -αν αγνοήσεις προς στιγμήν τον εκνευρισμό που προκαλεί το χάσμα ανάμεσα σε αυτά που ξεφουρνίζουν τα Μέσα και αυτά που προκύπτουν από μια, έστω αβαθή, πρώτη διερεύνηση στο διαδίκτυο- μπορεί να αποβεί πρωτότυπο και ενδιαφέρον.

Η είδηση που αναμασούσε η τηλεόραση δεν ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και ίσα ίσα που την προσέξαμε. Ο πρωθυπουργός βρισκόταν στην Ιταλία και οι οικοδεσπότες, διπλωματικά ευγενικοί, τον πήγαν σε μια έκθεση αφιερωμένη στη Δημοκρατία (της οποίας μας αναγνωρίζουν το -ληγμένο- κόπι ράιτ), όπου το κύριο έκθεμα ήταν τα ρωμαϊκά αντίγραφα των αγαλμάτων των ¨τυραννοκτόνων¨.

Ας θυμηθούμε, είπαμε, λίγο περισσότερα για τον Αριστογείτονα και τον Αρμόδιο. Άρα: Γκούγκλης, Βικιπέντια, και μετά ένας λαβύρινθος από αποδεκτούς και απαράδεκτους (αισθητικά) ¨τόπους¨.

 Ενώ ξεκινήσαμε αναζητώντας συμπληρωματικές πληροφορίες για την εποχή που έδρασαν οι απεικονιζόμενοι αγαλματοποιηθέντες, το ερώτημα που άρχισε να διαγράφεται, όλο και πιο έντονα γύρω από τους δύο, ήταν: Ήρωες της (πρώιμης ή υπό κατασκευή) Δημοκρατίας, όπως κατέγραφαν  μερικοί, ή ¨απολιτικοί κίναιδοι¨, όπως ενίσταντο άλλοι;. Πολιτική δολοφονία, συνωμοσία των Λακεδαιμονίων ή μελοδραματικό έγκλημα πάθους;  Ή για να γενικεύσουμε: κατά πόσο η Δημοκρατία για να επικρατήσει ή να διατηρηθεί έχει ανάγκη από μύθους;

¨Να ένα ωραίο θέμα για ιστορικό μυθιστόρημα¨, λέει ο Νίκος.

Εγώ τσιμπάω αμέσως.

Γιατί όχι, λέω.

(συνεχίζεται)

harmodiusaristogeiton

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Τι παλιά ιστορία αυτοί οι ρεαλιστές, οι πραγματιστές, οι προσγειωμένοι/απόκοτοι του δελτίου των οκτώ!

Posted by vnottas στο 5 Σεπτεμβρίου, 2014

images (17)

ΝΙΚΟΣ ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

ΑΡΧΑΙΟΣ ΑΠΟΚΟΤΟΣ ΚΑΙ ΡΕΑΛΙΣΤΗΣ

 

Κατά βάθος φθονούσε τον Ιππία

αν και δημοσίως τον αποδοκίμαζε

βεβαίως απεχθανόταν τον Εφιάλτη

παρότι τον έβρισκε αρκετά ρεαλιστή

λάτρευε τους ενδοτικούς

κι υπερασπιζόταν με πάθος τους μηδίσαντες.

*

Αυτό δα έλειπε να έχουν δίκιο

οι ρομαντικοί αιθεροβάμονες

κι ο συρφετός της Εκκλησίας του Δήμου.

Ο ίδιος ήταν απόκοτος

πολλές φορές κυκλοθυμικός

και προσποιούταν τον αδέκαστο.

*

Ναι πάντοτε μοχθώ για το εφικτό έλεγε

και σιχαίνομαι τους αχρείους δημεγέρτες

όπως αποκαλούσε τους πολιτικούς του αντιπάλους.

*

Η αλήθεια είναι ότι καλά τάχε καταφέρει

μέχρι τώρα στη ζωή του

αφού είχε ταυτίσει το επάγγελμα με την ιδεολογία του.

tv3

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Καημός ή Αχ, Ηλία μου, αχ…

Posted by vnottas στο 29 Αυγούστου, 2014

 β

Αχ……..

Ηλίας Κουτσούκος

 

Αχ αυτή η μαύρη πέτρα μέσα μου

που γύρω της γυρνούν-γυρνούν

όλοι οι μουσουλμάνοι του μυαλού μου…

Αχ το μπλε  φουστανάκι σου

όταν στους αστραγάλους  σου πέφτει υποταγμένο

Αχ τα ρυτιδιασμένα χέρια απ τους χρόνους

σαν χαλασμένο απ τον καιρό  ακορντεόν

Αχ οι σελίδες που διαβάζεις και δεν σου τελειώνουν

Αχ  το διαδίκτυο που μες στο δίχτυ του σε μπλέκει

ενώ δεκάδες χρόνια μόνος είσαι

Αχ  η καινή Διαθήκη πόσα κενά σου αφήνει

Αχ πως μετράς τα αχ με μια προπαίδεια που δεν αρκεί

όλο αφαιρέσεις που προσθέτουνε μηδέν

Αχ τα στήθη σου που γαμούν την άνοιξη

 όταν θέλουν να αντισταθούν στον μαύρο άνεμο

Αχ το ενδεικτικό σου όλο ‘λίαν καλώς’ χωρίς αντίκρισμα

Αχ το μυαλό σου όταν φτιάχνει εφιάλτες

ή όταν πλάθει όνειρα ανεκπλήρωτα…

Αχ οι χερσαίες δυνάμεις που κατακτούν

κι η αεροπορία που ύπουλα χτυπά

το ναυτικό που υποχωρεί

μέσα σε προπετάσματα καπνού…

Αχ η αδήλωτη εργασία κι ο έρωτας δίχως ένσημα

η βαρετή λύση της εξίσωσης κι η έρευνα για τον καρκίνο

που συνέχεια συνεχίζεται, συνεχίζεται, συνέχεια…

Αχ η μητέρα σου που σε προσέχει

κι ο πατέρας σου όταν αντιπαθεί τον αρραβωνιαστικό σου…

Αχ η μαρμελάδα από φράουλα

το κοτόπουλο με σάλτσα και το μαύρο ψωμί

Αχ τα παιδάκια στα φανάρια

κι ο φακός χωρίς μπαταρία στη διακοπή ρεύματος

Αχ τα μέσα έξω σου και τα έξω σου μέσα…

Αχ η Δημοκρατία που ξεψυχά

κι ο δικτάτορας που κοιτάζει τον καθρέπτη του

να  γράφει  ‘έσο έτοιμος’…

Αχ η Κοκκινοσκουφίτσα που δεν αγάπησε το λύκο

Αχ οι βλαμμένοι κυνηγοί

και τα χελιδόνια που φεύγουν

αχ αχ αχ

 

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Δεν αρκεί η γλώσσα

Posted by vnottas στο 12 Αυγούστου, 2014

 

α

Ηλίας Κουτσούκος

Δεν αρκεί η γλώσσα

*

Όχι δεν αρκεί η γλώσσα

για να πει τι κουβαλώ μες στο κεφάλι μου

π.χ.  δυο καλάμια για ψάρεμα

μια οδοντόβουρτσα

μια κολόνια «yardley»

μια βεβαίωση απ το Αστυνομικό Τμήμα  -του Ηλιακού μας Συστήματος-

ότι είμαι σταθερός κάτοικος της Γης…

ένα κρυφό «στο διάολο» που είπα στον πατέρα μου μικρούλης

το αριστερό μου χέρι κόκκαλο από το κρύο

κρατώντας το τιμόνι από ένα σαράβαλο ποδήλατο

στην ωριαία διαδρομή

πήγαινε-έλα στο γυμνάσιο

το χτυποκάρδι μήπως και πει εκείνη την πρώτη ώρα

ο γαμημένος θεολόγος το όνομα σου

Όχι δεν αρκεί η γλώσσα

για να πει πως γίνανε τα μεγάλα μαύρα μάτια σου

κόκκινα από το κλάμα

αφού ποτέ δεν θα βρισκόμασταν ξανά

Όχι δεν αρκεί ούτε στην βεβαιότητα

στο ένα και ένα ίσον δύο

το ναι και το όχι

το ίσως και το μπορεί

το ξέρω και δεν ξέρω

Δεν αρκεί στην εικόνα

του διπλωμένου ανθρώπου

που γονατίζει στο ελέησον με Κύριε

ή στο βρωμερό καθίκι

που υπογράφει μια υποθήκη

στο δυνάστη που γράφει «απορρίπτεται»

Όχι δεν αρκεί

για τους μεγάλους έρωτες

τα μισόκλειστα βλέφαρα

τα κλειστά από το θάνατο μάτια

το χαλασμένο μπουζί της καρδιάς σου

οι μπαταρίες σου μέσα στη θλίψη

το θερμόμετρο

η κρέμα σαντιγί

ο ζεστός καφές

το δωμάτιο με θέα

τα μακαρόνια με θαλασσινά

η πιστωτική που τέλειωσε

Ούτε βέβαια αρκεί

αν επικοινωνείς καλύτερα με τον σκύλο σου

από ένα μοντέρνο φιλόσοφο

που εξηγεί τα κόλπα της γλώσσας

το διαρκές ελλιπές μοριακό σου βάρος

δεν αρκεί ότι σου λείπει

ούτε η λύπη-παλλίροια

δεν αρκεί, δεν αρκεί, δεν αρκεί

σου λέω.

images (40)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Εκσυγχρονιστικό

Posted by vnottas στο 30 Ιουλίου, 2014

¨Εκσυγχρονιστικό¨ το λέω εγώ. Ο Νίκος, ίσως πιο απαισιόδοξα, το τιτλοφορεί απλώς ¨Σύγχρονο¨.

        images (14)

Νίκος Μοσχοβάκος

ΣΥΓΧΡΟΝΟ

 

Ανέπαφο είχε μείνει το βιβλίο.

Αν και βρέθηκε να στολίζει

τριών γενιών βιβλιοθήκες

κανείς ποτέ του δεν το άνοιξε

ούτε από περιέργεια.

Έτσι βρέθηκε στην κατοχή

του νέου κληρονόμου

ανθρώπου με αγωγή της εποχής

και γενικά ευσυνείδητου.

Αφού το εξέτασε εξωτερικά

και τίναξε τη σκόνη

που έμεινε στα χέρια του

είπε στην αλλοδαπή καθαρίστρια

-Αυτό να πάει για ανακύκλωση !

*

images (15)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Κυριακές

Posted by vnottas στο 25 Ιουλίου, 2014

images (5)

 

Τις Κυριακές τις πέρναγε αδιάφορα

περιμένοντας τ’ απόγευμα

για ν’ ακούσει

απ’ το τρανζίστορ ποδόσφαιρο.

Η ενσάρκωση των φάσεων

άλματα, σκληρά μαρκαρίσματα,

φάουλ και γκολ

ανεβοκατέβαζαν την αγωνία του

σαν απεικόνιση

ταραγμένου καρδιογραφήματος.

*

Όμως εκεί προς το τέλος του αγώνα

και πάντως στις καθυστερήσεις

δεχόταν πάντα επισκέψεις

οπτασιών και προσώπων

που διέκοπταν την απόλαυσή του

και τον οδηγούσαν σχεδόν βίαια

να δηλώσει υποταγή

στου νόστου την εξουσία

και ν’ αδιαφορεί

για το τελικό αποτέλεσμα

της ποδοσφαιρικής αναμέτρησης.

*

Στο τρανζίστορ βέβαια

εξακολουθούσε ν’ ακούγεται

μονότονη η φωνή του σπήκερ

αλλά απλώς για να κάνει

πιο μελαγχολικό

της Κυριακής τ’ απόγευμα.

images (7)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

¨να δεις τι θα σου κάνω όταν σαλτάρω…¨

Posted by vnottas στο 25 Ιουλίου, 2014

Βιβλία στη κάψα του καλοκαιριού

Προτάσεις του Ηλία Κουτσούκου

 

1.  ‘να δεις τι θα σου κάνω όταν σαλτάρω’

της Μαργκερίτε Χουμς

images (10)

 Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα-ποταμό, 814 σελίδων, όπου η γερμανοτραφής συγγραφέας κάτω από φοβερή ψυχολογική πίεση στοιχειώνει τον μύθο της.

Μια γεροντοκόρη δασκάλα πιάνου που ζει πέντε δεκαετίες με τους γονείς της έξω από το Μόναχο, αποφασίζει να τους σκοτώσει και να τους θάψει στον κήπο με τη συμπαράσταση του εξηντάχρονου Αλγερίνου κηπουρού Μπεν-Αλί. Καταστρώνει το σχέδιο της με κάθε λεπτομέρεια πλην όμως την τελευταία στιγμή ο μελλοντικός εραστής της μετανιώνει γιατί αντιμετωπίζει πρόβλημα στον προστάτη κι αυτή του αποκόπτει μ ένα κλαδευτήρι τα γεννητικά του όργανα –ενώ αυτός κοιμάται- τα  οποία  και στέλνει με κούριερ στην πρεσβεία της Αλγερίας στο Βερολίνο..

 

2. ‘τι  θα σου μαγειρέψω απόψε αγαπημένη’

Του Νορβηγού συγγραφέα Ματέους Σλουγκεμπόργκ

αρχείο λήψης (1)

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται  στη σύγχρονη Νορβηγία όπου ένα ζευγάρι απ το Μπέργκεν που διατηρεί εστιατόριο σολομών, αποφασίζει να περάσει τις διακοπές του σε διαφορετικά φιόρδ της πανέμορφης χώρας. Ο Κερτ -μάγειρας στο επάγγελμα, 32 χρόνων- σ’ αυτές τις διακοπές έχει πάμπολλες εκπλήξεις για τη γυναίκα του Χανελόρε και μαγειρεύει για αυτή διαφορετικές σάλτσες με κρέατα που προέρχονται από κομμάτια δασοφυλάκων και μοναχικών ψαράδων των φιόρδ. Η Χανερόλε ζει το πιο όμορφο  καλοκαίρι της, το οποίο και καταγράφει κάθε βράδυ στο ημερολόγιο της…

 

‘Το ταχυδρομείο δεν πρόκειται να ανοίξει’

Εκπληκτική νουβέλα του άνεργου συγγραφέα Φρανσουά Εκπεσώ

images (11)

Ο πενηντάχρονος Γκιγιώμ Λιμιέρ παίρνει ένα επίσημο γράμμα απ τη Γενική Διεύθυνση των Ταχυδρομείων της Γαλλίας, όπου του ανακοινώνεται η απόλυσή του στα πλαίσια των περικοπών. Τότε βάζει μπρος στο σχέδιο του και με δυο τεράστια μπετόνια βενζίνης περιλούει μέρα-μεσημέρι το ταχυδρομείο της κωμόπολής του στο Αντρε-νου της Βρετάνης και καίει τρεις  υπαλλήλους, τέσσερις πελάτες και τον Διευθυντή…

Στη δίκη που ακολουθεί, ο εμπρηστής Γκιγιώμ βρίζει ασύστολα τον Δικαστή της έδρας, αποκαλύπτωντας
πως η γυναίκα του είναι λεσβία κι έχει πολύχρονη σχέση με τη γυναίκα του Διευθυντή του ταχυδρομείου.

 

‘Θαρχόμαστε  συνέχεια στο σπίτι σας’

 του Σομαλού συγγραφέα Αχμέτ αλ-μπεν- Λίλι

images (13)

Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα 617 σελίδων, όπου ο άγνωστος στο Ευρωπαικό κοινό Αχμέτ  αλ-μπεν  Λίλι από το Μογκαντίσου της Σομαλίας, εξηγεί με απίστευτο μίσος γιατί οι ισλαμιστές θα ταξιδεύουν συνεχώς και αενάως ως λαθρομετανάστες σε χώρες της Μεσογείου με στόχο να νοθεύσουν γεννητικά τον πληθυσμό της γηραιάς ηπείρου, ώστε οι ‘δυτικοί’ ν’ αποφασίσουν ν’ αλλάξουν πολιτική απέναντι στο Ισλάμ και να πάψουν να είναι τα γκαρσόνια  ή οι μπάτλερ των ΗΠΑ.

 

ΥΓ.  Αν βρείτε τα παραπάνω βιβλία για το καλοκαίρι, ας με πάρετε τηλέφωνο..

 

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ, ΣΧΟΛΙΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ούτε δρομέας είμαι ούτε άλτης

Posted by vnottas στο 18 Ιουλίου, 2014

Ποίημα του Νίκου Μοσχοβάκου

σδ

Πυγολαμπίδες άναψαν στο βάθος

φωτίστηκε το διάσελο κι οι βράχοι

δείχνουν το μονοπάτι χωρίς λάθος

το είδανε οι Πέρσες κι απ’ τη ράχη

 

το όρος άρχισαν να κατεβαίνουν

Ζητώ τα ανταλλάγματα επί τόπου

της προδοσίας κι όσα μου συμβαίνουν

δεν τα χωράει το μυαλό τ’ ανθρώπου

 

Τύψεις και φίδια ζώνουν τη ζωή μου

και μα τω Δία νιώθω πικραμένος

μια και δε γνώριζα προηγουμένως

τον πλούτο δεν τον χόρτασε η ψύχη μου

 

Ούτε δρομέας είμαι ούτε άλτης

το όνομά μου θα σας μείνει: Εφιάλτης

images

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Τα σιτοχώραφα ως θέμα…

Posted by vnottas στο 18 Ιουλίου, 2014

Yellow grain ready for harvest growing in a farm field

γράφει ο Ηλίας Κουτσούκος

 

Τα σιτοχώραφα είναι ένα σπουδαίο θέμα γιατί μπορείς να κάνεις μια μεγάλη βόλτα μέσα τους την άνοιξη και αρχές του καλοκαιριού.

Αν φυσάει ακούς ένα περίεργο ήχο με αλλαγές λες και μιλούν άγγελοι μεταξύ τους.

Αν δεν φυσάει πάλι νομίζεις πως  κάποιος ψιθυρίζει δίπλα σου.

Ενώ βαδίζεις μέσα στα σιτοχώραφα ακούς μικρούλια τρωκτικά που κρύβονται βιαστικά στις φωλιές τους γιατί τα τρόμαξες με την παρουσία σου.

Τα σιτοχώραφα είναι τα πλέον κατάλληλα μέρη όπου μπορεί  να περπατήσει ένας άνθρωπος με μπαρουτιασμένο μυαλό, ένας με διπολικό σύνδρομο στο κεφάλι του ή μια ξεμυαλισμένη από έρωτα κοπέλα, ένας πιτσιρίκος που τον έδειραν οι συμμαθητές του στο επαρχιακό δημοτικό, ή ένας παππούς που αρνείται πεισματικά να παίξει τάβλι ή χαρτιά στο καφενείο του χωριού.

Σιτοχώραφα δεν υπάρχουν στη πλατεία Συντάγματος και γενικά στις μεγάλες πλατείες των  πόλεων κι αυτό -κατά τη γνώμη μου- είναι ένα τεράστιο εθνικό θέμα που δεν πρόκειται να λυθεί από τις Κυβερνήσεις διότι κανείς πρωθυπουργός δεν έχει κάνει βόλτα σε σιτοχώραφα μόνος του.

Campo-di-grano

Posted in ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Τζιτζίκι ή τσακάλι

Posted by vnottas στο 1 Ιουλίου, 2014

 

Νίκος Μοσχοβάκος. Ραφινάτος, ευαίσθητος, επιγραμματικός

ηξ

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

 

Βρέθηκα κάποτε σ’ ένα δίλημμα

τζιτζίκι για τσακάλι να γενώ.

Διστακτικός κι αναποφάσιστος

στην ευκαιρία που μου δινόταν

άργησα πολύ ν’ απαντήσω.

Τόσο, που έχασα το ενδεχόμενο

ν’ αλλάξω ρότα στη ζωή μου.

Μ’ ωραίες δικαιολογίες

όμως παρηγορήθηκα.

Ούτε θα τραγουδώ μέχρι θανάτου

ούτε θα ξεδιψώ μ’ αίμα αθώων.

 

Τα συλλογίζομαι αυτά τώρα

την ώρα που προσπαθώ

να κουβαλήσω έναν μελιτζανόσπορο

μέχρι την υπόγεια φωλιά μου

για νάχω να περάσω

τις βροχερές μέρες του χειμώνα

με τα μυρμηγκάκια μου.

 

Παίρνω κουράγιο

και πορεύομαι ικανοποιημένος

μειδιώντας από ευχαρίστηση

που παρέμεινα ένα εργατικό μυρμήγκι.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Σχετικά με την Ωραία Κοιμωμένη και το κακό πουλί

Posted by vnottas στο 19 Ιουνίου, 2014

¨Στη σκιά της καρδιάς της καλής μου»  Αυτός είναι, σε πιστή μετάφραση, ο τίτλος ενός ακόμη τραγουδιού του άφταστου μπάρμπα (tonton) Γιώργη: Σε ατμόσφαιρα βουκολική και μελωδία μεσαιωνικής μπαλάντας τραγουδάει το εγερτήριο φιλί προς την ωραία κοιμωμένη του δάσους. Φιλί που όμως δε αρκεί πάντοτε για να δημιουργηθούν τα ποθητά αποτελέσματα. Ιδιαίτερα όταν  ανακατεύονται ξένα γκαντέμικα πουλιά που χαλάνε τη μαγεία.

Στις έξη τετράστιχες στροφές του τραγουδιού ο Μπρασένς επαναλαμβάνει, τραγουδώντας, τους δύο πρώτους στίχους. Στην απόδοση, επειδή χρειαζόμουν χώρο για τις πολυσύλλαβες ελληνικές λέξεις, ¨γέμισα¨ τις επαναλήψεις έτσι ώστε να χωρέσουν κάποιες νοηματικές αποχρώσεις που αλλιώς θα περίσσευαν και θα τις έκοβα. (Η βασική επιδίωξη παραμένει οι αποδόσεις να προσαρμόζονται – χωράνε- στη μελωδία)

sleeping-beauty-gustafson_jpg

Μες της καλής μου την καρδιά
Ξένο πουλί φτιάχνει φωλιά
Σαν καμωνόταν μια φορά
Πως ειν’ του δάσους η Κυρά
Πως είχε τάχα κοιμηθεί
Και στα σκοτάδια είχε χαθεί

Τότε κι εγώ γονατιστός
Στη γοητεία της πιστός
Φιλί αγάπης και γητειάς
Δίνω στο μέρος της καρδιάς
Νεράιδες σας παρακαλώ
Το νου σας να ’χετε κι εδώ

Μα το πανάθλιο το πουλί
Έκραξε με στριγκιά φωνή
¨Πιάστε τον κλέφτη, το φονιά¨
Κι ακούστηκε η στριγκλιά μακριά
Ποτέ, σα να ’ταν δυνατό,
Να θέλω Εκείνης το κακό

images (55)

Σάλος, αχός και σαματάς
Κι έφτασε κόσμος και ντουνιάς
Φτάσανε κι οι συγχωριανοί
Και ο πατέρας της μαζί
Την όμορφη να σώσουν νια
Από τον κλέφτη, το φονιά…

Τόση βοή και φασαρία
Διώχνει, σκορπίζει τη μαγεία
Το ξόρκι πια δε λειτουργεί
Τ’ ονείρου χάνεται η πνοή
Κι η όμορφη δεν αντιδρά
Στα χάδια μου και στα φιλιά

Είναι από τότε που ξανά
Πήρα τα δάση τα βουνά
Η λαβωμένη μου καρδιά
Σ’ έρωτες δεν πιστεύει πια
Το τόξο μου γερά κρατώ
Σ’ άγνωστους τόπους κυνηγώ

images (58)

A l’ombre du cœur de ma mie (bis)
Un oiseau s’était endormi (bis)
Un jour qu’elle faisait semblant
D’être la Belle au bois dormant

Et moi, me mettant à genoux (bis)
Bonnes fées, sauvegardez-nous (bis)
Sur ce cœur j’ai voulu poser
Une manière de baiser

Alors cet oiseau de malheur (bis)
Se mit à crier » Au voleur » (bis)
» Au voleur » et » A l’assassin «
Comm’ si j’en voulais à son sein

Aux appels de cet étourneau (bis)
Grand branle-bas dans Landerneau (bis)
Tout le monde et son père accourt
Aussitôt lui porter secours

Tant de rumeurs, de grondements (bis)
Ont fait peur aux enchantements (bis)
Et la belle désabusée
Ferma son cœur à mon baiser

Et c’est depuis ce temps, ma sœur (bis)
Que je suis devenu chasseur (bis)
Que mon arbalète à la main
Je cours les bois et les chemins

images (54)

Posted in Μπρασένς στα ελληνικά ΙV | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Έπεα ραντισμένα

Posted by vnottas στο 12 Ιουνίου, 2014

Ήτανε μέρα Κυριακή, μεσημεράκι. Σκόρπιες ξαφνικές ριπές ανέμου και το μπουρίνι έριχνε κουβάδες νερό (τον ένα πίσω από τον άλλο με ασυνεχή τρόπο) πάνω στις λαμαρίνες των δυο αυτοκινήτων που προσπαθούσαν να βγουν από τη Θεσσαλονίκη τραβώντας προς τα νότια. Μπροστά πήγαινε ο Ηλίας και η Μαρία. Ο Ηλίας είχε ξαναπάει στη παραθαλάσσια ταβέρνα με τη ¨σερβιτόρα που εξαφανίζεται πίσω απ την κουρτίνα¨ κι ήξερε το δρόμο. Πίσω εγώ οδηγώντας τσαλαβουτηχτά τον ¨Χοντρό¨ μαζί με τη Σόφη και τον Νίκο με την Ιωάννα, κοντά μας τις μέρες εκείνες. Όπου, που λέτε, φρενάρει ο Ηλίας   έξαφνα μπροστά μου δεξιά. Σταματάω κι εγώ παραπίσω και τον βλέπω να κατεβαίνει, να πλησιάζει το παράθυρο του συνοδηγού και να δίνει στον Νίκο χαρτί τυλιγμένο σε κύλινδρο και ασφαλισμένο με κόκκινη κορδέλα. Μετά τρέχοντας για να προφυλαχτεί από το κατεβατό επιστρέφει στο αμάξι του και βάζει μπρος.  Λίγο αργότερα φτάσαμε στη ¨σερβιτόρα¨ όπου μας περίμεναν ο Φάνης και η Μαρία. Καθησαμε έξω, η μπόρα σταμάτησε και το τσίπουρο ήταν καλό.

Το χαρτί έγραφε τα εξής:

2822D

Αλλάχ ου ακμπάρ…

Επειδή είμαι ηττημένος κατά κράτος

οριζοντίως και καθέτως

επί δεκαετίες οργισμένος είμαι.

Κάποιες νύχτες

όταν το μίσος κάνει κόκκινο το μυαλό μου

για εντελώς συγκεχυμένους λόγους

βγαίνω έξω μ ένα σπουδαίο

κοφτερό κυρτό μαχαίρι

και σφάζω λάστιχα ακριβών αυτοκινήτων

ή μια γραμμή τραβάω

από τη μία άκρη ως την άλλη

της τσίλικης μοντέρνας λαμαρίνας…

Ω τι ωραία που είναι

να σκέφτομαι την άλλη μέρα

τον καθώς-πρέπει κύριο

που θ’ αντικρύσει το τέλειο  κωλάμαξο του

σημαδεμένο με βαθιές γραμμές…

Και χέστηκα για αυτούς που βρίσκουν

αυτή τη πράξη βάρβαρη ή κομπλεξική.

Εξάλλου πάντα ήμουνα κομπλεξικός από μικρός

πιστεύοντας πως είμαι λύκος

και κάθε που ερχότανε πανσέληνος

ήθελα να ουρλιάζω σ’ ένα πατέρα που δεν έχω

γιατί εξαφανίστηκε σε κάποια νεφελώματα

του σύμπαντος

που δεν μπορεί ούτε ο Χαμπλ να δει

ούτε το τηλεσκόπιο Αρεσίμπο…

Μονάχος είμαι

και έχω μέσα μου δεκάδες άλλους

που το κουμάντο κάνει ένας Αραβας

μ’  ένα καμπυλωτό δαμασκηνό σπαθί.

τον έχω δει να κατασφάζει τους αγγέλους μου

τον έχω δει αγριεμένο να μου φωνάζει ‘βούλωστο’

Όμως όταν γυρνώ τις νύχτες

απ’ τους βανδαλισμούς των ακριβών αυτοκινήτων

κάθεται ήρεμος, χαιδεύει τη γενειάδα του

χαμογελάει και μου λέει

‘Αλλάχ ου ακμπάρ…’

ΥΓ Αν είναι αλήθεια ότι τα καλλιτεχνικά μηνύματα ολοκληρώνουν την διαδρομή τους ανοικτά στις υποκειμενικές/προσωπικές αποκωδικοποιήσεις του καθε  ¨αναγνώστη¨, τότε το παραπάνω έξοχο ποίημα του Ηλία Κουτσούκου,  θα ανακαλεί  (μαζί με άλλα που τα κρατάω για μένα) λόγια ραντισμένα από χοντρές ψιχάλες βροχής με γεύση τσίπουρου, καθώς και την ανάμνηση μιας εφηβικής συλλογής καμωμένης από (αποκολλημένα) σήματα αυτοκινήτων.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Σέρλοκ Μπάρμαν – Τραγωδία σε Μπαρ

Posted by vnottas στο 2 Ιουνίου, 2014

images (48)

Ο Στέφανο Μπένι είναι ένας σύγχρονος ιταλός συγγραφέας, κατά τη γνώμη μου: από τους καλλίτερους. Στην ιστοσελίδα του (και συγκεκριμένα εδώ) βρήκα ένα μικρό κείμενο, υποθέτω από τα πρώτα θεατρικά του,  γραμμένο τη δεκαετία του ’90. Άρχισα να το μεταφράζω, έτσι για  πλάκα, αλλά μια που ήταν μάλλον απλό και σύντομο το μετέφρασα όλο. Ο αρχικός τίτλος ήταν: ¨Η ελευθερία της Μοίρας¨, εν τέλει τιτλοφορήθηκε: ¨Σέρλοκ Μπάρμαν – Τραγωδία σε Μπαρ¨. Δείτε το σαν άσκηση γραφής θεατρικού λόγου.

Νάτο:

images (52)

Σέρλοκ Μπάρμαν

Τραγωδία σε Μπαρ

[ ‘Ένα μπαρ, νυχτερινός χαμηλός φωτισμός]

 

Μπάρμαν: Θα πιείτε κάτι κύριε;

Πελάτης:  Βάλε μου κάτι δυνατό, πολύ δυνατό.

Μπάρμαν:  Έχετε ανάγκη να πάρετε κουράγιο κύριε;

Πελάτης: Ναι, θα ’λεγα ναι.

Μπάρμαν:  Ένα Μπλόντι Μαίρη πάει καλά;

Πελάτης: [αναστενάζει] Ε, ναι.

Μπάρμαν:  Ερωτική απογοήτευση;

Πελάτης: Πώς το κατάλαβες;

Μπάρμαν:  Από τον αναστεναγμό, κύριε.

Πελάτης: Απ’ τον αναστεναγμό;

Μπάρμαν:  Ακριβώς. Ο αναστεναγμός από ερωτική απογοήτευση είναι αρκετά διαφορετικός από εκείνον της πτώχευσης ή απ’ εκείνον της απλής κατάθλιψης. Είμαι τριάντα χρόνια μπάρμαν και δε δυσκολεύομαι να τον αναγνωρίσω. Εσείς παρουσιάζετε όλα τα συμπτώματα ενός φρεσκο- εγκαταλειμμένου

Πελάτης: Δεν πρέπει να ζορίστηκες πολύ. Αρκεί να δει κανείς την φάτσα μου.

Μπάρμαν:  Ακριβώς.

Ψηλή, ξανθιά, έτσι δεν είναι;

Πελάτης: Αυτό πώς το κατάλαβες;

Μπάρμαν:  Α, Πρόκειται για επαγγελματική παρατηρητικότητα ενός μπάρμαν.  Έχετε μια ξανθή τρίχα στον ώμο και ένα πρόσφατο σημάδι από κοκκινάδι, στο μέτωπο. Και μια που είστε μάλλον ψηλός, μόνο μια ψηλή κοπέλα, ας πούμε τουλάχιστον ένα κι εβδομήντα, μπορεί να αφήσει ένα τέτοιο σημάδι.

Πελάτης: Απίθανο! Και τι άλλο θα είχες να προσθέσεις αγαπητέ μου Σέρλοκ Μπάρμαν;

Μπάρμαν:  Την κοπέλα την λένε Μαρία, είναι αεροσυνοδός, της αρέσουν τα ζώα και να πηγαίνει στο Λούνα Παρκ.

Πελάτης: Πράγματι! Μα τι στην ευχή είσαι; Μέντιουμ, μάγος, Πυθία;

Μπάρμαν:  Σας επαναλαμβάνω, είναι απλά το παρατηρητικό πνεύμα ενός μπάρμαν. Είδα ότι ταραχτήκατε όταν είπα το όνομα του κοκτέιλ Μπλόντι Μαίρη, άρα Μαρία, άντε το πολύ Μαρίνα, πρέπει να είναι το όνομα της γυναίκας που σας αναστατώνει. Εξάλλου αφήσατε εδώ στον πάγκο ένα πακέτο τσιγάρα χωρίς τη φορολογική ταινία. Αφού όμως δεν πρόκειται για μια μάρκα που την βρίσκει κανείς στο λαθρεμπόριο, συμπεραίνω ότι σας τα αγοράζει εκείνη στο αεροπλάνο ή στα αφορολόγητα του αεροδρομίου. Α, και η γραβάτα σας. Είναι ένα μοντέλο από εκείνα που πωλούνται στις μπουτίκ των αφορολογήτων στα αεροδρόμια. Επί πλέον αυτός ο αναπτήρας με το κόκερ μάλλον δε σας ταιριάζει. Είναι ένα δώρο της Μαρίας, έτσι δεν είναι; Τι άλλο; Α, αυτό εκεί δίπλα στον αναπτήρα δεν είναι ένα απόκομμα εισιτηρίου σε Λούνα Παρκ; Στα συγκρουόμενα, αν δεν κάνω λάθος.

Πελάτης: Όλα σωστά. Αλλά τότε μπορείς να μου πεις και γιατί η Μαρία με άφησε;

Μπάρμαν:  Χμμμ. Πρώτα απ’ όλα εξ αιτίας της αρρωστημένης ζήλιας σας για εκείνον τον πιλότο.

Πελάτης: Κι αυτό σωστό. Μα πώς τα καταφέρνεις…

Μπάρμαν:  Στοιχειώδες, εάν είστε ερωτευμένος με μια συνοδό, δεν μπορεί παρά να ζηλεύετε έναν πιλότο, έτσι δεν είναι; Έπειτα, βλέπω ότι φοράτε μπλε σακάκι και σκούρα γυαλιά, αυτό σημαίνει ότι ασυνείδητα έχετε την τάση να ντύνεστε σαν πιλότος για να ανταγωνιστείτε με το φάντασμα του αντίζηλού σας.

Πελάτης: Εν τάξει, εντάξει Σέρλοκ Μπάρμαν. Τώρα μη μου πεις ότι ξέρεις και γιατί μαλώσαμε.

Μπάρμαν:  Τα πιάτα, κύριε;

Πελάτης: Μα το θεό είναι αλήθεια! Το βρήκες κατά τύχη;

Μπάρμαν:  Όχι. Θα σας πω πως το συμπέρανα.  Η Μαρία γυρίζει σπίτι κουρασμένη, ωστόσο δέχεται να μαγειρέψει για σας. Αυτός ο λεκές από φρέσκη ντομάτα στο κουστούμι σας το επιβεβαιώνει, και,- φαίνεται – προέρχεται από σπιτικό τηγάνι, όχι από τραπέζι εστιατορίου. Μετά η Μαρία σας ζητάει να πλύνετε τουλάχιστον τα πιάτα. Εσείς μουρμουρίζετε μεν, αλλά αρχίζετε να τα πλένετε, όμως χωρίς όρεξη, και χωρίς προσοχή, όπως επιβεβαιώνει και η μυρουδιά από απορρυπαντικό που προέρχεται από το μανίκι του πουκάμισού σας. Αλλά ύστερα σπάτε ένα πιάτο και γρατζουνάτε το δείκτη του δεξιού σας χεριού, ακριβώς εκεί…

Πελάτης: Μα…

Μπάρμαν:  Μη με διακόπτετε, η Μαρία θυμώνει και φωνάζει ¨είσαι ένας ανίκανος¨, εσείς την πιάνετε από τους καρπούς, γι αυτό το βραχιόλι της άφησε σημάδι στην παλάμη σας, η Μαρία σας γρατζουνάει στο λαιμό, αγκαλιάζεστε και, όπως συμβαίνει συχνά σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ερεθίζεστε και είστε έτοιμοι να κάνετε έρωτα.

Πελάτης: Αυτό πώς το ξέρεις;

Μπάρμαν:  Πουκάμισο ξεκούμπωτο, πανταλόνι στραβοκουμπωμένο,  μια διαχεόμενη μυρωδιά υγρών που ακόμη εκπέμπετε. Όμως μετά η Μαρία δυσανασχετεί γιατί εσείς θέλετε να την πάρετε από πίσω και σας ρίχνει μια κλωτσιά στο καλάμι, να εκεί βρίσκεται το σημάδι, και μετά σας ρίχνει και μια γερή σφαλιάρα στον λαιμό. Ξεσπάει καυγάς με εκτόξευση πιάτων, σπάτε ντουζίνες, βλέπω ότι στο ρεβέρ του παντελονιού σας υπάρχουν ακόμη θραύσματα από πορσελάνη. Η Μαρία τραβάει το κολιέ που της είχατε χαρίσει ουρλιάζοντας ¨δε θέλω τίποτα δικό σου¨ και βγαίνει χτυπώντας δυνατά την πόρτα. Εσείς μαζεύετε μηχανικά κάποια από τα μαργαριτάρια και τα βάζετε στο τσεπάκι του σακακιού, νάτα εκεί, μετά τρέχετε από πίσω της αλλά στο πλατύσκαλο γλιστράτε πάνω στις πέρλες και πέφτετε, πράγματι μπήκατε εδώ μέσα κουτσαίνοντας και κρατώντας την πλάτη σας.

Πελάτης: Μου προξενείς φόβο!

Μπάρμαν:  Έπειτα βγαίνετε τρέχοντας στον δρόμο, χωρίς καν να βάλετε το παλτό σας, αλλά δεν βρίσκετε την Μαρία. Και τώρα βρίσκεστε εδώ μπροστά μου, απελπισμένος.

images (50)

Πελάτης: Αφού τα ξέρεις όλα, θα μου πεις πώς τελειώνει αυτή η ιστορία;

Μπάρμαν:  Μπορώ να δοκιμάσω. Η Μαρία έχει οργιστεί. Οι αεροσυνοδοί πάσχουν συχνά από νευρικές ανισορροπίες εξ αιτίας της αλλαγής του ωραρίου. Η, με συγχωρείτε, πρώην γυναίκα σας σπεύδει να παρηγορηθεί από τον πιλότο της στο μπαρ Ρούντι, το στέκι των πιλότων όπου μαζεύονται όλοι τέτοια ώρα. Αλλά σήμερα είναι Δευτέρα και τον Μπαρ Ρούντι είναι κλειστό. Πάει λοιπόν λίγα βήματα παρακάτω και να που τον βρίσκει στο Μπαρ Πάολο, αλλά η Μαρία λέει στον πιλότο ¨σε παρακαλώ ας μη μείνουμε σ’ αυτό το μέρος. Γιατί ¨Πάολο¨ είναι το όνομά σας κύριε, είναι γραμμένο στο μενταγιόν που φοράτε στο λαιμό και η Μαρία έξαλλη όπως είναι δε θέλει τίποτα που να σας θυμίζει.

Πελάτης: Εντάξει. Αλλά τότε τι κάνουν;

Μα, επειδή εδώ και πέντε λεπτά βρέχει. καταφεύγουν στο πιο κοντινό μπαρ.

Πελάτης: Δηλαδή;

Μπάρμαν:  Αυτό εδώ κύριε. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου θα πρέπει να μπουν σε… ένα λεπτό.

Πελάτης: Και τότε… τι θα συμβεί;

Μπάρμαν:  Νομίζω ότι εσείς κύριε θα εκραγείτε γιατί δε θα αντέξετε το θέαμα των δυο τους αγκαλιασμένων, μια που τίποτα δεν φέρνει πιο κοντά τη σάρκα και το συναίσθημα μιας αεροσυνοδού και ενός πιλότου, όσο η βροχή. Εκτός αυτού, επειδή η Μαρία σας είναι χαρακτήρας μάλλον ζόρικος, νομίζω ότι θα σας προκαλέσει.

Πελάτης: Και τότε;

Τότε εσείς θα βγάλετε το πιστόλι που τυχαία είδα κάτω από το σακάκι σας. Αλλά θα είναι ένα σοβαρό λάθος. Γιατί εκεί, σε εκείνο το τραπέζι είναι ένας αστυνομικός με πολιτικά, τον αναγνωρίζω από το κούρεμα και από τα παπούτσια. Ο αστυνομικός θα βγάλει το περίστροφο υπηρεσίας που έχει περασμένο στη ζώνη του, βλέπετε εκεί το φούσκωμα, και θα σας αφήσει ξερό σε λιγότερο από μια στιγμή.

Πελάτης: Είναι γελοίο. Εξάλλου πέρασε ήδη ένα λεπτό και δεν φάνηκε ακόμη κανείς.

Μπάρμαν:  Σωστά. Ξέχασα ότι εδώ παρακάτω έχει ένα κατάστημα οικιακών ειδών. Η Μαρία δε θα αντισταθεί στον πειρασμό να δει εάν υπάρχει ένα σερβίτσιο πιάτων για να αντικαταστήσει εκείνο που καταστράφηκε στον καυγά.

Πελάτης: Επομένως;

Μπάρμαν:  Επομένως υπάρχει μια μικρή καθυστέρηση. Αλλά να, όπως προβλέψαμε, νάτοι!

[Μπαίνουν ένας άνδρας και μία γυναίκα]

Πελάτης: Ώ θεέ μου, όχι!

Μπάρμαν: Μείνετε ψύχραιμος κύριε!

Μαρία: Α, εδώ είσαι Πάολο. Ακόμη όρθιος. Μα δεν είχες πει ότι θα αυτοκτονήσεις;

Πελάτης: Μαρία μη με προκαλείς.

Μαρία: Ποιος θέλει να σε προκαλέσει. Να σου παρουσιάσω τον κυβερνήτη Σεριόλι, τον πιλότο του αεροπλάνου μου.

Ο Κυβερνήτης: Χαίρω πολύ.

Πελάτης: Χαίρομαι σκατά! Βιάστηκες να με αντικαταστήσεις ε, πουτάνα;

Μαρία: Πάολο είσαι ο συνηθισμένος αγροίκος

Ο Κυβερνήτης: Σου απαγορεύω να βρίζεις τη δεσποινίδα

Πελάτης: Α ναι; Γιατί τι θα κάνεις μορφονιέ; Νομίζεις ότι σε φοβάμαι;

Μαρία: Πάολο, τρελάθηκες; Κατέβασε αυτό το πιστόλι!

Πελάτης: Όχι, θα μου το πληρώσεις πουτάνα, και συ μπάσταρδε, ποιος ξέρει πόσα χρόνια με κοροϊδεύατε εσείς οι δύο, αλλά θα μου το πληρώσετε!

Αστυνομικός: Ακίνητοι! Αστυνομία! Βάλε κάτω το όπλο ή πυροβολώ!

Πελάτης: Βρωμιάρα θα σε σκοτώσω!

 

1. πυροβολισμός

2. κραυγή

3. ήχος πτώσης

[φωνές στο μισοσκόταδο]

- Ώ θεέ μου, τον σκοτώσατε

- Έπρεπε να τον σταματήσω κυρία μου, αυτός ο τρελός ήταν έτοιμος να πυροβολήσει

- Βοήθεια, πεθαίνω…

- Φωνάξτε ένα ασθενοφόρο.

- Χάνει πολύ αίμα, δε θα τα καταφέρει

- Τι συνέβη;

- Έπεσαν πυροβολισμοί. Ένας αστυνομικός πυροβόλησε έναν άνδρα, μα αυτός έσκυψε και η σφαίρα χτύπησε θανάσιμα τον μπάρμαν.

images (51)

Posted in ΘΕΑΤΡΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Οι φίλοι μου, γράφουν… (ΙΙ)

Posted by vnottas στο 28 Μαΐου, 2014

Ο Ηλίας για τον περιπλανώμενο βρικόλακα

images (40)

Ηλίας Κουτσούκος

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΒΡΙΚΟΛΑΚΑ

 

Έτσι κατάντησα να γυρνώ

τις νύχτες που δραπετεύω

απ το αστικό μου άσυλο στις τρεις της νύχτας

κι αρχίζω το σώμα μου να περιφέρω σε στενά

με ξενικά ονόματα

οδοί Παβέζε, Χεμινγουέη, Μονρόε

Κέσλερ, Σίντμπεργκ, Φροστ και άλλα.

Μπαίνω σε μπαρ που πίνουν μπύρες

δίποδα με περιβραχιόνια-αγκύλες-

και σ άλλα που μπορείς να παραγγείλεις

μόνο μολότοφ με αψέντι ή χειροβομβίδες

ξυράφια ή στιλέτα margarita…

Ακούγεται διαρκώς μια μουσική

Βάγκνερ, Μάλερ , Ντβόζαρκ…

και συναντώ επίσης σε διάφορες γωνιές

γριές ξεδοντιασμένες που τραγουδούν

τραγούδια παιδικά, του στυλ

‘περνά-περνά η μέλισσα’

ή  ‘φεγγαράκι μου λαμπρό’

και περπατώ χαμογελώντας δίχως λόγο

-κανένας δεν με βλέπει-

Μονάχα ένας, σινιάλο κάνει

φορώντας ένα κόκκινο καπέλο…

Τον πλησιάζω, του μιλώ, έχω χαθεί’ του λέω.

Μου απαντά μ’ ευγένεια

λέγεται Ίταλο Καλβίνο

και με ενημερώνει πως βρίσκομαι

σε συνεχές ταξίδι επί αοράτων πόλεων

με συμβουλεύει με χαμόγελο

να μη τρομάζω και να μην περίεργα αντιδρώ

στο τέλος-μου εξηγεί-

‘θα επιστρέψεις σαν καλό παιδί

στο κρεβατάκι σου

και το πρωί θα σηκωθείς περδίκι

τουτέστιν δηλαδή, δεν θα θυμάσαι τίποτα..’

μόνο αυτό μπορώ να πω,

γαμώ τον Φρόυντ

κι όλα  τα πάθη της ψυχής…

images (44)

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Οι φίλοι μου, γράφουν… (Ι)

Posted by vnottas στο 28 Μαΐου, 2014

Ο Νίκος για την πανέμορφη Ταναγραία

Tanagra-figurine-11

 

Νίκος Μοσχοβάκος

  Η ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΤΑΝΑΓΡΑΙΑΣ

                         

Μετά πολλά χρόνια

όταν ο μελλοντικός ποιητής

θα σταθεί άναυδος

μπροστά στο αγαλματίδιο

της πανέμορφης Ταναγραίας

το μυαλό του

σε μιαν άγρια τρικυμία

πνεόντων αισθημάτων

θ’ αναζητά παρηγοριά

προσφεύγοντας στις λέξεις

όμως αυτές θ’ απουσιάζουν

καθώς χάθηκαν αθόρυβα

με τα χρόνια.

Έτσι το ποίημα δεν θα γραφτεί

η σωτηρία δεν θάρθει.

Τα βλέπει αυτά ξεκάθαρα

η εξαίσια χαλκόμορφη Ταναγραία

και τα μάτια της βουρκώνουν

από συμπαράσταση

στο μελλοντικό ποιητή

που δεν θα μπορέσει

να την τραγουδήσει.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Επανεκκίνηση

Posted by vnottas στο 22 Μαΐου, 2014

Είναι καιρός που δε γράφω, το ξέρω, κι ακόμη κι οι βόλτες μου στο διαδίκτυο ήταν τον τελευταίο καιρό λιγοστές. Τώρα, είπα να ξαναπάρω μπρος, να ξαναχτυπήσω το πληκτρολόγιο και να ξανασκαρφαλώσω στο  σύννεφο με τα ¨διάφορα¨ που απασχολούν το Ιστολογοφόρο: φίλοι που δημιουργούν, στίχοι που επιζούν, κάποιες μουσικές και κάποιες σκόρπιες σκέψεις. Προς στιγμήν όμως, λέω να αντιγράψω και να αναδημοσιεύσω εκτάκτως και επειγόντως ένα εξαιρετικό κείμενο του Αντώνη Αντωνάκου, που μόλις ανακάλυψα, αν και έχει δημοσιευτεί πριν ένα μήνα στον ¨Αδέσποτο Σκύλο¨. Νομίζω πως ταιριάζει στις μέρες που διανύουμε. Να το:

 

Ας αφήσουμε τους συμπολίτες στην ησυχία τους

 

aw

Ας αφήσουμε τους συμπολίτες στην ησυχία τους.

Ας αφήσουμε τους χριστιανούς στα ευχέλαια
και τους νυμφομανείς στις παρελάσεις.
Ας αφήσουμε τα κηρύγματα και τα ποιήματα
και τα δόλια γραπτά.
Ας αφήσουμε τον κοσμάκη στην κοσμάρα του
και τον κόσμο στα βιβλία.
Ας αφήσουμε τις νοικοκυρές στη μαγειρική τους
και τα μαθηματικά στους πονηρούς.
Ας αφήσουμε το χάος στη θέση του
και τα μουνάκια στα βρακιά τους.
Ας αφήσουμε τα χαράτσια στο κράτος
και τους πεινασμένους στην εκκλησία.
Ας αφήσουμε το λήθαργο των συμπολιτών μας στην ιστορία
και το φεγγαράκι πίσω απ’ τα σύννεφα.
Ας αφήσουμε το φίδι στον κόρφο της ομορφιάς
και την ομορφιά στα χέρια του διαφημιστή.
Ας αφήσουμε να μιλήσουν οι πέτρες.
Ας αφήσουμε να γίνουν θαύματα.
Ας αφήσουμε το Χριστό και το Βούδα
να γίνουν πρόεδροι των κρατών.
Ας αφήσουμε τη ζωή μας στα χέρια των σοφών.
Ας αφήσουμε τα στομάχια μας στη χημεία
και το θάνατο στην εταιρία λογοτεχνών.
Ας αφήσουμε την αδιαφορία να κυβερνήσει
και το αγγλικό δίκαιο να δικαιώσει τα μαύρα λεφτά.
Ας αφήσουμε τους νέους ποιητές στον ερμητισμό
και τους παλαιούς στα κρατικά βραβεία.
Ας αφήσουμε τους μετανάστες να πνίγονται
και τις νοικοκυρές να δακρύζουν.
Ας αφήσουμε τους πλούσιους στα πλούτη τους
και τους φτωχούς στη φτώχεια τους.
Ας αφήσουμε τον έρωτα στο σινεμά
και τα πάθη στα μουσεία.
Ας αφήσουμε τους επώνυμους να κυβερνούν
και τους ανώνυμους να λυσσάνε.
Ας αφήσουμε την επανάσταση
κι ας πιάσουμε το τηλεκοντρόλ.
Ας αφήσουμε τις αγκαλιές κι ας πιάσουμε τ’ αρχίδια μας.
Ας αφήσουμε τη γκρίνια να κυβερνά
και το Άγιο Πάσχα να περιστρέφεται.
Ας αφήσουμε τους Πακιστανούς στα θερμοκήπια
και τους Βούλγαρους στις αποθήκες.
Ας αφήσουμε το θεό να ρυθμίσει το χρέος
και τις ορμόνες να ρυθμίσουν το θεό.
Ας αφήσουμε το στρατό να κάνει το χρέος του
και το διάολο να κοιτάζει μπροστά.
Ας αφήσουμε τον κόσμο χειρότερο
και τον χειρότερο κόσμο στη θέση του.
Ας αφήσουμε την υποτέλεια όπως τη βρήκαμε.
Ας αφήσουμε την τέχνη στα ψώνια.
Ας αφήσουμε στους βιομήχανους τον αέρα
και το νερό στους εφοπλιστές.
Ας αφήσουμε την καλοζωία στους εισοδηματίες
και το έγκλημα στους δυνατούς.
Ας αφήσουμε την καύλα μας στα σφαγεία
και τη νιότη μας στα σχολειά.
Ας αφήσουμε τις ωοθήκες μας στην εταιρία
και τη ζωή μας στο Μαμωνά.
Ας αφήσουμε το Ισραήλ να κάνει το χρέος του
και τον πολύτεκνο να σπέρνει παιδιά.
Ας αφήσουμε τους ειδικούς να μιλήσουν για μας.
Ας αφήσουμε τη δημοκρατία μας στο βάθρο της
και τους δοσίλογους να την παίρνουν αγκαλιά.
Ας αφήσουμε το κεφάλαιο να βγάζει λεφτά.
Ας αφήσουμε στους ατσίδες τα κοινά.
Ας αφήσουμε τους συμπολίτες στην ησυχία τους πια.

Posted in ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΦΙΛΩΝ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Εγώ, αν ήμουνα θεός… 2 (Δημοσιογράφοι και Πολιτικοί)

Posted by vnottas στο 27 Απριλίου, 2014

αρχείο λήψης (4)

Εγώ, αν ήμουνα θεός,

πρώτους θα καταριόμουνα

τους δημοσιογράφους

(και όχι μόνο ¨κάποιους¨),

που σίγουρα δεν είναι πρόσωπα εκλεκτά

και απ’ όπου κι αν τους πιάσεις

τους έπιασες σωστά.

Κύριοι της Ενημέρωσης για νέα που διψάτε

και που μυαλό διαθέτετε, κι όμως το σπαταλάτε,

κι αντί να πείτε ελεύθερα εκείνο που συμβαίνει

άλλα μας λέτε, τάχατε, πάντα υποχρεωμένοι

από κακά αφεντικά, εμπόρους, καναλάρχες

κι άλλους νέο-εποχικούς, σύγχρονους φεουδάρχες.

 

Κι έτσι μας βομβαρδίζετε με έγχρωμες εικόνες,

με προέδρους ευσυγκίνητους και με μανούλες μόνες.

Μα τι κουράγιο ειν’ αυτό, οποία γενναιότητα,

να ρίχνεστε στα βάσανα που ’χει η ανθρωπότητα

χωρίς φραγμούς κι αναστολές,

κανίβαλοι, νεκρόφιλοι, μελοδραματικοί,

παμπόνηροι και τελικά κατευχαριστημένοι

αν φτάσατε στα νούμερα, εκείνο που ευφραίνει.

 

Εν τάξει, ας το παραδεχτώ,

του τύπου η κατάργηση θα ήταν ίσως τρέλα,

μα εγώ αν ήμουνα θεός μπροστά σε τόση αηδία

χάρη δε θα τους έκανα

για τη δημοκρατία!

images (36)

Αν ήμουνα Θεός εγώ,

πολλών το στόμα θα έκλεινα μια και έξω,

στα πόδια μου ανάμεσα δύσκολα να αντέξω

θα μπόραγα: από υπουργούς, ίσα με κομματάρχες.

Γιατί αυτό που όλοι αυτοί λένε Πολιτική,

είναι παιχνίδι βρώμικο, παιχνίδι εξουσίας

και πυρετός και τύφος

κι αρρώστια κολλητική

Άσε που φέρνουν σ’ ήρωες ιλαροτραγωδίας

στις φάτσες και στο ύφος!

 

Ψηλά από τον θρόνο μου, (αν μ’ είχατε Θεό

και θέλατε ν’ ακούσετε),

ένα θα ‘χα να πω:

όπως την καταντήσατε, είναι η πολιτική

επάγγελμα αισχρό.

Κι ακόμη προς τον Πλάτωνα, που ‘χει προτείνει ήδη

ως ιδεώδη λύση ¨πολιτικό / φιλόσοφο¨,

θα ‘θελα να προσθέσω:

αυτός που μας προέκυψε στου χρόνου το ταξίδι

μοιάζει, αν όχι είναι,

λιγότερο φιλόσοφος και πιο πολύ αρχίδι.

Είναι σα φούσκα στρογγυλή, χωρίς γνώθι σαυτόν.

Μετρ των οφθαλμαπατών τον κόσμο τριγυρίζει

και άδεια λόγια, απατηλά, με ζέση ξεφουρνίζει.

 

Και εσάς τα κομματόσκυλα και όλο σας το σόι

καμιά δεν έχω όρεξη να ξαναξεφωνίσω

-είναι παραπονιάρηδες αυτήν την εποχή

μόνο όσοι είναι βλίτα, ή το πολύ κεντρώοι!

Όλα σας τα καμώματα και τα μεγάλα λόγια

είναι μόνο για κλάματα και δεν αξίζουν σχόλια.

Τόσο πια είναι φανερό το τι παιχνίδι παίζετε

π’ ούτε να με τσαντίσετε δεν θα τα καταφέρετε

Αν τελικά κατέβαινα ως το επίπεδό σας

θα ‘ταν μάχη ανώφελη ενάντια σ’ ηλιθίους

κι αντί για άλλη απάντηση, αντί να κατεβάσω 

καντήλια και αγίους,

η σιωπή μου θα ‘πρεπε να είναι αρκετή.

Όμως, για κοίτα που αυτή μου λείπει η αρετή,

για δες που είμαι ένας Θεός που έχει θυμικό

Θεός με ελαττώματα, Θεός ημιτελής

και αν είσαι τέτοιος εύκολο ειν’ να παρασυρθείς

όταν πάρει τ’ απάνω του τ’ ασύστολο κακό,

όταν τριγύρω γίνονται πράγματα βδελυρά,

Θεός κι αν είσαι, δεν μπορείς να μη παραφερθείς.

 

images (35)

Σας έφτιαξα μια ακόμη ελεύθερη απόδοση  στίχων του μονόλογου των Γκάμπερ και Λουπορίνι Io se fossi Dio (1991). Οι πρώτες στροφές μαζί με το πλήρες κείμενο στα ιταλικά βρίσκονται στην προηγούμενη ανάρτηση.

Posted in Τζόρτζιο Γκάμπερ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Εγώ, αν ήμουνα Θεός…

Posted by vnottas στο 22 Απριλίου, 2014

(Οι πρώτες στροφές)

images (30)

Εγώ, αν ήμουνα Θεός

-και θα μπορούσα να ’μουν.

Αν όχι,

άλλος ποιος;

Εγώ, αν ήμουνα Θεός

δε θα με ’ρίχναν οι ελιγμοί των πονηρών

ερασιτέχνης δε θα  ήμουν αγαθός

μα θα ‘μουν πανταχού  παρών!

Θα ’μουν παντού τα πάντα να εποπτεύω,

να κριτικάρω, να κατασκοπεύω

τι κάνει ο κόσμος ο μικρός.

Ας πούμε, ο μπουρζουάς, ο βαρετός,

που μουρμουρίζει ό, τι κι αν του δώσεις

και αμαρταίνει,

πάντοτε με δόσεις.

Που ’ν μίζερος πολύ ο φουκαράς

τι κι αν το ξέρει πως:

έχει ο Θεός την έξη

να ‘ναι ακριβής σαν Σουηδός-

κι όμως ο αστός, ο μασκαράς,

θαρρεί ότι μπορεί να μετατρέψει

τα Κρίματα σε λάθη της σειράς

και ότι έτσι, εν τέλει, ο Θεός

θα παραβλέψει.

Γι αυτό κι εγώ,

αν ήμουνα Θεός,

παλιότερη θα διάλεγα εποχή.

Θεός αν ήμουν

θα προτιμούσα το αρχαίο πάθος, την αρχαία ορμή,

όπου είχε μίσος

κι έπειτα αγάπη

και το εχθρό ξεπλήρωνες μ’ οργή.

 *

Αλλά,

δεν έχω ακόμη ξεκινήσει

για την ουράνια γύρα,

καθώς μαζί σας με τραβάτε συνεχώς

στην κατρακύλα.

 * 

Και βέβαια, αν ήμουνα Θεός

σίγουρα δε θα ήμουν σφιχτοχέρης

σπαγκοραμμένος κι εξηνταβελόνης

στα υλικά να κάνω οικονομία,

να ’ν δεύτερης ποιότητας η λάσπη

κι οι ανθρώποι να μου βγαίνουν

κάπως σκάρτοι.

Κι όμως, αλίμονο, αυτό συχνά συμβαίνει

κι έτσι ο Θεός -Εγώ- πρέπει να στέλνει

κάποιον με οδηγίες κάθε τόσο,

αλλά καθώς σε σας αρέσουν οι ερμηνείες,

οι διαστρεβλώσεις κι οι δικολαβίες,

θα μ’ αναιρείτε

ό, τι κι αν σας δώσω.

 *

Αν ήμουνα εγώ Θεός

του γιου μου δε θα έκανα τα λάθη

και προπαντός,

αν ήτανε να μίλαγα γι Αγάπη

θα τα ’λεγα όλα λίγο πιο σαφώς.

Γιατί σ’ εσάς είναι γνωστό ότι αρέσει

να φλυαρείτε για Αγάπη διαρκώς

κι Αλληλεγγύη και Βοήθεια και άλλα…

κάπως σα γέροι από καιρό ξεμωραμένοι,

μα πίσω από τα λόγια τα μεγάλα

λίγη είναι η ουσία που απομένει.

 *

Τώρα, εσείς καμώνεστε

τη Γη πως αγαπάτε

κι ό, τι βυζαίνει απ’ αυτήν:

απ’ τ’ άγρια ζώα έως τα δελφίνια

-χώρια σκύλους και γάτες,

και καναρίνια-

Μα σαν κάποιος διαθέτει

τέτοιο απόθεμα αγάπης στο μανίκι,

η απορία  είναι λογική:

μα πώς στο διάβολο μπορεί

μόνο με τους ομοίους του

να ‘ναι τόσο καθίκι;

 * 

Εγώ, αν ήμουνα Θεός

θα ‘χα βγει απ’ τα ρούχα μου

και θα ’νιωθα αηδία

πιότερο απ’ όλα τ’ άλλα,

με την υποκρισία,

όταν για τους ανάπηρους και τους αδικημένους

μοστράρετε μια ψεύτικη, δήθεν ανησυχία.

Τα ’χω μ’ εκείνους

που για να δείξουν ότι είν’ ανθρωπιστές

και να κερδίσουνε στο Δήμο μια θητεία

φτιάχνουν διαβάσεις στις γωνιές και στις στροφές

Αλλά,

μέσα στης πόλης τα σκατά

μέσα στο χάος, μέσα στη βαβούρα,

τα έργα αυτά, κενά, μοναχικά 

ανακαλούν  μόνο νοθεία και φιγούρα.

Κι όμως, ύπουλοι σύμβουλοι,

εγώ ξέρω καλά,

πως όλους στην αράδα

τους δυστυχείς θα ρίχνατε ευχαρίστως

σ’ απύθμενο Καιάδα

giorgio-gaber (1) 

*

Αλλά,

δεν έχω ακόμη ξεκινήσει

για την ουράνια γύρα,

καθώς μαζί σας με τραβάτε συνεχώς

στην κατρακύλα.

*

Ο μουσικός μονόλογος Io se fossi Dio (Τζόρτζιο Γκάμπερ και Σάντρο Λουπορίνι), κυκλοφόρησε  το 1980 και λογοκρίθηκε αμέσως από όλα τα τότε ιταλικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα. Οι στίχοι θίγουν πολλά από τα κακώς κείμενα της εποχής και  είναι εμπνευσμένοι από το S’i’ fosse foco,  γνωστό αναγεννησιακό σονέτο του Cecco Angiolieri (το έχουμε ήδη παρουσιάσει στο ιστολογοφόρο μελοποιημένο από τον Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ –εδώ). Υπάρχουν περισσότερες της μιας εκδοχές του μονόλογου, καθώς ο Γκάμπερ στις θεατρικές μουσικές του περιοδείες προσάρμοζε το κείμενο, σχολιάζοντας τις τρέχουσες κάθε φορά πολιτικο-κοινωνικές καταστάσεις  Εδώ έχουμε βασικά την τελευταία εκδοχή (1991) που θίγει γενικότερες πληγές και προβλήματα της ιταλικής κοινωνίας, ενώ η πρώτη εκδοχή είναι στενότερα δεμένη με συγκεκριμένα γεγονότα της εποχής, όπως η δολοφονία του Άλντο Μόρο και άλλα. Σήμερα ανάρτώ μια προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά των πρώτων στροφών του μονόλογου. Για το υπόλοιπο, καθώς και για ορισμένα ενδιαφέροντα τμήματα του αρχικού κείμενου επιφυλάσσομαι να σας φτιάξω μια μετάφραση/προσαρμογή στο προσεχές μέλλον.

Ακολουθούν:

α. Μια ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά που σας έφτιαξα

και

β. Το πλήρες ιταλικό κείμενο

images (32)

Io
se fossi Dio
e io potrei anche esserlo
se no non vedo chi…
Io se fossi Dio non mi farei fregare dai modi furbetti della gente
non sarei mica un dilettante
sarei sempre presente
sarei davvero in ogni luogo a spiare
o meglio ancora a criticare, appunto
cosa fa la gente.

Per esempio il piccolo borghese
com’è noioso
non commette mai peccati grossi
non è mai intensamente peccaminoso.
Del resto poverino è troppo misero e meschino
e pur sapendo che Dio è il computer più perfetto
lui pensa che l’errore piccolino
non lo veda
o non lo conti affatto.Per questo io se fossi Dio
preferirei il secolo passato
se fossi Dio rimpiangerei il furore antico
dove si amava, e poi si odiava
e si ammazzava il nemico.

Ma io non sono ancora nel regno dei cieli
Sono troppo invischiato nei vostri sfaceli.

Io se fossi Dio
non sarei mica stato a risparmiare
avrei fatto un uomo migliore.
Sì, vabbè, lo ammetto
non mi è venuto tanto bene
ed è per questo, per predicare il giusto
che io ogni tanto mando giù qualcuno
ma poi alla gente piace interpretare
e fa ancora più casino.

Io se fossi Dio
non avrei fatto gli errori di mio figlio
e specialmente sull’amore
mi sarei spiegato un po’ meglio.
Infatti voi uomini mortali per le cose banali
per le cazzate tipo compassione e finti aiuti
ci avete proprio una bontà
da vecchi un po’ rincoglioniti.

Ma come siete buoni voi che il mondo lo abbracciate
e tutti che ostentate la vostra carità.
Per le foreste, per i delfini e i cani
per le piantine e per i canarini
un uomo oggi ha tanto amore di riserva
che neanche se lo sogna
che vien da dire:
ma poi coi suoi simili come fa ad essere così carogna…
k3936833
Io se fossi Dio
direi che la mia rabbia più bestiale
che mi fa male e che mi porta alla pazzia
è il vostro finto impegno
è la vostra ipocrisia.
Ce l’ho con quelli che per salvare la faccia
per darsi un tono da cittadini giusti e umani
fanno passaggi pedonali e poi servizi strani
e tante altre attenzioni
per handicappati sordomuti e nani.
E in queste grandi città
che scoppiano nel caos e nella merda
fa molto effetto un pezzettino d’erba
e tanto spazio per tutti i figli degli dèi minori.
Cari assessori, cari furbastri subdoli altruisti
che usate gli infelici con gran prosopopea
ma io so che dentro il vostro cuore li vorreste buttare
dalla rupe Tarpea.

Ma io non sono ancora nel regno dei cieli
sono troppo invischiato nei vostri sfaceli.

Io se fossi Dio
maledirei per primi i giornalisti e specialmente tutti
che certamente non sono brave persone
e dove cogli, cogli sempre bene.
Signori giornalisti, avete troppa sete
e non sapete approfittare della libertà che avete
avete ancora la libertà di pensare, ma quello non lo fate
e in cambio pretendete
la libertà di scrivere
e di fotografare.

Immagini geniali e interessanti
di presidenti solidali e di mamme piangenti
e in questo mondo pieno di sgomento
come siete coraggiosi, voi che vi buttate senza tremare un momento:
cannibali, necrofili, deamicisiani, astuti
e si direbbe proprio compiaciuti
voi vi buttate sul disastro umano
col gusto della lacrima
in primo piano.

Sì, vabbè, lo ammetto
la scomparsa totale della stampa sarebbe forse una follia
ma io se fossi Dio di fronte a tanta deficienza
non avrei certo la superstizione
della democrazia.

Ma io non sono ancora nel regno dei cieli
sono troppo invischiato nei vostri sfaceli.

Io se fossi Dio
naturalmente io chiuderei la bocca a tanta gente.
Nel regno dei cieli non vorrei ministri
né gente di partito tra le palle
perché la politica è schifosa e fa male alla pelle.
E tutti quelli che fanno questo gioco
che poi è un gioco di forze ributtante e contagioso
come la febbre e il tifo
e tutti quelli che fanno questo gioco
c’hanno certe facce
che a vederle fanno schifo.

Io se fossi Dio dall‚alto del mio trono
direi che la politica è un mestiere osceno
e vorrei dire, mi pare a Platone
che il politico è sempre meno filosofo
e sempre più coglione.
E’ un uomo a tutto tondo
che senza mai guardarci dentro scivola sul mondo
che scivola sulle parole
e poi se le rigira come lui vuole.

Signori dei partiti
o altri gregari imparentati
non ho nessuna voglia di parlarvi
con toni risentiti.
Ormai le indignazioni son cose da tromboni
da guitti un po’ stonati.
Quello che dite e fate
quello che veramente siete
non merita commenti, non se ne può parlare
non riesce più nemmeno a farmi incazzare.
Sarebbe come fare inutili duelli con gli imbecilli
sarebbe come scendere ai vostri livelli
un gioco così basso, così atroce
per cui il silenzio sarebbe la risposta più efficace.

Ma io sono un Dio emotivo, un Dio imperfetto
e mi dispiace ma non son proprio capace
di tacere del tutto.
Ci son delle cose
così tremende, luride e schifose
che non è affatto strano
che anche un Dio
si lasci prendere la mano.

Io se fossi Dio preferirei essere truffato
e derubato, e poi deriso e poi sodomizzato
preferirei la più tragica disgrazia
piuttosto che cadere nelle mani della giustizia.
Signori magistrati
un tempo così schivi e riservati
ed ora con la smania di essere popolari
come cantanti come calciatori.
Vi vedo così audaci che siete anche capaci
di metter persino la mamma in galera
per la vostra carriera.

Io se fossi Dio
direi che è anche abbastanza normale
che la giustizia si amministri male
ma non si tratta solo
di corruzioni vecchie e nuove
È proprio un elefante che non si muove
che giustamente nasce
sotto un segno zodiacale un po‚ pesante
e la bilancia non l’ha neanche come ascendente.
Io se fossi Dio
direi che la giustizia è una macchina infernale
E’ la follia, la perversione più totale
a meno che non si tratti di poveri ma brutti
allora sì che la giustizia è proprio uguale per tutti.

Io se fossi Dio
io direi come si fa a non essere incazzati
che in ospedale si fa morir la gente
accatastata tra gli sputi.
E intanto nel palazzo comunale
c’è una bella mostra sui costumi dei Sanniti
in modo tale che in questa messa in scena
tutto si addolcisca, tutto si confonda
in modo tale che se io fossi Dio direi che il sociale
è una schifosa facciata immonda.

Ma io non sono ancora nel regno dei cieli
sono troppo invischiato nei vostri sfaceli.

Io se fossi Dio
avrei una gran paura del futuro.
C’è un’aria di sgomento che coinvolge il mondo intero
una minaccia un tragico fermento
di popoli e di razze in via di assestamento.
Io come Dio logicamente
li vedo tutti da lontano
ma a dirla onestamente più che altro
io sono un Dio italiano
col gusto un po’ indiscreto di frugare
negli antri più segreti, più nascosti
del potere.

Se fossi Dio
vedrei dall’alto come una macchia nera
una specie di paura che forse è peggio della guerra
sono i soprusi, le estorsioni i rapimenti
è la camorra.
E’ l’impero degli invisibili avvoltoi
dei pescecani che non si sazian mai
sempre presenti, sempre più potenti, sempre più schifosi
è l’impero dei mafiosi.

Io se fossi Dio
io griderei che in questo momento
son proprio loro il nostro sgomento.
Uomini seri e rispettati
così normali e al tempo stesso spudorati
così sicuri dentro i loro imperi
una carezza ai figli, una carezza al cane
che se non guardi bene ti sembrano persone
persone buone che quotidianamente
ammazzano la gente con una tal freddezza
che Hitler al confronto mi fa tenerezza.

Io se fossi Dio
urlerei che questi terribili bubboni
ormai son dentro le nostre istituzioni
e anzi, il marciume che ho citato
è maturato tra i consiglieri, i magistrati, i ministeri
alla Camera e allo Senato.

Io se fossi Dio
direi che siamo masochisti e un po’ dementi
che i nostri governanti non li mandiamo via.
E ormai ci possono fare qualsiasi porcheria
possono rubare e ricattare, possono ammazzare
e vomitarci addosso
che tanto noi
li votiamo lo stesso.

Io se fossi Dio
direi che siamo complici oppure deficienti
che questi delinquenti, queste ignobili carogne
non nascondono neanche le loro vergogne
e sono tutti i giorni sui nostri teleschermi
e mostrano sorridenti le maschere di cera
e sembrano tutti contro la sporca macchia nera.
Non ce n‚è neanche uno che non ci sia invischiato
perché la macchia nera
è lo Stato.

E allora io
se fossi Dio
direi che ci son tutte le premesse
per anticipare il giorno
dell’Apocalisse.
Con una deliziosa indifferenza
e la mia solita distanza
vorrei vedere il mondo e tutta la sua gente
sprofondare lentamente nel niente.
Forse io come Dio, come Creatore
queste cose non le dovrei nemmeno dire
io come Padreterno non mi dovrei occupare
né di violenza né di orrori, né di guerra
né di tutta l’idiozia di questa terra
e cose simili.
Peccato che anche Dio
ha il proprio inferno
che è questo amore eterno
per gli uomini.

 

Posted in Τζόρτζιο Γκάμπερ στα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Ευχές Αναστάσιμες Εαρινές

Posted by vnottas στο 19 Απριλίου, 2014

Νόττας βάρκες

Για να ‘μαι ειλικρινής μαζί σας (συνήθως είμαι) η ακριβής ετυμολογία της λέξης πάσχα μου διαφεύγει αυτή την στιγμή κι έτσι λέω να σας ευχηθώ Καλή Ανάσταση, που είναι μια λέξη σίγουρα όμορφη, ικανή να τροφοδοτεί τις ¨φαντασιακές¨ μας άμυνες και να ενώνει τα τετελεσμένα με εκείνα που δε τελειώνουν ποτέ.

Posted in ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »