Βασίλης Νόττας

Κοινωνία, Επικοινωνία, Φαντασία και άλλα

Ουρανοί της Θεσσαλονίκης (φρέσκο πράγμα)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Ιανουαρίου, 2012

Ετοιμάζομαι να κατεβώ στη σχολή για μάθημα, αλλά ο ουρανός σήμερα, διαυγής αλλά και αναποφάσιστος ταυτόχρονα, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρων για να τον αφήσω στην ησυχία του.

 

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

Τόσος δα μικρός…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 23 Ιανουαρίου, 2012

Ρεβερέντζες δεν έκανα ποτέ

Μπρος σε κανένα

Μα τώρα σέρνομαι και ακολουθώ

Μονάχα εσένα

Σκύλος ήμουν άγριος, αλλά πια για σε

Είμαι σκυλάκι

Δόντι είχα λύκου, αλλά πια μωρού

Έχω δοντάκι

Τόσος δα μικρός μπροστά  σε ένα κουκλί

Που σαν το γέρνεις να κοιμάται μοιάζει 

Τόσος δα μικρός μπροστά  σε ένα κουκλί

Που σαν τ’ αγγίζεις τη  μαμά φωνάζει

Με άλλαξες πολύ και ας ήμουν ως τα χτες

Σκληρό καρύδι

Της καρδιάς μου σκάρωσες και πια κρατάς

Το Αντικλείδι

Με το γλυκό σου πρόσωπο όταν γελάς

Ή λες τραγούδια

Και με μια μάσκα μέγαιρας σαν με πετάς

Με τα σκουπίδια

Τόσος δα μικρός μπροστά  σε ένα κουκλί

Που αν το γείρεις να κοιμάται μοιάζει 

Τόσος δα μικρός μπροστά  σε ένα κουκλί

Που αν τ’ αγγίξεις τη  μαμά φωνάζει

Τους νόμους σου πιστά πάντα ακολουθώ

Σατράπισσά μου

Κι ας λες πως δε πιστεύεις ούτε τα μισά

Καμώματά μου

Κι αν μια γαλανομάτα κάποια φορά

Μου ’χε γυαλίσει

Με την ομπρέλα σου βαρώντας δυνατά

Έδωσες λύση

Τόσος δα μικρός μπροστά  σε ένα κουκλί

Που σαν το γέρνεις να κοιμάται μοιάζει 

Τόσος δα μικρός μπροστά  σε ένα κουκλί

Που σαν τ’ αγγίζεις τη  μαμά φωνάζει

Οι χαρτορίχτρες  μου το είπαν καθαρά

Μα κι οι  καλογέροι

Πως από σένα ειν’ να πάθω τελικά   

Άγριο χουνέρι

Υπάρχουν πιο καλές υπάρχουν πιο  κακές

Στο κάτω κάτω

Το ίδιο κάνει αν εδώ θα κρεμαστώ

Ή παρακάτω

Τόσος δα μικρός μπροστά  σε ένα κουκλί

Που αν το γείρεις να κοιμάται μοιάζει 

Τόσος δα μικρός μπροστά  σε ένα κουκλί

Που αν τ’ αγγίξεις τη  μαμά φωνάζει 

Ο Μπρασένς τραγουδάει: Je Me Suis Fait Tout Petit

Η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά που σας έφτιαξα

Από την κιθάρα του Ροδόλφου Ραφαλί


Με αραβικό λαούτο από τον Καμολέμπ

Με τη Μάγια Βιντάλ

Aπό τον Μπααζίζ

Με κλαρινέτο


Στα ισπανικά από τον Πάκο Ιμπάνεζ


Με φυσαρμόνικα

Je Me Suis Fait Tout Petit

 

 Je n’avais jamais ôté mon chapeau
Devant personne
Maintenant je rampe et je fait le beau
Quand ell’ me sonne
J’étais chien méchant, ell’ me fait manger
Dans sa menotte
J’avais des dents d’loup, je les ai changées
Pour des quenottes

[Refrain] :
Je m’suis fait tout p’tit devant un’ poupée
Qui ferm’ les yeux quand on la couche
Je m’suis fait tout p’tit devant un’ poupée
Qui fait Maman quand on la touche

J’était dur à cuire, ell’ m’a converti
La fine mouche
Et je suis tombé tout chaud, tout rôti
Contre sa bouche
Qui a des dents de lait quand elle sourit
Quand elle chante
Et des dents de loup quand elle est furie
Qu’elle est méchante

[Refrain]

Je subis sa loi, je file tout doux
Sous son empire
Bien qu’ell’ soit jalouse au-delà de tout
Et même pire
Un’ jolie pervenche qui m’avait paru
Plus jolie qu’elle
Un’ jolie pervenche un jour en mourut
A coup d’ombrelle

[Refrain]

Tous les somnambules, tous les mages m’ont
Dit sans malice
Qu’en ses bras en croix, je subirais mon
Dernier supplice
Il en est de pir’s il en est d’meilleures
Mais à tout prendre
Qu’on se pende ici, qu’on se pende ailleurs
S’il faut se pendre

Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 15 Ιανουαρίου, 2012

Δόξα σ’ όποιον φρενάρει, / γλιστράει, μα δεν πατάει

τ’ ανέμελο βατράχι / το δρόμο που περνάει.

Και δόξα στον μουρντάρη / πού  έκλεισε το μάτι

σε εκείνη που οι άλλοι / αφήνανε αμανάτι .

Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!

Δόξα στον μπάτσο που / κόβει τις λιμουζίνες,

το δρόμο σαν διασχίζουν / οι αδέσποτες ψιψίνες.

Μα και  στον ερωτύλο / που τα έριξε με πάθος

σε εκείνη που οι άλλοι / της φύσης ’λέγαν λάθος.

Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!

Δόξα σ’ εκείνον που / περνάει και δε μιλάει,

σαν σκούζουν, αλυχτούνε / ¨τσακάλια¨,  ¨παπαγάλοι¨.

Μα και στον Καζανόβα / που απτόητος φλερτάρει

με εκείνη που οι άλλοι / νομίζουν δίχως χάρη.

Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!

Δόξα στον ιερέα / που άπιστους συγχωράει,

τη μισαλλοδοξία / με αγάπη ξεπερνάει.

Μα και στον ερωτιάρη / που γέμισε φιλιά

εκείνη που οι άλλοι / κρατούσαν μακριά.

Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!

Δόξα στον στρατιώτη / που αμάχους να σκοτώσει

αρνήθηκε με πείσμα / και τώρα θα πληρώσει

Και δόξα στον μπερμπάντη / που άλλαξε τα γούστα

σ’ αυτήν που αμπαρωμένη / εκραταγε τη φούστα

Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!.

Δόξα σε εσέ Αδελφή / πού αισθάνθηκες το χρέος

Και ζέστανες στο χέρι  / ενός κουλού το πέος.

Μα και στον Δον Ζουάν / που έκανε να ανθίσουν

οπίσθια λες φτιαγμένα / μόνον για να καθίσουν.

Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!

Και Δόξα…

Σ’ όσους, αφού δεν έχουν / πλέον ιδανικά

να μη τα σπάν’ στους άλλους / φροντίζουν τώρα πια.

Μα και στον εραστή / -σε πείσμα του καθένα-

που φρόντισε γι αυτή / που αλλιώς θα ‘ταν παρθένα.

Αυτή την ασχημούλα, τη θέλω εγώ!

(Ελεύθερη απόδοση του  Δον Ζουάν του Μπρασένς)
Το τραγούδι με τον Ζόρζ Μπρασένς

Με τους “Ο Μπρασένς ποτέ δεν πεθαίνει”


Ανάγνωση της προσαρμογής που σας έφτιαξα (ίσα ίσα για να δούμε άν οι λέξεις χωρούν στις νότες, χωρίς να τις πατάνε -πολύ- στα ποδια)

Georges Brassens, 1976.
DON JUAN

Gloire à qui freine a mort, de peur d’ecrabouiller

Le hérisson perdu, le crapaud fourvoyé!
Et gloire à don Juan, d’avoir un jour souri
A celle à qui les autres n’attachaient aucun prix!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut.

Gloire au flic qui barrait le passage aux autos
Pour laisser traverser les chats de Léautaud!
Et gloire à don Juan d’avoir pris rendez-vous,
Avec la délaissée, que l’amour désavoue!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut.

Gloire au premier venu qui passe et qui se tait
Quand la canaille crie « haro sur le baudet »!
Et gloire à don Juan pour ses galants discours
À celle à qui les autres faisaient jamais la cour!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut.

Et gloire à ce curé sauvant son ennemi
Lors du massacre de la Saint-Barthélémy!
Et gloire à don Juan qui couvrit de baisers
La fille que les autres refusaient d’embrasser!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut.

Et gloire à ce soldat qui jeta son fusil
Plutôt que d’achever l’otage à sa merci!
Et gloire à don Juan d’avoir osé trousser
Celle dont le jupon restait toujours baissé!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut

Gloire à la bonne soeur qui, par temps pas très chaud
Dégela dans sa main le pénis du manchot
Et gloire à don Juan qui fit reluire un soir
Ce cul déshérité ne sachant que s’asseoir
Cette fille est trop vilaine, il me la faut

Gloire à qui n’ayant pas d’idéal sacro-saint
Se borne à ne pas trop emmerder ses voisins!
Et gloire à don Juan qui rendit femme celle
Qui, sans lui, quelle horreur! serait morte pucelle!
Cette fille est trop vilaine, il me la faut

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ο Ηλίας και το πακέτο με τα τσιγάρα

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 14 Ιανουαρίου, 2012

Στου πακέτου κοιτάει το χαρτόνι

Μαύρη φράση απειλή να αρθρώνει

Σε μια μαύρη απ’ την κάπνα οθόνη

Τάχα ο Χάρος με βιάση ζυγώνει

-απειλή που τ’ αρνάκια παγώνει-

Μα ο Ηλίας μ’ αυτά δεν κωλώνει

Δε μασάει κι άμα λάχει δαγκώνει

Στις μπογιές του το χέρι απλώνει

Ένα ξόρκι παλιό αναβιώνει

Δυο βυζιά στο πακέτο σκαρώνει

Που τη μαύρη απειλή κάνουν σκόνη

Τη φοβέρα με μιας συρρικνώνει

Το βλαμμένο χτικιό εξοντώνει

Και το ξόρκι σαν ολοκληρώνει

Τα πακέτα ένα ένα ενώνει

Το επίτευγμά του το κορνιζώνει

Και στον τοίχο με σφυρί το καρφώνει

-το κοιτάζει και το καμαρώνει-

Ή στους φίλους του τ’ αφιερώνει

 Επωδός

Έτσι πήρα κι εγώ τα κουτάκια

Και του στέλνω αυτά τα στιχάκια 

Β.Ν.

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Εξετάσεις Φεβρουαρίου 2012 – Υπενθυμίσεις

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 11 Ιανουαρίου, 2012

Σας θυμίζω ότι οι εξετάσεις στα μαθήματά μου θα γίνουν

  1. Ραδιόφωνο: Γλώσσα και κοινωνική διάσταση:

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου, ώρα 09:00 στην αίθουσα 2.

(Την ίδια μέρα και ώρα θα γίνουν και οι  παρουσιάσεις των απαλλακτικών εργασιών ή εκπομπών.  Η παρουσίαση είναι απαραίτητη για να εκδοθεί βαθμός)

  1. Κοινωνιολογία της Μαζικής Επικοινωνίας:

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου, ώρα 09:00, αίθουσα 4β, για εκείνους των οποίων τα επώνυμα αρχίζουν από Α-Μ

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου, ώρα 09:00, αίθουσα 4β, για εκείνους των οποίων τα επώνυμα αρχίζουν από Ν-Ω

Για όσους δικαιούνται να το δώσουν αυτή την εξεταστική:

  1. Κοινωνική Ιστορία των ΜΜΕ

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου, ώρα 11:00 στο γραφείο του διδάσκοντος (4ος όροφος)

 Όπως είπαμε η προθεσμία για την παράδοση όλων των ασκήσεων, εργασιών και εκπομπών  λήγει μία βδομάδα πριν την λήξη των μαθημάτων, δηλαδή την Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Καλό διάβασμα

Για περισσότερες πληροφορίες, κάντε κλικ στο ¨Ανακοινώσεις - Μαθήματα ¨ στη δεξιά στήλη, στις ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Δημοσιεύθηκε στο ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

Το 23 έχει τις καλύτερες!

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 7 Ιανουαρίου, 2012

Για πείτε μου τώρα εσείς: υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή που τα περιμένεις με ανυπομονησία και αυτά, τις πιο πολλές φορές, έρχονται;

Υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή που εντέλει σε οδηγούν πάνω κάτω εκεί που είχες σκοπό να πας;

Είναι πολλά τα πράγματα που φέρνουν (αδυσώπητα) τους ανθρώπους κοντά –πολύ κοντά (έως ασφυκτικά κοντά) τον ένα με τον άλλο;

Απαντώ εγώ για σας: Δεν είναι πολλά, αλλά ναι υπάρχουν. Είναι μεγάλα, ελαφρώς χοντροκομμένα, έχουν χοντρά μαύρα ελαστικά και εκτελούν δημόσια δρομολόγια.

Όταν ήμουν μικρός περίμενα συστηματικά ένα τέτοιο έξω από το περίπτερο της γειτονιάς μου. Το έλεγαν (τότε) 108 και με πήγαινε από την Ηλιούπολη στη Δάφνη (για το γυμνάσιο) ή και ως την Ακαδημία για μεγαλύτερες εξερευνήσεις στον  ιστό της Πρωτεύουσας.

Η μέρα που πρωτοπλήρωσα το αντίτιμο της διαδρομής με φοιτητικό κουπόνι (τέτοια είχαμε τότε) ήταν ιδιαίτερα σημαντική στην ιστορία των μετακινήσεών μου. Εξ ίσου σημαντική με εκείνη, την ίδια περίπου εποχή,  που (πάντα μέσα στο 108, κεντρικός διάδρομος) κάποιος,  όχι όποιος κι όποιος –η αυτού προεξέχουσα φυσιογνωμία ο εισπράκτορας, αντί για ¨προχώρα μικρέ¨ μου είπε ¨προχωρήστε κύριε!¨

Βέβαια, η απώτερη επιδίωξη την εποχή εκείνη (τι επιδίωξη, όνειρο ήθελα να πω) ήταν να χειραφετηθείς από τον χοντρό πολύτροχο μεταφορέα και να αποκτήσεις μέσο μετακίνησης ιδιόκτητο και ιδιοκατευθυνόμενο, με δύο ή τέσσερεις ρόδες αδιάφορο. Εκείνο που είχε πρωταρχική σημασία ήταν να μπορεί να σε οδηγήσει, μαζί με το κορίτσι σου, σε μέρη απόμερα, σκιερά και διακριτικά.

Ένα τέτοιο μέσο φιγουράριζε συχνά στην πρώτη σελίδα των ¨Νέων¨, κάτω αριστερά, δίπλα στο χρονογράφημα του Δημήτρη Ψαθά. Μια υπέροχη Βέσπα! Αλλά μέχρις ότου αυτό το όνειρο μπορέσει να υλοποιηθεί, υπήρχε πάντα το 108 και τα περιεκτικά του αδέλφια που κούτσα κούτσα σε πήγαιναν (θεωρητικά) παντού.

Αργότερα απόκτησα λογιών λογιών οχήματα, και φρόντισα εγκαίρως να πάρω στον γιό μου μια βέσπα για τις πρώτες του αυτόνομες μετακινήσεις. (Θυμάμαι τι ωραία που περνούσαμε όταν ανεβαίναμε στο άκαφτο   ακόμη Σέιχ Σου για τα μαθήματα οδήγησης).

Ωστόσο μου κάνει εντύπωση πόσο δεμένος παρέμεινε  κι αυτός με το 23, το λεωφορειάκι της Θεσσαλονίκης, όχι τεραστίων διαστάσεων, ικανό να ελίσσεται στην Πάνω Πόλη, που το χρησιμοποιούσε μαθητής για να κατεβεί ως το κέντρο –πήγαινε στο 10ο  γυμνάσιο της Ικτίνου. Ακόμη και σήμερα , αν του δείξεις καμιά ωραία στο δρόμο και έχει διαφορετική αισθητική εκτίμηση, θα σου πει: ¨Μπα, στο 23 είχε πολύ καλύτερες!¨

Θα ήθελα να είχα μια εικόνα από το 108, αλλά αυτό ανήκει σε μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια. Γι αυτό μια μέρα που είχα κέφια, αποθανάτισα το 23 (στάση Αναστροφή-Πλάτανος) και το κρέμασα σε ένα τοίχο του σπιτιού μου.

Λεωφορείο το 2 – Αρλέτα – Σάννυ Μπαλτζή


ΥΓ. Γράφοντας αυτό το κειμενάκι και ψάχνοντας στο διαδίκτυο για εικονογράφηση σε τι πέφτω απάνω; Σε ένα 108 να κόβει βόλτες στο Σύνταγμα, σε εποχή μάλλον πρόσφατη, ως περήφανη αντίκα! Να το!

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περιπέτειες συγγραφής (θεατρικού κειμένου)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Ιανουαρίου, 2012

Μικρή προαιρετική συνοδευτική μουσική: Sidney Bechet Petite Fleur Ζωντανή ηχογράφηση στο Ολυμπιά. Παρίσι 8 Δεκεμβρίου 1954


Εξομολογήσεις ενός πρωτάρη…

Όλοι, λέω όλοι, και οι παλιοί, και οι πεπειραμένοι, και οι κωλοπετσωμένοι, και οι δόκιμοι, και οι καθιερωμένοι και οι (εν τέλει) έγκριτοι, είχαν αναπόφευκτα τη Πρώτη τους Φορά!

Την είχαν βεβαίως και οι άλλοι, οι αδόκιμοι, οι ήρθα είδα έφυγα, οι ερασιτέχνες χωρίς επιμονή, οι δοκιμαστές χωρίς μεράκι, οι απαισιόδοξοι πειραματιστές ή ακόμη και εκείνοι, οι απλώς άτυχοι, που το μεράκι τους, η Πρώτη Φορά, το πετσόκοψε ή το απόκοψε οριστικά.

Γιατί η Πρώτη Φορά, όπως και να το κάνουμε, αφήνει ίχνη.

(Γι αυτό, σχετικά με  τις πολλαπλές Πρώτες Φορές που σηματοδοτούν τη ζωή μας, θα πρέπει ίσως να μιλήσουμε εκτενέστερα μια άλλη φορά).

Η πρώτη μου (και προς το παρόν τελευταία) φορά στην οποία αναφέρομαι εδώ, έχει να κάνει με εκείνο το ιδιαίτερο είδος συν-γραφικής απόπειρας, όπου οι ιστορίες που φτιάχνεις απαρτίζονται από ήρωες/χαρακτήρες που μονολογούν, διαλέγονται, συνδιαλέγονται, ενίοτε συν-άδουν και που προσπαθούν να τα πουν όλα μόνοι τους, απευθυνόμενοι ο ένας στον άλλο, χωρίς ο συγγραφέας να πολυπαρεμβαίνει για να προσδιορίσει και να σχολιάσει.

 Όχι ότι δε μπορεί να πει δυο λόγια κι αυτός, δεν απαγορεύεται δια ροπάλου, αλλά όπως και να το κάνουμε το θεατρικό κείμενο -γι αυτό μιλάμε- είναι το συγγραφικό είδος που βασίζεται κυρίως στο διάλογο.

Ο διάλογος, τώρα, έχει τη δική του ακαταμάχητη γοητεία.

Θυμάμαι όταν ήμουν πιτσιρικάς και νεόφυτος αναγνώστης αφηγημάτων, με γοήτευαν ιδιαιτέρα εκείνες οι παυλίτσες που, η μια κάτω από την άλλη στα αριστερά της σελίδας, υποδήλωναν κουβεντούλα, όσο πιο ψιλή τόσο καλύτερα! Ξεφύλλιζα το βιβλίο και ακόμη περισσότερο από το τεστ εικονογράφησης με ενδιέφερε να περάσει  το τεστ των διαλόγων. (Για να τα λέμε όλα, εκείνη την εποχή υπήρχε τέτοια πενία αφηγημάτων –πού η τύχη των σημερινών παιδιών με τα οπτικοακουστικά τους!- που τελικά καταβρόχθιζες και το πιο άχρωμο και στερημένο από εικόνες και διαλόγους ανάγνωσμα).

Όμως ο διάλογος, να τον γράψεις, ακόμη και στα μυθιστορήματα, θέλει ειδική μαστοριά. Πολύ περισσότερο αν επιχειρήσεις να φτιάξεις θέατρο!

Και δεν είναι μόνο υπόθεση καλοδιατυπωμένης διαλεκτικής, είναι και οι ήρωες- χαρακτήρες, που δεν πρέπει να φιλοτεχνηθούν για να παραμείνουν ες αεί ανάμεσα στις χάρτινες (ή άλλου είδους) σελίδες, εικονογραφημένοι μόνο από την φαντασία των αναγνωστών την οποία θα πρέπει να υποδαυλίσεις με επαρκή δεξιοτεχνία, αλλά που τους φτιάχνεις για να αποκτήσουν αργά ή γρήγορα ενσάρκωση και εικόνα, την οποία ελέγχεις ελάχιστα έως καθόλου!

Θα μου πείτε: αυτά και άλλα παρόμοια είναι λεπτομέρειες για έναν ερασιτέχνη στο θεατρικό είδος. Αν αρχίσει να μπερδεύεται με τέτοιους προβληματισμούς πριν να καθίσει να γράψει, το ’καψε το φαί!

Έχετε δίκιο.

Κι εγώ μετά άρχισα να τα σκέφτομαι όλα αυτά.

Στην πραγματικότητα, τον Ιούλιο του 2009 απλά είχα όρεξη για γράψιμο…

…και είπα: καλύτερα όχι μυθιστόρημα, κάτι πιο σύντομο… Ίσως ένα ακόμη διήγημα  από εκείνα τα βιωματικά, όπως το ¨Διαβατήριο¨, που τα έχω στο συρτάρι ως σημειώσεις και που κάποτε θα πρέπει να γραφτούν…

Αλλά όχι, δεν είχα κέφι να αναστήσω αναμνήσεις από εκείνη την περίοδο. Έτσι κι αλλιώς, αυτό το καλοκαίρι είχα σκοπό να επισκεφτώ τον φίλο μου τον Κλάουντιο και την γυναίκα του την Λεονάρντα στην Φλωρεντία  και θέλοντας και μη θα έπαιρνα μια ισχυρή δόση από ξαναζωντανεμένες παλιές γλυκόπικρες εικόνες.

Γιατί όχι ένα θεατρικό; είπα.

Ναι, αλλά τι ακριβώς; ζήτησε να μάθει  ο άλλος μου εαυτός, που συνήθως έχει σοβαρότερες αντιρρήσεις στις πρωτοβουλίες μου, αλλά αυτή τη φορά μου φάνηκε κάπως συγκαταβατικός.

Θα βρούμε, του είπα, αλλά η αλήθεια είναι πώς είχα ήδη κάτι στο μυαλό μου.

(συνεχίζεται)

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ευχές

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 29 Δεκεμβρίου, 2011

Πριν απ’ όλα ευχές.

Ευχές χριστουγεννιάτικες, ολίγον καθυστερημένες, αλλά ποτέ δεν είναι αργά για ευχές πού ’χουν να κάνουν με γέννηση κι αναγέννηση. Ήθελα να σας τις στείλω μαζί με εικόνες της πόλης χιονισμένης, αλλά εκεί που έριχνε μια μέρα πριν νιφάδες χοντρές, το γύρισε ξαφνικά σε λιακάδα με δόντια, σουβλερά.

Και ευχές πρωτοχρονιάτικες, έγκαιρες, που ’χουν να κάνουν με τον χρόνο, που μας το παίζει πανδαμάτορας, γι αυτό κι αξίζει το κόπο να του βγάζουμε που και που τη γλώσσα, να μη το παίρνει πάνω του, και να του στέλνουμε μια καρτ ποστάλ με κανα νετρίνο – καλός δρομέας, τα βάζει με το φως και ως εκ τούτου ανατρέπει το χρόνο ανάσκελα, να μάθει.

Μαζί μια μουσικούλα (Francisco Tarrega) και μια ζωγραφιά με καράβια εκτός χρόνου.

Χρόνια Καλά. 

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Θεσσαλονίκη – Χειμωνιάτικοι Ουρανοί

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 12 Δεκεμβρίου, 2011

 Ανταύγειες 

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Έρωτας εικονικός

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 10 Δεκεμβρίου, 2011

Εάν το ότι οι Εσκιμώοι έχουν πολλές λέξεις για τα πράγματα που γνωρίζουν καλά, όπως το χιόνι, σημαίνει κάτι, τι να σημαίνει άραγε ότι εμείς εδώ (στην κάτω δεξιά άκρη της Ευρώπης) για να αποδώσουμε το μή αληθινό έχουμε (και λέμε): ψεύτικο, απατηλό, πλαστό, κίβδηλο, κάλπικο, δήθεν,τάχα, φτιαχτό, σικέ, κι άλλα που δε μού ‘ρχονται αυτή τη στιγμή;

(από τις συνειρμικές σκέψεις, καθώς προσπαθούσα να ταιριάξω λέξεις για να σας φτιάξω μια απόδοση στα Εληνικά της ”ψεύτικης ιστορίας”  του Μπρασένς)

Μια ψεύτικη

ιστορία

Πάνω σε φόντο γαλανό,

κουκλόσπιτο εξοχικό,

είχε και κεραμοσκεπή

αυθεντικά συνθετική.

Δίπλα σε θάμνο πλαστικό

είχε πηγάδι ψεύτικο,

που τίποτα τ’ αληθινό

ποτέ δε θα ’βγαινε απ’ αυτό.

Να κι η σπιτονοικοκυρά,

στο περιβάλλον μια χαρά

που δένει -σαν σε κωμωδία,

σε μένα, να, έρχεται η κυρία.

Κι  εγώ κρατώ λίγα λουλούδια,

που τώρα μοιάζουν μαραμένα,

πλάι στου κήπου της τα άνθη

που ζωηρά είναι βαμμένα.

Το ψεύτικο γκαζόν περνώ,

στο σπίτι την ακολουθώ,

εδώ φωτιά έχει αναμμένη

που καίει δίχως να ζεσταίνει.

Να κι ο μπουφές –θεόρατος,

στιλ Φούφουτος ενδέκατος!

Να και βιβλία αραδιασμένα

με το κιλό αγορασμένα.

Σικέ χαλιά και πανοπλίες,

ψεύτικες  οι τοιχογραφίες,

φτιαχτή στο μάγουλο η ελιά

και για στολίδια: χαϊμαλιά…

Ψεύτικα νύχια και γκριμάτσες,

πιάνο που παίζει νότες φάλτσες,

με πλήκτρα γνήσια πλαστικά,

-με ελέφαντα σχέση καμιά!

Στων ψεύτικων κεριών το φως

σήκωσε τις δαντέλες της

και μου είπε ¨αν δεν κάνω λάθος,

είσαι το πρώτο μου το πάθος!¨

Δήθεν ντροπή και συστολή,

τάχατες έρωτα εμπλοκή,

νόθο, που ξέπεσε ως εδώ,

ουρί απ’ τον έβδομο ουρανό.

Το μόνο λίγο αληθινό

σ’ αυτή την ψεύτικη ιστορία,

είν’ πως για τούτη την κυρία

πραγματική είχα αδυναμία.

Κι ήταν αληθινή η σουβλιά

που ένοιωσα μέσα στην καρδιά

σαν πήγε να ερωτευτεί

μ’ αληθινό Ψευτο-Ποιητή.

Η Αφροδίτη είχε θελήσει

για μας να ψευδομαρτυρήσει

κι ο Έρως αντί να πάρει θέση,

είχε αρνηθεί να καταθέσει.

Παρά όλα αυτά, ομολογώ

-και δεν παραδοξολογώ-

ότι χρωστάω στην κυρία

μια ώρα γνήσια ευτυχία!

Σε ήχο:

1. Ο Μπρασένς αυτοπροσώπως

2. Σε τσίγκινο ήχο από τον Gobodobro.

3. Από την contreband-jazz-band 

4. Η ανάγνωση της προσαρμογής που σας έφτιαξα

Histoire de faussaire

Se découpant sur champ d’azur

La ferme était fausse bien sûr,

Et le chaume servant de toit

Synthétique comme il se doit.

Au bout d’une allée de faux buis,

On apercevait un faux puits

Du fond duquel la vérité

N’avait jamais dû remonter.

Et la maîtresse de céans

Dans un habit, ma foi, seyant

De fermière de comédie

A ma rencontre descendit,

Et mon petit bouquet, soudain,

Parut terne dans ce jardin

Près des massifs de fausses fleurs

Offrant les plus vives couleurs.

Ayant foulé le faux gazon,

Je la suivis dans la maison

Où brillait sans se consumer

Un genre de feu sans fumée.

Face au faux buffet Henri deux,

Alignés sur les rayons de

La bibliothèque en faux bois,

Faux bouquins achetés au poids.

Faux Aubusson, fausses armures,

Faux tableaux de maîtres au mur,

Fausses perles et faux bijoux

Faux grains de beauté sur les joues,

Faux ongles au bout des menottes,

Piano jouant des fausses notes

Avec des touches ne devant

Pas leur ivoire aux éléphants.

Aux lueurs des fausses chandelles

Enlevant ses fausses dentelles,

Elle a dit, mais ce n’était pas

Sûr, tu es mon premier faux pas.

Fausse vierge, fausse pudeur,

Fausse fièvre, simulateurs,

Ces anges artificiels

Venus d’un faux septième ciel.

La seule chose un peu sincère

Dans cette histoire de faussaire

Et contre laquelle il ne faut

Peut-être pas s’inscrire en faux,

C’est mon penchant pour elle et mon

Gros point du côté du poumon

Quand amoureuse elle tomba

D’un vrai marquis de Carabas.

En l’occurrence Cupidon

Se conduisit en faux-jeton,

En véritable faux témoin,

Et Vénus aussi, néanmoins

Ce serait sans doute mentir

Par omission de ne pas dire

Que je leur dois quand même une heure

Authentique de vrai bonheur.

Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Σχετικά με τα μαθήματα του χειμερινού εξαμήνου

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Δεκεμβρίου, 2011

Όπως σας υποσχέθηκα ιδού μία διαδικτυακή επανάληψη των σχετικών με τα μαθήματα του τρέχοντος εξαμήνου

 Α. Κοινωνιολογία των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας 

 

ΎΛΗ:  Η ύλη περιλαμβάνει: α. Το κείμενο των Τζαίυ Γ. Μπλούμλερ και Μάικλ Γκουρέβιτς ¨Μεταβολή στα μέσα και κοινωνική μεταβολή: σύνδεση και τομές. (Στο βιβλίο των James Curran και Michael Gurevitch ΜΜΕ και Κοινωνία, μέρος πρώτο: ΜΜΕ και κοινωνία, σελίδες 176-200). β. Το κείμενο του Τζων Φισκ, ¨Μεταμοντερνισμός και Τηλεόραση¨, (Στο βιβλίο των James Curran και Michael Gurevitch ΜΜΕ και Κοινωνία, μέρος πρώτο: ΜΜΕ και κοινωνία, σελίδες 84-102). γ. Το κείμενο του Β. Νόττα ¨Επικοινωνιακή και πολιτική εξουσία τον καιρό της επέλασης των ιδιωτών¨ (Στο βιβλίο ΜΜΕ, Κοινωνία και Πολιτική, επιμ. Χ. Φραγκονικολόπουλου, εκδ. Σιδέρη) Το κείμενο δημοσιεύεται στο blog http//vnottas.wordpress.com, στις ¨σελίδες¨ (pages) με τίτλο ¨Η επικοινωνιακή εξουσία και οι ιδιώτες (μέρος 1 και μέρος 2).

Συνοπτικές οδηγίες για την εκπόνηση της άσκησης

Η άσκηση έγκειται σε ολιγοσέλιδη (3-4 σελ) επικοινωνιακή ανάλυση μιας τηλεοπτικής εκπομπής. Η έγκαιρη παράδοση της άσκησης αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή στις εξετάσεις Τελευταία προθεσμία για την παράδοση της άσκησης Μία (1) εβδομάδα πριν την λήξη των μαθημάτων

α. επιλέγουμε μία τηλεοπτική εκπομπή οποιουδήποτε χαρακτήρα έχοντας πάντοτε υπ’ όψιν ότι εκείνο που τελικά ψάχνουμε είναι οι σχέσεις ανάμεσα στη μαζική επικοινωνία και την κοινωνία στην οποία τα μαζικά μηνύματα απευθύνονται.

β. περιγράφουμε τα βασικά χαρακτηριστικά της εκπομπής που επιλέξαμε και αιτιολογούμε την επιλογή μας

γ. εντοπίζουμε τις τυχόν ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει η συγκεκριμένη εκπομπή όσον αφορά στους βασικούς παράγοντες της επικοινωνιακής διαδικασίας (αποστολείς, εκπεμπόμενα μηνύματα, κοινό στο οποίο απευθύνεται κλπ)

δ. στο βαθμό που κάτι τέτοιο μας βοηθάει, εστιάζουμε στα μηνύματα και εξετάζουμε τις επικοινωνιακές λειτουργίες που ενδεχομένως ασκούνται (αναφορική, συγκινησιακή, επιτακτική κλπ)

ε. αναζητάμε αξίες και απαξίες (και μέσω των θετικών ή αρνητικών ηρώων) που εμπεριέχονται στα εκπεμπόμενα μηνύματα και προσπαθούμε να εντοπίσουμε εάν αυτές απλώς αντικατοπτρίζουν τα όσα ισχύουν στην υπάρχουσα κοινωνική δομή ή εάν προβάλλονται προκειμένου να καθοδηγήσουν ή και να χειραγωγήσουν τις κοινωνικές εξελίξεις. Παρατηρούμε εάν οι προβαλλόμενες αξίες ή απαξίες διατυπώνονται ρητά ή προβάλλονται έμμεσα.

στ. καταγράφουμε τα συμπεράσματά μας.

Μάθημα επιλογής:

Ραδιόφωνο: Γλώσσα και κοινωνική διάσταση 

Πληροφορίες για το μάθημα και οδηγίες για την εκπόνηση της εργασίας

(Το μάθημα είναι δυνατό να επιλεγεί ως υποχρεωτικό κατ’ επιλογήν από τους φοιτητές που θα ακολουθήσουν την κατεύθυνση της Δημοσιογραφίας και ως μάθημα ελεύθερης επιλογής από εκείνους που θα ακολουθήσουν την κατεύθυνση των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας)

 Περιεχόμενο:

Το μάθημα περιγράφει κατ΄ αρχήν τις ιδιαιτερότητες της γλώσσας του ραδιοφώνου (ένα ¨τυφλό μέσο¨ που αξιοποιεί τη φαντασία, διαθέτει τη μέγιστη δυνατή αμεσότητα στην αναμετάδοση των γεγονότων και μπορεί να αναπτύξει μια ιδιαίτερη οικειότητα με τους ακροατές του). Στη συνέχεια αναλύονται οι κοινωνικές προεκτάσεις αυτού του κατ’ εξοχήν ακουστικού μέσου μαζικής επικοινωνίας και γίνονται αναφορές στον κοινωνικό ρόλο και την ευρύτερη επιρροή που άσκησε διαχρονικά, τόσο στην Ελληνική, όσο και στη διεθνή μαζική επικοινωνία.

Όπως ήδη έχουμε πει (σας έχει ανακοινωθεί και το έχουμε συζητήσει κατά τη διάρκεια των πρώτων μαθημάτων) για να περάσετε το παραπάνω μάθημα επιλογής έχετε τρεις εναλλακτικές δυνατότητες:

α. Να εξεταστείτε πάνω στην ύλη του μαθήματος

Βασικό σύγγραμμα: ¨Το φράγμα του ήχου – Η δυναμική του ραδιοφώνου στην Ελλάδα¨ σε επιμέλεια Χ. Μπαρμπούτη και Μ. Κλώντζα, και συγκεκριμένα το 1ο, 2ο. 4ο, 5ο κεφάλαιο (Α΄ μέρος) και το 11οκεφάλαιο (Γ΄μέρος).

Επικουρικά συνιστάται το βιβλίο του Άντριου Κρίσελ ¨Η γλώσσα του Ραδιοφώνου, εκδόσεις: Επικοινωνία και Κουλτούρα, Αθήνα 1991. (Ρίξτε επίσης μια ματιά στο βιωματικό σημείωμα ¨Το ραδιόφωνο των ονείρων¨ που θα βρείτε σε σελίδα του παρόντος ιστολόγιου).

Οι εξετάσεις (εκτός απροόπτου) θα είναι προφορικές.

β. Να εκπονήσετε μια εργασία πάνω σε θέμα σχετικό με τις κοινωνικές επιπτώσεις ή τις εκφραστικές δυνατότητες του ραδιοφώνου.

Η προσέγγιση μπορεί να είναι διαχρονική (άρα να μην αφορά αποκλειστικά στα όσα συμβαίνουν σήμερα στο χώρο της ραδιοφωνικής επικοινωνίας, αλλά να αναφέρεται στο ραδιόφωνο και τις κοινωνικές επιπτώσεις του σε κάποια συγκεκριμένη περίοδο του παρελθόντος).

Το θέμα που θα επιλέξετε θα πρέπει να εγκριθεί ύστερα από συνεννόηση μαζί μου.

Στην κλασσική ερώτηση: ¨Πόσες σελίδες;¨ να περιμένετε την κλασσική απάντηση: ¨Περισσότερο από την ποσότητα μετράει η ποιότητα του υλικού και της παρουσίασής του¨. Ωστόσο, επειδή ξέρω ότι αυτή η απάντηση δεν σας αρκεί, θα σας πω ότι ¨συμβατικά¨ θεωρώ ότι είναι δυνατό να πείτε ενδιαφέροντα πράγματα μέσα σε περίπου δέκα δακτυλογραφημένες σελίδες. Μη ξεχνάτε ότι δεν πρόκειται για μια απλή ¨άσκηση¨, αλλά για μια απαλλακτική εργασία.

Σας υπενθυμίζω επίσης, ότι δεν είναι κακό (αντίθετα είναι απολύτως απαραίτητο και θεμιτό) να χρησιμοποιείτε απόψεις, στοιχεία και έρευνες άλλων (από βιβλιογραφική ή διαδικτυακή έρευνα), με την προϋπόθεση ότι κάνετε μνεία στις πηγές σας, με τους τρόπους που έχουμε ήδη αναφέρει στα πρώτα μαθήματα.

Την εργασία θα πρέπει να μου την παραδώσετε μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων μία εβδομάδα πριν τη λήξη των μαθημάτων. Την ημέρα των εξετάσεων θα έχετε τη δυνατότητα να παρουσιάσετε την εργασία προφορικά.

Είναι δυνατό, ανάλογα με το θέμα και ύστερα από συνεννόηση μαζί μου, η άσκηση να εκπονηθεί από μικρή ομάδα φοιτητών (δύο ή τρεις). Σε αυτή την περίπτωση οι ποσοτικές, καθώς και οι απαιτήσεις εμβάθυνσης πολλαπλασιάζονται επί τον αριθμό των συμμετεχόντων

 γ. Να δημιουργήσετε μια ¨εικονική¨ ραδιοφωνική εκπομπή.

Σε αυτή την περίπτωση:

1.      Το θέμα είναι απολύτως ελεύθερο (μπορείτε να επιλέξετε ανάμεσα σε είδη εκπομπών που ήδη υπάρχουν ή υπήρξαν στο παρελθόν ή και να επινοήσετε κάτι το τελείως πρωτότυπο.

2.      Συνιστάται να συνεργαστείτε σε μικρές ομάδες αξιοποιώντας τα επιμέρους ¨ταλέντα¨ σας, είναι όμως δεκτές και οι ατομικές δημιουργίες.

3.      Δεδομένου ότι δεν έχετε ακόμη παρακολουθήσει τα σχετικά εργαστήρια, θα υπάρξει απόλυτη επιείκεια για τις τυχόν τεχνικές ατέλειες. Πάντως, αν δεν αισθάνεστε καθόλου σε θέση να χειριστείτε τον στοιχειώδη εξοπλισμό, τότε επιλέξτε έναν από τους άλλους  τρόπους για να περάσετε το μάθημα.

4.      Μαζί με την μαγνητοταινία ή τον δίσκο της εκπομπής, μπορείτε, εάν το επιθυμείτε, να συνυποβάλλετε όποιο άλλο στοιχείο θεωρείτε απαραίτητο ως τεκμηρίωση της δουλειά σας (γραπτά κείμενα ή άλλο υλικό). Σε κάθε περίπτωση θέλω τα πλήρη στοιχεία σας καθώς και τα στοιχεία της εκπομπής ή ο,τι άλλο θα επιθυμούσατε να συμπληρώσετε, σε μία συνοδευτική γραπτή σελίδα.

5.      Για τη διάρκεια της εκπομπής ισχύουν όσα αναφέρονται παραπάνω για την έκταση των γραπτών εργασιών. Επί πλέον, σας διευκρινίζω ότι η διάρκεια εξαρτάται από το είδος της εκπομπής και ότι για μια ατομική εκπομπή που κατά τα άλλα ικανοποιεί τα ποιοτικά κριτήρια, μπορεί να είναι περί τα δεκαπέντε λεπτά.

6.      Τα κριτήρια αξιολόγησης των εκπομπών είναι:

α. Η τήρηση των κανόνων που διέπουν τη ραδιοφωνική γλώσσα (λαμβάνοντας υπόψη και το είδος της εκπομπής που επιλέχθηκε). Ιδιαίτερα τα εναύσματα προς τη φαντασία των ακροατών, η απόδοση του νοηματικού πλαίσιου,  ο χειρισμός των ραδιοφωνικών συστατικών (λέξεις, μουσική, ήχοι περιβάλλοντος και ηχητικά εφέ, σιωπές), η ραδιοφωνική στίξη κλπ.

β Η τεκμηρίωση γύρω από τη θεματολογία που προτείνεται.

γ. Η επινόηση και χρησιμοποίηση  πρωτότυπων ιδεών και ραδιοφωνικών ¨ευρημάτων¨.

Συμβουλή: Φτιάξτε μικρές ομάδες και αντιμετωπίστε την άσκηση με κέφι,  ως μια δημιουργική ψυχαγωγική απασχόληση.

  1. 7.      Η παράδοση προβλέπεται και εδώ, όπως και για τις γραπτές εργασίες, μία εβδομάδα πριν τη λήξη των

Σημείωση 1. Όσες εργασίες παραδοθούν εγκαίρως, θα παρουσιαστούν και θα συζητηθούν κατά τη διάρκεια των μαθημάτων.

Σημείωση 2. Κείμενα και λοιπό υλικό γραπτών εργασιών και εκπομπών δεν επιστρέφονται, ούτε φυλάσσονται για μελλοντικές εξετάσεις. Εάν χρειαστεί να επαναλάβετε την εξέταση και επιθυμείτε να χρησιμοποιήσετε τη ίδια εργασία, είναι καλό να κρατάτε αντίγραφα

Δημοσιεύθηκε στο ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | 3 σχόλια »

Ουρανοί της Θεσσαλονίκης (σήμερα το πρωί)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Δεκεμβρίου, 2011

Ηώς ροδοστεφής

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Οφειλή Περιπέτειας (Αθήνα)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 3 Δεκεμβρίου, 2011

Οι φίλοι του ιστολόγιου και της ποίησης που θα βρίσκονται στην Αθήνα την προσεχή Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011 (ώρα 08:00 μμ), είναι προσκεκλημένοι στην Αθηναϊκή παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Νίκου Μοσχοβάκου ¨Οφειλή Περιπέτειας¨.

Θα μιλήσουν ο Μιχάλης Μερακλής, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και   ο ποιητής Πάνος Καπώνης. Θα διαβάσει ποιήματα ο ηθοποιός Στέλιος Μάινας και θα τραγουδήσουν μελοποιημένα ποιήματα ο Μιχάλης και ο Παντελής    Καλογεράκης.

Η συλλογή εκδόθηκε από τις εκδόσεις ¨Μελάνι¨.

Η εκδήλωση θα γίνει στην Κρητική Εστία, Στράβωνος 12, Άλσος Παγκρατίου.

 

[από τη συλλογή Οφειλή Περιπέτειας]

ΟΥΔΟΛΩΣ ΘΑ ΟΛΙΓΩΡΗΣΩ

Εξέπεσα του βαθμού μου

και καταδιώχτηκα ανηλεώς

τόσο από τους Μήδες

όσο και ιδίως από τους μηδίσαντες.

Η εναντίωσή μου στο ευτελές

και η άρνηση του δεδομένου τάχα εφικτού

με οδηγούν κατάδηλα

στην πυρά των μικρόψυχων

με το αλαβάστρινο βλέμμα στο πρόσωπο.

Κατάπτυστοι λίβελλοι

των κατεχόντων την σωτήρια αλήθεια

προετοιμάζουν τον αφανισμό μου.

Ετοιμοπόλεμος κι αρματωμένος

ουδόλως θα ολιγωρήσω

η απόφασή μου είναι

να πέσω μόνο μαχόμενος.

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Aνθός κρυμμένος (σε πετσί αγελάδας)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 19 Νοεμβρίου, 2011

Εδώ παρακάτω σας έχω ένα  ερωτικά αγανακτισμένο, τυραννιστικά σαγηνεμένο και σίγουρα  πολυτραγουδισμένο, δημιούργημα του Μπρασένς, με μουσική σε δύο εκδοχές:  η πρώτη απλή κι απελπισμένη (αλά Μπρασένς φυσικά), η δεύτερη απλή και στριφογυριστή. Στη πρώτη το ρεφρέν είναι μια φράση μόνο:

Με τραβολόγαγε από την καρδιά

…από της καρδιάς μου την άκρη

Στη δεύτερη η επωδός αποτελεί μια παρομοίωση που εμπεριέχει ανθό, αγελαδίτσα και, βέβαια, σούρσιμο/τραβολόγημα και εγώ, για να βγει παραστατικότερα η απόδοση, πρόσθεσα και μια σουσουράδα, παραμένοντας, ελπίζω, στο κλίμα.

Λουλουδάκι (κρυμμένο σε πετσί αγελάδας)

Ερωτευμένος δεν υπήρξε στη Γη

όσο εγώ, πιασμένος στην παγίδα,

μα μοναχός μου άνοιξα την πληγή

τα δυο της στήθη από κοντά σαν είδα

Ανθός κρυμμένος σε πετσί αγελάδας,

αγελαδίτσα που το παίζει ανθός,

χάρη και νάζι πού ‘χει σουσουράδας

και πίσω της σε σέρνει ολοταχώς.

Η Φύση της χάρισε θέλγητρα χίλια

φωτιά σ’ ανάβουν μόλις την αγγίξεις

κι εγώ που με έτρωγε λιγάκι κι η ζήλια

διαρκώς ζητούσα αγάπης αποδείξεις.

Όχι πως είχε κουκούτσι μυαλό

πνεύμα δεν είχε, μοναχά καπρίτσια

μα, είπα, στον έρωτα δεν είναι λογικό

σοφίες να απαιτείς από τα κορίτσια.

Ως που μια μέρα άνοιξε τα φτερά,

μακριά μου εχάθη αφήνοντάς με μόνο

κι όλα τα βότανα και τα γιατρικά

δεν φτάνουν να μου γιάνουνε τον πόνο.

Πολύ την αγάπησα, αλλά τώρα πια

τη συγχωρώ, δεν της κρατώ κακία,

που έχει διαλύσει τη φτωχή μου καρδιά

κι άλλη αγάπη δε χωράει καμία.

Ανθός κρυμμένος μέσα σε αγελάδα,

αγελαδίτσα που το παίζει ανθός,

που σου κουνιέται σα τη σουσουράδα

και πίσω της σε σέρνει, δυστυχώς!

Σε ήχο: O Brassens στην πρώτη εκδοχή:

και στην δεύτερη:

Η ¨αγελαδίτσα¨ (όμορφο λουλουδάκι) στα αραβικά:


…και στη γλώσσα των Κρεολών στης Καραϊβικής


Στη διάλεκτο των Λομβαρδών (Μιλανέζικα) από τον Νάννι Σβάμπα


…και στα ιταλικά από τον Σάλβο Λο Γκάλμπο


ή, αν προτιμάτε, στα ισπανικά:


ή από υπαίθρια χορωδία:

Une jolie fleur dans une peau de vache

Jamais sur terre il n’y eut d’amoureux

Plus aveugle que moi dans tous les âges
Mais faut dire que je m’était creuvé les yeux
En regardant de trop près son corsage.

Une jolie fleur dans une peau de vache

Une jolie vache déguisée en fleur

Qui fait la belle et qui vous attache
Puis, qui vous mène par le bout du coeur.

Le ciel l’avait pourvue des mille appas
Qui vous font prendre feu dès qu’on y touche
L’en avait tant que je ne savais pas
Ne savais plus où donner de la bouche.

Une jolie fleur dans une peau de vache
Une jolie vache déguisée en fleur
Qui fait la belle et qui vous attache
Puis, qui vous mène par le bout du coeur.

Elle n’avait pas de tête, elle n’avait pas
L’esprit beaucoup plus grand qu’un dé à coudre
Mais pour l’amour on ne demande pas
Aux fille d’avoir inventé la poudre.

Une jolie fleur dans une peau de vache
Une jolie vache déguisée en fleur
Qui fait la belle et qui vous attache
Puis, qui vous mène par le bout du coeur.

Puis un jour elle a pris la clef des champs
En me laissant à l’âme un mal funeste
Et toutes les herbes de la Saint-Jean
N’ont pas pu me guérir de cette peste.

Je lui en ai bien voulu mais à présent
J’ai plus de rancune et mon coeur lui pardonne
D’avoir mis mon coeur à feu et à sang
Pour qu’il ne puisse plus servir à personne.

Une jolie fleur dans une peau de vache
Une jolie vache déguisée en fleur
Qui fait la belle et qui vous attache
Puis, qui vous mène par le bout du coeur.

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Η διαθήκη

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 16 Νοεμβρίου, 2011

Όταν ο Χάρος θα με καλέσει

ίσως σε κάποιους να μην αρέσει

τι στη διαθήκη μου έχω προβλέψει

να τους αφήσω για κληρονομιά.

Μη μου φωνάζετε, δε χρησιμεύει,

εγώ στην κόλαση θα είμαι πια!       

[Μη ξεφωνίζετε δε χρησιμεύει,

θα ‘μαι στην κόλαση για τα καλά!]

Λέω να αφήσω στους νταβατζήδες

ένα πτυχίο στην Οικονομία,

για να μπορέσουν αυτές οι ατσίδες,

τα ηνία αφού πάρουνε στην κοινωνία,

να λύσουν το πρόβλημα της κουραμάνας

απ’ το εισόδημα της κάθε πουτάνας

[Θέαμα κι άρτος εξασφαλισμένος.

κι ο γάιδαρός μας γερά δεμένος]

Μία  βεβαίωση ¨κοσμιοτάτη¨

θέλω να αφήσω στην Μελπομένη,

που την κοσμιότητα έχει γραμμένη

και με φαντασία ιερουργεί στο κρεβάτι.

Έτσι ένα σύζυγο θα βρει, τυχεράκια

-Τι ειν’ λίγο κέρατο μπροστά στα χαδάκια!

[Θα βρει έναν σύζυγο! Τον τυχεράκια!

Με λίγο κέρατο, πολλά χαδάκια!]

Αδελφέ Χάρε δώσε μου χρόνο

και τη διαθήκη όπου να ‘ναι τελειώνω…

Δώσε μου χρόνο να χαιρετήσω,

να ευχαριστήσω, να ευγνωμονήσω,

ένα προς ένα τον κάθε παρόντα,

και απ’ ευθείας και από σπόντα…

Εσύ νεκροθάφτη, για άκου με λίγο,

αν κι η δουλειά σου δεν πολυαρέσει

κι όταν σε βλέπουνε χτυπάνε ξύλο

κι όλοι σε λένε μεγάλο μπαμπέση,

εγώ λέω, αντίθετα, βρε κατεργάρη,

να σου απονείμω το Χρυσό Φτυάρι!

[Εγώ λέω, σίγουρα, βρε κατεργάρη

Φτυάρι Χρυσό, θα σου γουστάρει!]

Κι όσο γι αυτήν τη γριά καρακάξα,

που απ’ το κρεβάτι μου δεν το κουνάει,

προγνωστικά να της στείλω ζητάει

με το που θα φτάσω στην άλλη την όχθη…

Εγώ, μόλις φτάσω στα καταραμένα,

θα της τα στείλω, αλλά λαθεμένα…

[Στα μέρη άμα φτάσω τα κολασμένα,

όλα θα τα ‘χει, αλλά μπερδεμένα].

Όταν ο Χάρος θα απαιτήσει

να την αφήσω μονάχη στη ζήση

μόνο ένα δάκρυ, μονάχα ένα

πάνω στον τάφο μου θα ξοδευτεί

κι ένα χαμόγελο, μονάχα ένα,

στη θύμησή μου θα γεννηθεί.

Κι αν το κορμί μου ενωθεί με τη Φύση

κι  εκεί που ήταν, μια φορά, η καρδιά μου,

έξαφνα,  σπάνιο ρόδο ανθίσει,

σ’  αυτήν που μου ‘δωσε δάκρυα το δίνω:

Για κάθε έναν παλμό της καρδιάς της,

Δίνω ένα κόκκινο πέταλο αγάπης.

[Για έναν προς έναν παλμό της καρδιάς της,

Θα ‘χει ένα κόκκινο πέταλο αγάπης]

Σε σένα, αρχόντισσα, που γι όλους δεν ήσουν,

και να ‘σαι τώρα αναγκασμένη,

στης εκκλησιάς την γωνιά στριμωγμένη,

να πουλάς εικόνες στον κάθε διαβάτη…

σε σένα αφήνω αυτό το τραγούδι

που λέει για όνειρα που γίνανε στάχτη

Σε σένα που για να τα βγάλεις πέρα

Χριστούς και Αγίους πουλάς κάθε μέρα

Όταν ο Χάρος θα με καλέσει,

κανείς στην Πλάση δε θα προσέξει.

πως κάποιος πέθανε χωρίς να μιλήσει,

χωρίς να γνωρίσει τα αληθινά.

Πως κάποιος πέθανε χωρίς να ικετέψει

ούτε την λύπηση να αποζητά.

Της άλλης όχθης εσείς αδέλφια

μαζί αγαπάμε, μαζί τραγουδάμε,

παρέες φτιάχνουμε, φτιάχνουμε κέφια

και για τον πόλεμο μαζί ξεκινάμε…

Μα αυτή η σκέψη μη σας εγκαρδιώνει:

Όταν πεθαίνουμε, πεθαίνουμε μόνοι.

[Αυτή η σκέψη ας μη σας τονώνει,

σαν είν’ να φύγουμε, θα φύγουμε μόνοι.]

Προσαρμογή στα ελληνικά του τραγουδιού του Fabrizio de Andre “Il testamento”. (Την αφιερώνω στους παλιούς μου συμφοιτητές)



Εδώ το τραγούδι από τον Fabrizio

…και η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά που σας σκάρωσα (επαλήθευση ότι παρά τις παραπανίσιες συλλαβές ¨χωράει¨ στη μουσική)



Το κείμενο στα Ιταλικά

Quando la morte mi chiamerà
forse qualcuno protesterà
dopo aver letto nel testamento
quel che gli lascio in eredità
non maleditemi non serve a niente
tanto all’inferno ci sarò già

ai protettori delle battone
lascio un impiego da ragioniere
perché provetti nel loro mestiere
rendano edotta la popolazione

ad ogni fine di settimana
sopra la rendita di una puttana
ad ogni fine di settimana
sopra la rendita di una puttana

voglio lasciare a Bianca Maria
che se ne frega della decenza
un attestato di benemerenza
che al matrimonio le spiani la via

con tanti auguri per chi c’è caduto
di conservarsi felice e cornuto
con tanti auguri per chi c’è caduto
di conservarsi felice e cornuto

sorella morte lasciami il tempo
di terminare il mio testamento
lasciami il tempo di salutare
di riverire di ringraziare
tutti gli artefici del girotondo
intorno al letto di un moribondo

signor becchino mi ascolti un poco
il suo lavoro a tutti non piace
non lo consideran tanto un bel gioco
coprir di terra chi riposa in pace

ed è per questo che io mi onoro
nel consegnarle la vanga d’oro
ed è per questo che io mi onoro
nel consegnarle la vanga d’oro

per quella candida vecchia contessa
che non si muove più dal mio letto

per estirparmi l’insana promessa
di riservarle i miei numeri al lotto

non vedo l’ora di andar fra i dannati
per rivelarglieli tutti sbagliati
non vedo l’ora di andar fra i dannati
per rivelarglieli tutti sbagliati

quando la morte mi chiederà
di restituirle la libertà
forse una lacrima forse una sola
sulla mia tomba si spenderà
forse un sorriso forse uno solo
dal mio ricordo germoglierà

se dalla carne mia già corrosa
dove il mio cuore ha battuto un tempo
dovesse nascere un giorno una rosa
la do alla donna che mi offrì il suo pianto

per ogni palpito del suo cuore
le rendo un petalo rosso d’amore
per ogni palpito del suo cuore
le rendo un petalo rosso d’amore

a te che fosti la più contesa
la cortigiana che non si dà a tutti
ed ora all’angolo di quella chiesa
offri le immagini ai belli ed ai brutti

lascio le note di questa canzone
canto il dolore della tua illusione
a te che sei costretta per tirare avanti
costretta a vendere Cristo e i santi

quando la morte mi chiamerà
nessuno al mondo si accorgerà
che un uomo è morto senza parlare
senza sapere la verità
che un uomo è morto senza pregare
fuggendo il peso della pietà

cari fratelli dell’altra sponda
cantammo in coro già sulla terra
amammo tutti l’identica donna
partimmo in mille per la stessa guerra
questo ricordo non vi consoli
quando si muore si muore si muore soli
questo ricordo non vi consoli
quando si muore si muore soli.

…και κάτι δικό μας

Οι ¨νεκροθάπται” του Μποστ, με μουσική Γ. Μαρκόπουλου, τραγουδάει ο Γ. Ζωγράφος

Εις το φέρετρο θα έμπω

και στο μνήμα της θα μπω

να με θάψουν νεκροθάφται

με αυτήν

με αυτήν που αγαπώ

Η κακούργος κοινωνία

που μας χώρισε σκληρά

να χαρεί και ν’ απολαύσει

δυο πτω-

δυο πτώματα νεκρά

Φέρτε κόλυβα, λαμπάδες

και να έρθεις να με βρεις

να με κλάψεις ξαπλωμένον

παραπλεύρως της νεκρής

να με κλάψεις ξαπλωμένον

παραπλεύρως της νεκρής

Ετοιμάσατε πλερέζες

βάλτε μαύρον ρουχισμόν

ήρθαν σκοτειναί δυνάμεις

και διακό-

και διακόψαν τον δεσμόν

Μαύρα, φίλοι μου, να βάλτε

τρέξατε να βρείτε ψάλται

ευρίσκομαι νεκρός

πεθαμένος και νεκρός

ευρίσκομαι νεκρός

πεθαμένος και νεκρός

Ψάλται και κανδηλανάφται

το κορμί μου αναπαύτε

κλαύσατε πικρώς

κλαύσατε πικρώς

κλαύσατε πικρώς

κλαύσατε πικρώς

Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν μιλούν

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 13 Νοεμβρίου, 2011

Θα πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι εγώ προσωπικά τις κυρίες αυτές δεν τις γνωρίζω. Ούτε εκείνες της εποχής του Μπρελ, ούτε τις μεταγενέστερες. Κι έτσι, όταν πρωτοάκουσα το τραγούδι, τις φαντάστηκα κάτι σαν αγκαζαρισμένες ηπειρώτισσες να χορεύουν γύρω γύρω την ¨καραγκούνα¨. Προφανώς τα πράγματα (οι εν λόγω κυρίες) είναι κάπως αλλιώς, αλλά εγώ μία φορά όλη κι όλη έχω πάει στις Βρυξέλλες και σας διαβεβαιώνω ότι ουδεμία μου προέκυψε επαφή με Φλαμανδή χορεύτρια (ούτε με Βαλλώνα –για να τα λέμε όλα).

Ξέρω πάντως ότι ο Ζακ Μπρέλ ήταν, από τη μεριά του πατέρα του, φλαμανδικής καταγωγής και, όσο να ‘ναι, κάτι θα ήξερε σχετικά. Μεταφέρω εδώ την (λιγο πολύ χιουμοριστική) εκδοχή για τις βορειοβελγίδες συμπατριώτισσές του,  έτσι, για να γνωριζόμαστε λίγο καλύτερα μεταξύ ευρωπαίων (και το αυτοσαρκαστικό χιούμορ είναι καλός οδηγός για κάτι τετοιο).

Προσθέτω ότι,  μια που όλοι έχουμε μπλέξει σε μια συλλογική περιπέτεια, (ευρωπαϊκοί λαοί εναντίον καταβροχθιστικών τεράτων με ταμεία γαμψά) καλό θα είναι να γνωριστούμε καλύτερα γιατί μόνο συντονισμένα θα μπορέσουμε ίσως να τη βγάλουμε καθαρή…

… έχουμε λοιπόν σε ήχο

1. Τον ίδιο τον Ζακ Μπρελ

2. Την Μπαρμπαρά

3. Piêro, les flamandes


4. Την απόδοση στα ελληνικά που σας ετοίμασα

Και σε κείμενο

1. Την απόδοση (αφιερωμένη στους φίλους που με διαβάζουν στις Κάτω Χώρες)

2.Τους στίχους στα γαλλικά  

Οι Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν μιλούν

Μιλιά, τις μετρημένες Κυριακές

Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν μιλούν

Οι Φλαμανδές είναι γυναίκες σιωπηλές

Χορεύουν γιατί είναι είκοσι χρονών

Κι οι εικοσάρες πρέπει να λογοδοθούν

Για να μπορέσουνε μετά να παντρευτούν

Και μάνες να γινούν γερών παιδιών

Αυτός, τους είπαν οι γονιοί, είναι ο σκοπός

Τόπε κι ο ηγούμενος και το ‘πε αυστηρά

Το ‘πε ο παπάς, και των παπάδων ο αρχηγός

Γι αυτό χορεύουνε, χορεύουν στη σειρά

Οι Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές

Οι Φλα – οι Φλα - οι  Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν ριγούν

Δεν έχει πάθος στον χορό της Κυριακής

Οι Φλαμανδές χορεύουν – δεν ριγούν

Οι Φλαμανδές προκύπτουν αξιοπρεπείς

Χορεύουν γιατί είναι στα τριάντα πια

Πως  όλα πήγανε καλά να δείξουν πρέπει

Το ζυθοβότανο,  το στάρι, τα παιδιά

Όλα σε τάξη, αν ο Θεός το επιτρέπει

οι Φλαμανδές ειν’  των γονιών τους το καμάρι

Kαι του Ηγούμενου που ψέλνει δυνατά

Kαι του παπά που του Θεού δίνει τη χάρη

Γι αυτό χορεύουνε, χορεύουν στη σειρά

Οι Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές

Οι Φλα – οι Φλα - οι  Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές χορεύουν –δεν χαμογελούν

Χωρίς χαμόγελα ο χορός τις Κυριακές

Οι Φλαμανδές χορεύουν –δεν γελούν

Οι Φλαμανδές είναι γυναίκες σοβαρές

Χορεύουν γιατί πιάσαν τα εβδομήντα χρόνια

Πως  όλα πήγανε καλά να δείξουν πρέπει

Το ζυθοβότανο,  το στάρι, τα εγγόνια

Όλα σε τάξη, ο Θεός αν το επιτρέπει

Σαν τις μανάδες τους τα μαύρα εφορέσαν

Σαν τον ηγούμενο που αναμασάει ρητά

Σαν τον παπά, που τα κηρύγματα τ’ αρέσαν

Κληροδοτούν, γι αυτό χορεύουν στη σειρά

Οι Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές

Οι Φλα – οι Φλα - οι  Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές χορεύουν τεντωμένες

Χωρίς χαλάρωμα ο χορός τις Κυριακές

Οι Φλαμανδές χορεύουν τεντωμένες

Δεν χαλαρώνουνε ποτέ οι Φλαμανδές

Χορεύουν γιατί φτάσαν στα εκατό

Και στα εκατό σωστό να δείξουν κρίνουν

Πως  έχουνε καλό ποδαρικό

Στάρι και ζυθοβότανο άφθονα  θα  απομείνουν

Κι αυτές θα πάνε τους γονιούς ν’ αναζητήσουν

Και τον παπά που κείται εκεί κοντά

Και τον ηγούμενο εκεί θα  συναντήσουν

Γι αυτό χορεύουνε… για τελευταία φορά

Οι Φλαμανδές

Οι Φλαμανδές

Οι Φλα – οι Φλα - οι  Φλαμανδές

Les Flamandes :

Les Flamandes dansent sans rien dire
Sans rien dire aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans rien dire
Les Flamandes ça n’est pas causant
Si elles dansent c’est parce qu’elles ont vingt ans
Et qu’à vingt ans il faut se fiancer
Se fiancer pour pouvoir se marier
Et se marier pour avoir des enfants
C’est ce que leur ont dit leurs parents
Le bedeau et même Son Eminence
L’Archiprêtre qui prêche au couvent
Et c’est pour ça et c’est pour ça qu’elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla – Les Flamandes

Les Flamandes dansent sans frémir
Sans frémir aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans frémir
Les Flamandes ça n’est pas frémissant
Si elles dansent c’est parce qu’elles ont trente ans
Et qu’à trente ans il est bon de montrer
Que tout va bien que poussent les enfants
Et le houblon et le blé dans le pré
Elles font la fierté de leurs parents
Et du bedeau et de Son Eminence
L’Archiprêtre qui prêche au couvent
Et c’est pour ça et c’est pour ça qu’elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla – Les Flamandes

Les Flamandes dansent sans sourire
Sans sourire aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans sourire
Les Flamandes ça n’est pas souriant
Si elles dansent c’est qu’elles ont septante ans
Qu’à septante ans il est bon de montrer
Que tout va bien que poussent les petits-enfants
Et le houblon et le blé dans le pré
Toutes vêtues de noir comme leurs parents
Comme le bedeau et comme Son Eminence
L’Archiprêtre qui radote au couvent
Elles héritent et c’est pour ça qu’elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla – Les Flamandes

Les Flamandes dansent sans mollir
Sans mollir aux dimanches sonnants
Les Flamandes dansent sans mollir
Les Flamandes ça n’est pas mollissant
Si elles dansent c’est parce qu’elles ont cent ans
Et qu’à cent ans il est bon de montrer
Que tout va bien qu’on a toujours bon pied
Et bon houblon et bon blé dans le pré
Elles s’en vont retrouver leurs parents
Et le bedeau et même Son Eminence
L’Archiprêtre qui repose au couvent
Et c’est pour ça qu’une dernière fois elles dansent
Les Flamandes
Les Flamandes
Les Fla – Les Fla -Les Flamandes

Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Έπεα…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Νοεμβρίου, 2011

Μήνυμα: Απίθανε Αδέσποτε Σκύλε, αναδημοσιεύω το ποίημά σου ¨Χίλιες Φορές¨ (ελαφρά εξαρθρωμένο, αλλά –αναγνωστική αδεία- μου ‘ρθε να το αναγνώσω έτσι).


Αφού έχει ειπωθεί χίλιες φορές  

πως

όλα έχουν ειπωθεί χίλιες φορές

και

τα λόγια μας συμπίπτουν και οι καρδούλες μας γουργουρίζουν

σαν

οχετοί

και

τα ξένα τραγούδια μάς φαρμακώνουν μεθοδικά

αρχίστε τις πλεκτάνες,

τα σενάρια,

το γυμνισμό.

 

Αγριάδες εσείς που τρυπάτε την άσφαλτο

και

ρόγες βυζιού που ξεφτιλίζεται

-μπλουζάκια-

με τον τρόπο της λεηλασίας

όπως και ’γω

που δεν έχω θεό, προσευχή ν’ απευθύνω,

όσια κι ιερά

να κουρνιάξω την τρυφεράδα μου

που

όταν βρει τρύπα λυσσάει.

Περισσότερος Σκύλος  Αδέσποτος εδώ

ΥΓ Δείτε, εδώ δίπλα, και το ποίημα του Νίκου ¨Η εκδίκηση¨ (ή μάλλον καλύτερα το μεταφέρω αμέσως εδώ από κάτω) . Μιλάει κι αυτό για λέξεις που φθείρονται. Εγώ θα τα ανακάτευα, όχι ως μεταμοντέρνο σύμφυρμα, αλλά ως εναλλασσόμενο λόγο για τα λόγια, τη δύναμη και τη μοίρα τους

Η εκδίκηση

Τώρα που τάπαν όλα οι ποιητές
εσύ τι θα γράψεις ;
μου αντέτεινε
η άπτερος Νίκη της Σαμοθράκης.
Κι εγώ την αποκεφάλισα.


Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | 1 σχόλιο »

Για τον Georges Brassens

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 2 Νοεμβρίου, 2011

Μια ιδέα μουσικά σχόλια σε τζαζ

Ο Georges Brassens ήρθε κι έφυγε τέλη μήνα Οκτώβρη (22. 10. 1921 – 29. 10. 1981).  Τέτοιες μέρες, ενενήντα χρόνια από τον ερχομό και τριάντα από την αποδημία, οι γαλλόφωνες κοινωνίες και οι απανταχού φίλοι του τον θυμούνται με ποιήματα και τραγούδια, με αφιερώματα και ποικίλες άλλες εκδηλώσεις .

Σας έχω εδώ μερικές φωτογραφίες. Όσο αφορά στην προσπάθεια απόδοσης κάποιων τραγουδιών του στα ελληνικά, όπου να ‘ναι θα επανέλθουμε.

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: | Αφήστε Σχόλιο »

Εναγκαλίζουσα Ερυθριώσα Αμπέλωψ

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 1 Νοεμβρίου, 2011

Πορφυρό φθινόπωρο                                                                                                               Francisco Tarega

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Η φωτογραφία της ημέρας αν όχι της χρονιάς

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 29 Οκτωβρίου, 2011

 «…Ο μικρούλης με τη σημαιούλα του, κάθησε στην κενή πολυθρόνα του Προέδρου, πανευτυχής…»

 

Θεσσαλονίκη 28η Οκτωβρίου 2011… Τη φωτογραφία τράβηξε  ο παλιός φίλος Γιώργος Συνεφάκης, (πανεπιστημιακός, αρχιτέκτονας πολεοδόμος από τη Θεσσαλονίκη) και πιστεύω ότι όντως λέει πολλά…

Μεταφέρω εδώ το πρώτο απολύτως επί της ουσίας σχόλιο

Antonis είπε

29 Οκτωβρίου, 2011 στο 12:22 μμ e

Ποιος άλλος θα μπορούσε να καθίσει σ’ ένα θρόνο!
Μονάχα ένα παιδί. Μονάχα ένα παιδί μπορεί
το γερασμένο κόσμο να σηκώσει στους ώμους.
Μονάχα μπροστά σ’ ένα παιδί μπορώ να παρελάσω
με όλα τα σπασμένα κομμάτια της ιστορίας.
Γιατί σε κάθε παιδί υπάρχει σοφία και μυστήριο
κι ο σπόρος της αλλαγής που δε μπορείς να
τον αδράξεις με τα χέρια αλλά να τον αφήσεις
πρέπει να τριφτεί, να κολλήσει στα δάχτυλα
και τα σπλάχνα να διεισδύσει αργά στις
λεωφόρους του μέλλοντος. Γιατί μονάχα
ένα παιδί ξέρει να βαδίζει στο μέλλον
με το σημαιάκι του που’ χει πάνω
όλες τις πατρίδες και τα παραμιλητά
του κόσμου.

αντ.αντ

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , , , , , | 2 σχόλια »

Οι λέξεις

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Οκτωβρίου, 2011

Το παρακάτω ποίημα τραγουδήθηκε από ¨τα αδέλφια¨  (δίδυμα, δεκαεννιάχρονα και ταλαντούχα: ο Μιχάλης και ο Παντελής), μαζί με άλλα ποιήματα του Νίκου το βράδυ της 21ης  Οκτωβρίου στο Βαφοπούλειο στη Θεσσαλονίκη. Παρουσιάστηκε η ¨Οφειλή περιπέτειας¨. Πιστεύω πως δεν υπερβάλω αν πω πως ήταν μια όμορφη βραδιά.

Οι λέξεις απόμειναν γυμνές

μελοποίηση – Μιχάλης Καλογεράκης
φωνή – Παντελής Μιχάλης Καλογεράκης
Ποίηση -Νίκος Μοσχοβάκος

Οι λέξεις απόμειναν γυμνές

Από νόημα γυμνές

οι λέξεις απόμειναν

 

Μακριά μου η θάλασσα

γεμάτη κύματα

δεν έχει τίποτα να κρύψει


Η επέλαση και ετούτου

του καλοκαιριού

τελειώνει

 

Ο αέρας τρίζει τα παράθυρα

και το τοπίο γυμνό ή όχι

με σφάζει

 

Πίσω μου τι ακολουθεί

και μετά απ’ το Φθινόπωρο

ποιος θα με αποκαλύψει…

 

Οι λέξεις απόμειναν γυμνές

Από νόημα γυμνές

οι λέξεις απόμειναν 

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ποίημα για κάποιον που δε θα του γράψει ποίημα κανείς

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 24 Οκτωβρίου, 2011

Πάντα από τον Αδέσποτο Σκύλο

Ποίημα για κάποιον που δε θα του γράψει ποίημα κανείς

Φοράει βερμούδα σαγιονάρα και τα λοιπά.
Αρσενικός μπήχτης ψυχοπομπός τα πάντα όλα
μονολογεί. Στου πρώτου ορόφου το ζόφο
ονειρεύεται νησιά βυζιά ομορφιές.
Κλείνει τα φώτα και κατουρά
γλάστρες γαρδένιες και ορτανσίες.
Με τη μέθοδο σκύλου, το ποδάρι ψηλά.
Σκέφτεται συχνά το Άγιον Όρος
τα φασολάκια τα λαδερά τις αυγές και
τα χάδια που κροταλίζουν γλυκά. Ακούει
στα χαζά μουσικές, τρεκλίζει, θέλει μία
να του ανοίγει τα πόδια να του κάνει παιδιά.
Γήπεδο μαλακία και κολοδάχτυλο στ΄αρπαχτικά.
Λέει λίγα ακούει πολλά. Συσσωρεύει
τοκίζει τη μισθωτή του σκλαβιά.
Κάθε μήνα κουρέας σαλονάκι κι άλλοι
τόσοι φτυστοί σαν κι αυτόν. Ωραίοι σαν
έλληνες αναπολούν τα παλιά.
Χέβυ μέταλ τσιμπούκια στα σκιώδη στενά
καθώς προσκρούει η μηχανή σε ελιά.
Καθώς μια κατακόκκινη δύση διαβολικιά
ως γομολάστιχα της ανίας περνάει ξυστά

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Η μεγάλη πορεία

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 22 Οκτωβρίου, 2011

Το βρήκα στο ιστολόγιο ποίησης Αδέσποτος Σκύλος (γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος) και σας το μεταφέρω.

Η Μεγάλη πορεία

Η μισή μου καρδιά εδώ βρίσκεται
κι η άλλη μισή επίσης αφού τέλειωσαν
τα ψέματα κι οι Κινέζοι γερά σκαριά
ποτίζουν ορυζώνες και σταυρόλεξα
σουντούκου σφυροδρέπανα μωρά
γερτά ιδεογράμματα φευγάτη ποίηση
που όλα τα λέει απλά τη σκάφη σύκα
και τα σύκα σκάφη.

 

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: | Αφήστε Σχόλιο »

Έκτακτη και επείγουσα ανακοίνωση. Εξετάσεις Οκτωβρίου ’11

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 19 Οκτωβρίου, 2011

Οι εξετάσεις του μαθήματος επιλογής Ραδιόφωνο: γλώσσα και κοινωνική διάσταση θα γίνουν την Τρίτη 25 Οκτωβρίου, ώρα 11:00, στο γραφείο του διδάσκοντος.

Οι εξετάσεις του μαθήματος Κοινωνική Ιστορία της Μαζικής Επικοινωνίας θα γίνουν κανονικά και σύμφωνα με το πρόγραμμα την Παρασκευή 21.10.2011, ώρα 09:00, αίθουσα 2.

Δημοσιεύθηκε στο ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ουρανοί της Θεσσαλονίκης Φθινόπωρο ’11

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 14 Οκτωβρίου, 2011

 Βραδιάζει Ξημερώνει  Φθινόπωρο Θεσσαλονίκη

 

 

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Έκτακτη και επείγουσα Ανακοίνωση (εξετάσεις)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 4 Οκτωβρίου, 2011

Συμπληρωματική εξέταση στο μάθημα Κοινωνιολογία των ΜΜΕ την Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011 ώρα 11:00 στο γραφείο του διδάσκοντος

Κατάθεση ασκήσεων έως το μεσημέρι (12:00) της Παρασκευής 7 Οκτωβρίου στο θυρωρείο ή στη θυρίδα του διδάσκοντος

Για τις εξετάσεις των μαθημάτων ¨Κοινωνική Ιστορία της Μαζικής Επικοινωνίας¨ και ¨Ραδιόφωνο: Γλώσσα και Κοινωνική Διάσταση¨:

Κατ’ εξαίρεσιν παράταση προθεσμίας υποβολής ασκήσεων ή εργασιών και για τα δύο μαθήματα: έως το μεσημέρι της Τετάρτης 12 Οκτωβρίου 2011 (θυρίδα διδάσκοντος ή θυρωρείο) Οι ημερομηνίες των εξετάσεων ισχύουν σύμφωνα με το πρόγραμμα που έχει ήδη εκδοθεί.

(θα αναρτηθεί και στην πινακίδα του 4ου ορόφου)

Δημοσιεύθηκε στο ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | Αφήστε Σχόλιο »

Εξετάσεις Σεπτεμβρίου (που πήγαν Οκτώβρη), εδώ είμαστε πάλι…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 30 Σεπτεμβρίου, 2011

Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα έχουμε (και λέμε)

1. Την Δευτέρα 3 Οκτωβρίου, ώρα 09:00, στην αίθουσα 2, προφορικές εξετάσεις στο μάθημα Κοινωνιολογία της Μαζικής Επικοινωνίας

2. Την Πέμπτη 20 Οκτωβρίου, ώρα 09:00, στην αίθουσα 2, προφορικές εξετάσεις ή παρουσίαση εργασιών στο μάθημα Ραδιόφωνο: Γλώσσα και Κοινωνική Διάσταση

3. Την Παρασκευή 21 Οκτωβρίου, ώρα 09:00, στην αίθουσα 2, προφορικές εξετάσεις  στο μάθημα Κοινωνική Ιστορία της Επικοινωνίας

Καλή επιτυχία

Δημοσιεύθηκε στο ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , | 3 σχόλια »

Τέτοια μέρα, από τότε, πάντα ψυχοπλακώνω τη φτωχή μου καρδιά

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 28 Σεπτεμβρίου, 2011

Έτυχε να βρω αυτό το ρομαντικό (λίγο ειρωνικό, λίγο σπαραξικάρδιο) τραγουδάκι του φίλου Μπρασένς  πριν από την ισημερία και είπα να σας το προσφέρω ¨επί τη ευκαιρία¨, στις 22 του Σεπτέμβρη ανήμερα, καθώς θα έμπαινε μετεωρολογικά  το Φθινόπωρο.

Όμως στις 22 ήμουν σε οργισμένες ακεφιές, όχι μόνο για τα όσα συμβαίνουνε γύρω μας (ακόμη ένα πακέτο ¨μέτρων¨, ακόμη μια παραβίαση των κανόνων συμβίωσης και της κοινής λογικής), αλλά πιο πολύ για το πως μας τα διοχετεύουν  οι παπαγάλοι των Μέσων (αντιφατικά, υποβολιμαία, με ασάφειες, με υπαινιγμούς, με πατερναλισμό, με μητερναλισμό(*), με υστεροβουλία, με μεροληψία, με μεμψιμοιρία, με άφθονη κακογουστιά, κακομοιριά και μιζέρια).

Τώρα, όσοι από εσάς παρακολουθείτε το Ιστολογοφόρο, (και ιδιαίτερα τις ¨σελίδες¨ αριστερά) ξέρετε την άποψή μου: Τα περισσότερα από τα δεινά που μας μαστίζουν οφείλονται στην έξαρση της ανισορροπίας ανάμεσα στις βασικές ¨εξουσίες¨:   την πολιτική, την επικοινωνιακή και την οικονομική. Συγκεκριμένα, η οικονομική εξουσία κατάφερε να οικειοποιηθεί  την επικοινωνιακή (ιδιοποιούμενη τα ΜΜΕ και εκμισθώνοντας/δημιουργώντας  ¨μεταμοντέρνους¨ επικοινωνητές) και να εξαγοράσει σημαντικό τμήμα των φορέων της πολιτικής εξουσίας.

Βέβαια,  θα μου πείτε ότι εάν έχουν έτσι τα πράγματα, πρέπει κανείς να είναι έτοιμος για τα χειρότερα και να μη πτοείται  από τα εκάστοτε ¨πακέτα¨ και τις συνημμένες απειλές και τρομοκρατίες. Έχετε, ως συνήθως, δίκιο. Η ακεφιά και η κατάθλιψη είναι οι χειρότεροι σύμβουλοι, οι χειρότεροι σύντροφοι.

Γι αυτό σταματάω την γκρίνια και επιστρέφω, όσο ακόμα αυτό είναι εφικτό, στα απλά πράγματα της ζωής (που ξορκισμένα από το απαράμιλλο ραβδί της τέχνης μπορούν να γίνουν ως και λοστοί έξαρσης, ως και συνοδοί αγώνα).

Ας πούμε, για παράδειγμα, στο (παλιό) τραγούδι του ερωτευμένου που, στις 22 του Σεπτέμβρη, ανήμερα, προσπαθεί να αναρρώσει από τις χαρακιές μιας εγκατάλειψης.(**)

………………

(*) Υβριδική/¨εκσυγχρονισμένη¨ εκδοχή του κλασικού πατερναλισμού με ¨θηλυκό¨ πρόσημο, ιδιαίτερα του συρμού τελευταία.

(**)Για να σας τα πω όλα, έπεσα πάνω στο τραγούδι ¨22 του Σεπτέμβρη¨ καθώς μανουβράριζα τον Γκούγκλη ψάχνοντας υλικό για τις ¨3 του Σεπτέμβρη¨. Εκείνο που προσπαθούσα να βρω ήταν στοιχεία και τεκμήρια για το πώς σε εγκαταλείπει/προδίδει  ξαφνικά, όχι ένας έρωτας, αλλά ένας ριζοσπαστικός συμβολισμός, ένα κοινωνικοπολιτικό όραμα…

……………..

Σημείωση 1. Στο τραγούδι αυτό, όπως συνηθίζεται στη γαλλική γλώσσα, ο ερωτευμένος απευθύνεται και ¨τα σέρνει¨ στην καλή του σε άπταιστο πληθυντικό αριθμό. Στην απόδοση διατήρησα αυτόν τον γλωσσικό τύπο, αλλά θα ήθελα να κάνω ορισμένες διευκρινίσεις:

Προσωπικά συμφωνώ με εκείνους που υποστηρίζουν πως η χρήση του πληθυντικού, όταν κανείς απευθύνεται σε ένα πρόσωπο, είναι έξω από το πνεύμα της ελληνικής γλώσσας, που στην ιστορική της διάσταση υπήρξε πολύ δημοκρατικότερος τρόπος έκφρασης. Ωστόσο, μετά την εισαγωγή του πληθυντικού (ευγενείας;) στα νέα ελληνικά, δημιουργήθηκαν τουλάχιστον δύο εκδοχές: μιλάς (ή σου μιλούν) σαν να απευθύνεσαι σε πολλαπλούς, για να επιβεβαιώσεις κοινωνική (οικονομική, μορφωτική) απόσταση, ή πάλι, χρησιμοποιείς αυτόν τον τύπο ομιλίας για να υποδηλώσεις καλή διάθεση και αποδοχή κάποιων τύπων συμβίωσης. Ο ενικός αντίστοιχα μπορεί, με  πολλές ενδιάμεσες αποχρώσεις, να υποδηλώνει από παθολογική αυταρχικότητα ως τρυφερή οικειότητα. (μια άλλη φορά θα σας διηγηθώ κάποια από τα ιλαροτραγικά που μου συνέβησαν όταν, ύστερα από πολύχρονη συνεχή διαμονή στο εξωτερικό, επέστρεψα στην Ελλάδα, με το γλωσσικό μου κριτήριο αναπόφευκτα αλλοιωμένο).

Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, γεγονός είναι ότι στην ελληνική γλώσσα δεν χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό αριθμό για να τα ψάλουμε στην ¨σκορδόπιστη¨ που μας εγκατέλειψε. Εδώ όμως διατήρησα αυτόν τον τύπο, γιατί μου φάνηκε ότι ενισχύει την ποιητική ατμόσφαιρα του μονόλογου. Και εδώ που τα λέμε δίνει στο ρομαντισμό του κειμένου μια εξωτική νότα, απ’ αυτές που, καμιά φορά, προσδίδουν  πρόσθετη γοητεία στην καλλιτεχνική παραγωγή της Μέσης Δύσης.

Σημείωση 2. Όπως θα δείτε στο γαλλικό κείμενο ο Μπρασένς αναφέρεται στον Πρεβέρ και τα σαλιγκάρια του. Επειδή αυτά τα τελευταία δε χώρεσαν στην απόδοση, σας υπενθυμίζω ότι σας τα έχω ήδη παρουσιάσει αυτονόμως σε προηγούμενη ανάρτηση.

Και τώρα οι ήχοι:

1. Το τραγούδι από τον δημιουργό

Στα Ιταλικά (Salvo lo Galbo)


Η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη σαν με αφήσατε μόνο.

Τέτοια μέρα από τότε πάντα ψυχοπλακώνω

τη φτωχή μου καρδιά, καθώς σκέφτομαι εσάς.

Όμως λέω, αρκετά, από σήμερα αλλάζω.

Όχι δάκρυα πια, κι απ’ το νου μου σας βγάζω.

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, ημέρα της λησμονιάς!

Δε θα τριγυρνά πια στου φθινοπώρου τα φύλλα

αερικό που μου μοιάζει, στη ψυχή του η μαυρίλα

κάθε φύλου νεκρού, και με εσάς στην καρδιά…

Κι ο Πρεβέρ, ο ποιητής του φθινοπώρου των φύλλων,

ας με βγάλει απ’ τη λίστα των οπαδών και των φίλων

Εικοσιδυό  του Σεπτέμβρη, δε σας νοσταλγώ πια!

Κάθε φορά, ως τα χτες, που άνοιγα τα φτερά μου,

χελιδόνι κι εγώ, χελιδόνια σιμά μου,

γκρεμιζόμουν ξανά, σαν σκεπτόμουν εσάς…

Του Ικάρου οι μανίες πια στο διάβολο πήγαν,

δε θα ‘ρθει η χειμωνιά, τα χελιδόνια κι ας φύγαν…

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, ημέρα της λησμονιάς

Στο μπαλκόνι για Σας μία γλάστρα έχω βάλει

Που με δάκρυα ποτίζω, κι ως τα τώρα χαλάλι.

Τα’ άνθη πού ‘χανε πάρει, από σας ευωδιά

Θα τα δώσω, αν περάσει, κανένας μακαρίτης

Εγώ παύω να κλαίω, παύω να ‘μαι ισοβίτης

Εικοσιδυό  του Σεπτέμβρη, δε σας νοσταλγώ πια!

Τώρα πια απ’ την καρδιά μου ό, τι λίγο έχει μείνει,

δεν περνάει της ισημερίας τη δίνη,

τυλιγμένο σε φλόγα, αναμμένη από Σας.

Η μεγάλη φωτιά, πάει πια, έχει σβήσει…

Κανά κάστανο μόνο ίσως φτάνει να ψήσει.

Εικοσιδυό του Σεπτέμβρη, μέρα της λησμονιάς

….

…Και τι θλίψη χωρίς νοσταλγία για σας!

LE VINGT-DEUX SEPTEMBRE (Georges Brassens, 1964).

Un vingt-et-deux septembre au diable vous partîtes,
Et, depuis, chaque année, à la date susdite,
Je mouillais mon mouchoir en souvenir de vous…
Or, nous y revoilà, mais je reste de pierre,
Plus une seule larme à me mettre aux paupières:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

On ne reverra plus, au temps des feuilles mortes,
Cette âme en peine qui me ressemble et qui porte
Le deuil de chaque feuille en souvenir de vous…
Que le brave Prévert et ses escargots veuillent
Bien se passer de moi pour enterrer les feuilles:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

Jadis, ouvrant mes bras comme une paire d’ailes,
Je montais jusqu’au ciel pour suivre l’hirondelle
Et me rompais les os en souvenir de vous…
Le complexe d’Icare à présent m’abandonne,
L’hirondelle en partant ne fera plus l’automne:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

Pieusement noué d’un bout de vos dentelles,
J’avais, sur ma fenêtre, un bouquet d’immortelles
Que j’arrosais de pleurs en souvenir de vous…
Je m’en vais les offrir au premier mort qui passe,
Les regrets éternels à présent me dépassent:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

Désormais, le petit bout de coeur qui me reste
Ne traversera plus l’équinoxe funeste
En battant la breloque en souvenir de vous…
Il a craché sa flamme et ses cendres s’éteignent,
A peine y pourrait-on rôtir quatre châtaignes:
Le vingt-et-deux septembre, aujourd’hui, je m’en fous.

……

Et c’est triste de n’être plus triste sans vous.

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ωδή σύντομη στον Καραϊσκάκη

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 21 Σεπτεμβρίου, 2011

Σαν πρασινίζει ο γαύρος στον Ασπροπόταμο,

τις νύχτες του Μάη με τις φωνές των αστεριών,

ξαναπαίρνεις, κάθε χρόνο, τα παλικάρια σου

κι ανεβαίνεις άρρωστος και πετροβολημένος

προς το μεγαλείο των Αγράφων.

Και τότε συγχωρείς όλους εμάς

και μας καταλαβαίνεις,

που ένας εδώ, ένας εκεί,

πολεμάμε με χίλιους δαιμόνους

και μόλις προφταίνουμε, τελευταία στιγμή,

κι ακολουθούμε τη μεγάλη σου πορεία

πίσω από το ξυλοκρέβατο,

ενώ έρχονται κοντά σου

πίσω από τον λεκιασμένο σκούφο σου,

χωρίς φωνή, με μαύρα μάτια,

σύντροφοι του αγώνα, ο Λόρκας, ο Λουμούμπα, ο Μπολιβάρ,

ο Μαγιακόφσκης, ο Διέγο Ριβέρα κι άλλοι πολλοί,

που κρύβονται από την αστυνομία του Μαυροκορδάτου.

Σε παρακαλώ καπετάνιε Στρατηγέ μου,

άφησέ με να γινώ σωματοφύλακάς σου,

να σε φρουρήσω σ’ όλη σου τη σύντομη ζωή

ξέρω από παγίδες, ξέρω από παράσημα,

από Εγγλέζους, από μυστικές συσκέψεις,

ξέρω από θάνατο, από υποψίες, μάθαμε .

Ξέρω τι αξίζει ένας λαϊκός στρατηγός,

τι αξίζεις.

Θανάσης Φωτιάδης

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Είμαι σνομπ… (φτου μου!)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 17 Σεπτεμβρίου, 2011

Υπάρχουν οι πτωχοί τω πνεύματι.
Ή για να είμαστε ακριβέστεροι οι πτωχότεροι τω πνεύματι από σένα.
Έχουν τρόπους σκέψης και συμπεριφορές που δεν καταλαβαίνεις και σου φαίνονται παράλογες. Δεν πρέπει ωστόσο να τους χλευάζεις. Οι καιροί είναι απρόβλεπτοι και κανείς δε ξέρει αν τελικά, σε μια στροφή της ιστορίας, δικαιωθούν. Άσε που απ’ ό,τι λέγεται τους ανήκει η βασιλεία των Ουρανών.
Υπάρχουν οι πτωχοί τοις χρήμασι
Ή για να είμαστε ακριβέστεροι οι πτωχότεροι τοις χρήμασι από σένα.
Δεν έχει κανένα νόημα να τους χλευάσεις. Είναι κατάφορα άδικο. Στο τρέχον κοινωνικό σύστημα οι πτωχότεροι αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για να είσαι εσύ λιγότερο πτωχός. Άσε που αύριο μπορεί να είσαι και εσύ κατοχυρωμένα νεόπτωχος που είναι και της μόδας!
Θέλεις οπωσδήποτε να χλευάσεις κάποιον; Δε μπορείς να κάνεις αλλιώς; Σε βαραίνει η αριστοφάνεια κληρονομιά και δε ξέρεις που να την βάλεις;
Υπάρχει μια κατηγορία, που όπως και να το κάνουμε τα θέλει ο ευεπίφορός της: Οι σνομπ (sine nobilitatis).
Αυτά (που θα μπορούσαν και να συντμηθούν ως: ¨σνομπάρετε τους σνομπ, τους κάνει καλό¨) εν είδει εισαγωγής για ένα τραγουδάκι του Μπορίς Βιάν (ναι, εκείνου του ¨Αφρού των ημερών¨, ο οποίος εκτός από συγγραφέας στη σύντομη ζωή του υπήρξε και συνθέτης, ηθοποιός, τραγουδιστής, εφευρέτης και άλλα). Το τραγούδι J’suis snob είναι της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, αλλά μια που ο σνομπισμός είναι διαχρονικό φαινόμενο, αποπειράθηκα να το προσαρμόσω στα ελληνικά και, λιγάκι, στα τρέχοντα. Άλλωστε θα παρατηρήσατε ενδεχομένως ότι έως λίγο πριν από την Κρίση είχαμε πήξει στους sine nobilitatis που, μεταξύ άλλων, νόμιζαν και διακήρυτταν – άνευ αιδούς – ότι ¨σνόμπ, είναι καλό¨!


Πρώτα η μουσική:
Από τον Μπορίς Βιάν αυτοπροσώπως…


Από ένα συγκρότημα (που υποψιάζομαι ότι το πιστεύει…)


Ακολουθεί η προσαρμογή στα ελληνικά


Και ακόμη μία εκτέλεση (από όπου δανείστηκα τη μουσικούλα της ανάγνωσης)

Και τα κείμενα…

(J. Walter – B. Vian) Είμαι σνομπ…
Είμαι σνομπ… βέρι σνομπ
Το μόνο χάντικαπ π’ ομολογώ
Κι η καλογερική… βαριά!
Και απαιτεί μήνες δουλειά
μα όταν βγαίνω στο σεργιάνι
Κανένας ας μη με βασκάνει [φτου μου!]
Είμαι σνομπ… φακ σνομπ
Κι οι κολλητοί μου το αυτό / Σνομπ!!! είναι καλό!

Κομμένα τα νεύρα / το παπούτσι ζέβρα
Σινιέ το βρακί / κι η γραβάτα απαράβατα ιταλική
Δακτυλιδάκι / στο μικρό δακτυλάκι
Αλλά μόνο στο πόδι / είναι απ’ τα δικαιώματα τα θεμελιώδη
Να πονάς στο συκώτι / σαν τον κάθε επαρχιώτη
Δεν είναι στη μόδα / προτιμώ έλκος, μα πήρα ρεζέρβα έναν δότη
Οι πρασινοφρουρές / είναι πια ανιαρές
Για αυτό από προχτές / δίνω δίκιο μονάχα στις διεθνείς αγορές

Είμαι σνομπ, τγε σνομπ
Με λεν’ Βάγγο, με φωνάζουνε Μπομπ
Nα ιππεύσω πάω στην Κηφισιά

Εκεί μ’ αρέσει ως κι η κοπριά

Οι φίλοι μου είναι όλοι από τζάκια
Με αίμα μπλε ως τα μπατζάκια
Είμαι σνομπ, γαμάτος σνομπ
Και για αγάπη oμιλώ / Γυμνός στο φωταγωγό!

Σνομπ – πάρτι στο σπίτι / Κάνω κάθε Τρίτη
Καφέ μόνο μόκα,/ μα διαθέτουμε κόκα και κόλα και ρόκα
Το καμαμπεράκι / με το κουταλάκι
Έχει και χαβιάρι / κανείς δεν θα μπορέσει να μας το πάρει
Το διαμέρισμα μου / τ’ αριστούργημα μου
Μονάχα στο χολ / έχω κρεμάσει πέντε έξι Γουορχόλ
Είχα και μια τι βι / μ’ ενοχλούσε πολύ
Της έδωσα μια / και τώρα κοιτάει απ’ την άλλη μεριά

Είμαι σνομπ, καρά-σνομπ
Με εξουθενώνει το χούι αυτό
Στης Ρολς ταξιδεύω την ένδοξη ράχη
Τον Αύγουστο θάλασσα παν μόνον οι βλάχοι
Και είναι κάτι τέτοια μικρά
Που στον Σνομπ κάνουν την διαφορά
Είμαι σνομπ, πιο πολύ κι από πριν…
Και σαν θα ‘μαι νεκρός, το ντεκόρ, / Απαιτώ να ‘ναι Ντιορρρ!

J’suis snob (J. Walter – B. Vian)
J’suis snob… J’suis snob
C’est vraiment l’seul défaut que j’gobe
Ça demande des mois d’turbin
C’est une vie de galérien
Mais lorsque je sors à son bras
Je suis fier du résultat
J’suis snob… Foutrement snob
Tous mes amis le sont
On est snobs et c’est bon

Chemises d’organdi, chaussures de zébu
Cravate d’Italie et méchant complet vermoulu
Un rubis au doigt… de pied, pas çui-là
Les ongles tout noirs et un tres joli p’tit mouchoir
J’vais au cinéma voir des films suédois
Et j’entre au bistro pour boire du whisky à gogo
J’ai pas mal au foie, personne fait plus ça
J’ai un ulcère, c’est moins banal et plus cher

J’suis snob… J’suis snob
J’m'appelle Patrick, mais on dit Bob
Je fais du ch’val tous les matins
Car j’ador’ l’odeur du crottin
Je ne fréquente que des baronnes
Aux noms comme des trombones
J’suis snob… Excessivement snob
Et quand j’parle d’amour
C’est tout nu dans la cour

On se réunit avec les amis
Tous les vendredis, pour faire des snobisme-parties
Il y a du coca, on deteste ça
Et du camembert qu’on mange à la petite cuiller
Mon appartement est vraiment charmant
J’me chauffe au diamant, on n’peut rien rêver d’plus fumant
J’avais la télé, mais ça m’ennuyait
Je l’ai r’tournée… d’l'aut’ côté c’est passionnant

J’suis snob… J’suis snob
J’suis ravagé par ce microbe
J’ai des accidents en Jaguar
Je passe le mois d’août au plumard
C’est dans les p’tits détails comme ça
Que l’on est snob ou pas
J’suis snob… Encor plus snob que tout à l’heure
Et quand je serai mort
J’veux un suaire de chez Dior!

Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Είμαι μάγκας και μπερμπάντης

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 13 Σεπτεμβρίου, 2011

Είμαστε ακόμη στον αστερισμό Μπρασένς και σήμερα το μενού περιλαμβάνει τραγουδάκι βουκολικό. Πρωταγωνιστούν: ο ποιητής, η χωριατοπούλα και ο Έρωτας. Την χωριατοπούλα την λένε Μαργκώ, (όνομα που μου θυμίζει την πιο αγαπημένη από τις γιαγιάδες μου, την Μαριγώ, που είχε γεννηθεί στην ορεινή Αρκαδία. Άσχετο).
Το τραγούδι το λένε Je suis un voyou (είμαι ένας κατεργάρης, μάγκας, αγύρτης, μόρτης). Εδώ ο ποιητής, για να περιγράψει την αμοιβαία έλξη του λαϊκού με το αγροτικό, μπαίνει στα ρούχα ενός ερωτευμένου, άρα συμπαθούς, κατεργάρη που γοητεύεται από μια όμορφη ¨Θεά με τσόκαρα ¨.
Ακολουθούν μουσικές και στίχοι.
Πρώτα ο Brassens


Στα ιταλικά


Στα ρώσικα


Ο Μπρασένς ποτέ δεν πεθαίνει (Brassens not dead)

Προσαρμογή στα ελληνικά με δημοτικό χαλί 

Προσαρμογή στα ελληνικά με λαϊκό χαλί


 

Οι στίχοι του Μπρασένς
Ci-gît au fond de mon coeur une histoire ancienne,
Un fantôme, un souvenir d’une que j’aimais…
Le temps, à grands coups de faux, peut faire des siennes,
Mon bel amour dure encore, et c’est à jamais…

J’ai perdu la tramontane
En trouvant Margot,
Princesse vêtue de laine,
Déesse en sabots…
Si les fleurs, le long des routes,
Se mettaient à marcher,
C’est à la Margot, sans doute,
Qu’elles feraient songer…
Je lui ai dit: “De la Madone,
Tu es le portrait!”
Le Bon Dieu me le pardonne,
C’était un peu vrai…
Qu’il me le pardonne ou non,
D’ailleurs, je m’en fous,
J’ai déjà mon âme en peine:
Je suis un voyou.

La mignonne allait aux vêpres
Se mettre à genoux,
Alors j’ai mordu ses lèvres
Pour savoir leur goût…
Elle m’a dit, d’un ton sévère:
“Qu’est-ce que tu fais là?”
Mais elle m’a laissé faire,
Les filles, c’est comme ça…
Je lui ai dit: “Par la Madone,
Reste auprès de moi!”
Le Bon Dieu me le pardonne,
Mais chacun pour soi…
Qu’il me le pardonne ou non,
D’ailleurs, je m’en fous,
J’ai déjà mon âme en peine:
Je suis un voyou.

C’était une fille sage,
A “bouche, que veux-tu?”
J’ai croqué dans son corsage
Les fruits défendus…
Elle m’a dit d’un ton sévère:
“Qu’est-ce que tu fais là?”
Mais elle m’a laissé faire,
Les filles, c’est comme ça…
Puis, j’ai déchiré sa robe,
Sans l’avoir voulu…
Le Bon Dieu me le pardonne,
Je n’y tenais plus!
Qu’il me le pardonne ou non,
D’ailleurs, je m’en fous,
J’ai déjà mon âme en peine:
Je suis un voyou.

J’ai perdu la tramontane
En perdant Margot,
Qui épousa, contre son âme,
Un triste bigot…
Elle doit avoir à l’heure,
A l’heure qu’il est,
Deux ou trois marmots qui pleurent
Pour avoir leur lait…
Et, moi, j’ai tété leur mère
Longtemps avant eux…
Le Bon Dieu me le pardonne,
J’étais amoureux!
Qu’il me le pardonne ou non,
D’ailleurs, je m’en fous,
J’ai déjà mon âme en peine:
Je suis un voyou.

Η απόδοση που σας έφτιαξα

Μάγκας και Μπερμπάντης

Κάπου μέσα μου βαθιά, ιστορίες παλιές
Μια σκιά, μια οπτασία / μια π’ αγάπησα
Κι αν η μοίρα κι ο καιρός, / κάνουν ζαβολιές
Στην ψυχή μου πάντα μέσα / την εκράτησα

Έχω χάσει τα μυαλά μου / βρήκα τη Μαριγώ
Γήινη πριγκίπισσά μου / Θεά από χωριό
Τα λουλούδια δρόμο αν παίρναν / και τριγύριζαν
Τη Μαριγώ μου δίχως άλλο / θα μου θύμιζαν
¨Σαν της Παναγιάς¨ της είπα, / ¨είσαι εικόνισμα¨
Κι ήτανε και λίγο αλήθεια / Βόηθα Παναγιά
Κι άμα δε με βοηθάς / εξάλλου αδιαφορώ
Είμαι μάγκας και μπερμπάντης / και ήδη σου χρωστώ

Η μικρή στην εκκλησία / πήγαινε συχνά
Την εδάγκωσα στα χείλη / δοκιμαστικά
¨Μα τι κάνεις εκεί πέρα;¨ / μου ’πε αυστηρά
Μα δε μού ’κοψε την φόρα / ξέρω κι από αυτά.
¨Μα την Παναγιά¨ της είπα / ¨μείνε πλάι μου¨
Ο Θεός να με σ’ χωρέσει / μα χαλάλι μου!
Κι άμα δε με συγχωρήσει / εξάλλου αδιαφορώ
Είμαι μόρτης και αλάνης / και ήδη του χρωστώ

Ήταν μια σοφή κοπέλα: / ¨Πες μου εσύ τι θες;¨
¨Τα απαγορευμένα μήλα! / στου μπούστου τις πτυχές¨
¨Μα τι κάνες εκεί πέρα;¨ / μου είπε αυστηρά
Δεν με έπιασε η φοβέρα / ξέρω κι απ’ αυτά.
Μα της έσκισα τη φούστα / βόηθα Παναγια!
Δεν ειν’ πού ’χω τέτοια γούστα / δεν κρατιόμουν πια!
Μα κι αν δε με βοηθάς / εξάλλου αδιαφορώ
Είμαι παλιοχαρακτήρας / και ήδη σου χρωστώ

Έχω χάσει τα μυαλά μου / Πάει η Μαριγώ!
Την παντρέψαν την κυρά μου /με ένα απ’ το χωριό
Τώρα πρέπει να ’χει κάνει / καναδυό παιδιά
που το γάλα της ζητάνε / απαιτητικά!
Εγώ βύζαξα από τούτα / πολύ πιο μπροστά
Ας σ’γχωρέσουνε κι εμένα / και τον Έρωτα
Κι άμα δε με συγχωρούν / εξάλλου αδιαφορώ
Είμαι μόρτης, κατεργάρης / κι ήδη τους χρωστώ

Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 2 σχόλια »

Το τραγούδι των σαλιγκαριών που πάνε στην κηδεία

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 11 Σεπτεμβρίου, 2011

Jacques Prévert  Το τραγούδι των σαλιγκαριών που πάνε στην κηδεία

Στην κηδεία ενός φύλλου νεκρού /  πάνε δύο σαλιγκάρια

Τα καβούκια έχουν μαβιά  /  και πλερέζες στα κεφάλια

Ξεκινήσαν μια βραδιά  /  φθινοπωρινή, γλυκιά

Μα, αλίμονο, σαν φτάνουν  / η άνοιξη έχει φτάσει πια

Τα φύλλα που ήταν πεθαμένα / έχουν όλα αναστηθεί

Και τα δύο σαλιγκάρια / είναι δυσαρεστημένα

Μα ιδού προβάλλει ο Ήλιος / μες της άνοιξης τα μύρα

Και τους λέει στο αυτί: / Για καθίστε βρε παιδιά

Πάρτε ένα ποτήρι μπύρα /  μια ιδέα είναι κι αυτή!

Κι αν το λέει η καρδιά σας / πάρτε το λεωφορείο

Ξεκινά για το Παρίσι /  είναι ωραίο το τοπίο

Και θα δείτε όλη τη χώρα / μα αφήστε εδώ τη θλίψη!

Σας το εγγυώμαι εγώ / πως η θλίψη ασχημίζει,

πως το μάτι σας μαυρίζει

κι ιστορίες για νεκρούς / θλίψη φέρνει να ακούς.

Γι αυτό της ζωής το  χρώμα

Βάλτε πάλι στα καβούκια…

Τότε ζώα και φυτά / γεροδέντρα και μπουμπούκια

Άρχισαν να τραγουδάνε

κι οι φωνές τους, δυνατές, / πήρανε να ξεφουρνίζουν

Νότες καλοκαιρινές

Κι όλοι αρχίσανε να πίνουν / τα ποτήρια να τσουγκρίζουν

κι είναι όμορφη η νύχτα / τα άστρα μοιάζουν φαναράκια

Σπίτι  λένε να γυρίσουν

και τα δυο σαλιγκαράκια

φεύγουνε συγκινημένα,

φεύγουνε ευτυχισμένα,

είναι και μια στάλα φέσι

και τρικλίζουν και λιγάκι,

μα ψηλά στον ουρανό

τα φυλάει το φεγγαράκι.

[Ως (αισιόδοξη) αντίστιξη στα τρέχοντα]

(απόδοση Β.Νόττας)

Jacques Prévert: Chanson des Escargots qui vont à l’enterrement

A l’enterrement d’une feuille morte

Deux escargots s’en vont
Ils ont la coquille noire
Du crêpe autour des cornes
Ils s’en vont dans le soir
Un très beau soir d’automne
Hélas quand ils arrivent
C’est déjà le printemps
Les feuilles qui étaient mortes
Sont toutes réssucitées
Et les deux escargots
Sont très désappointés
Mais voila le soleil
Le soleil qui leur dit
Prenez prenez la peine
La peine de vous asseoir
Prenez un verre de bière
Si le coeur vous en dit
Prenez si ça vous plaît
L’autocar pour Paris
Il partira ce soir
Vous verrez du pays
Mais ne prenez pas le deuil
C’est moi qui vous le dit
Ça noircit le blanc de l’oeil
Et puis ça enlaidit
Les histoires de cercueils
C’est triste et pas joli
Reprenez vous couleurs
Les couleurs de la vie
Alors toutes les bêtes
Les arbres et les plantes
Se mettent a chanter
A chanter a tue-tête
La vrai chanson vivante
La chanson de l’été
Et tout le monde de boire
Tout le monde de trinquer
C’est un très joli soir
Un joli soir d’été
Et les deux escargots
S’en retournent chez eux
Ils s’en vont très émus
Ils s’en vont très heureux
Comme ils ont beaucoup bu
Ils titubent un petit peu
Mais la haut dans le ciel
La lune veille sur eux.

Δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Αγανακτισμένο 3 (του Σεπτέμβρη)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 3 Σεπτεμβρίου, 2011

Δε ξέρω με ποιους συνειρμούς, αλλά η 3η του Σεπτέμβρη μου προκάλεσε και αυτές τις σκέψεις…

Ας υποθέσουμε ότι σε κάποια στιγμή του απώτερου μέλλοντος κάποιοι ερευνητές της Ιστορίας των Κοινωνιών θα ενδιαφερθούν για τα όσα βιώνουμε εμείς τώρα. Ας είμαστε αισιόδοξοι και ας πούμε ότι οι ερευνητές αυτοί δεν θα είναι ούτε προκατειλημμένοι ούτε προχειρολόγοι (μια που τις υποθέσεις τις κάνουμε εμείς, ας διαλέξουμε μια καλή εκδοχή του μέλλοντος, δε στοιχίζει τίποτα). Έτσι, ψάχνοντας για το  τι συνέβη στις αρχές του 21ου θα αναζητήσουν πηγές και τεκμήρια που θα τους επιτρέψουν να φτιάξουν μια γενική εικόνα, έτσι ώστε  να στηρίξουν πάνω της, τις ερμηνευτικές τους υποθέσεις και θεωρίες.

 Όπως είναι φυσικό, θα αρχίσουν αναζητώντας τα ισχύοντα σήμερα ποσοτικά μεγέθη και τους λυπάμαι που θα πρέπει να επιλύσουν τους γρίφους της ¨δημιουργικής¨ μας  λογιστικής (έτσι τη λέμε σήμερα, ως καθώς πρέπει πολιτικώς όρθιοι –σε στάση προσοχής –μετανεωτεριστές).

Ας ελπίσουμε ότι ως τότε θα έχουν  επινοήσει κάποια φόρμουλα που να απομονώνει το ¨εικονικό¨ από το ¨πραγματικό¨ και έτσι να μπορέσουν να βρουν κάποια άκρη.

Εκτός πια κι αν το εικονικό έχει θριαμβεύσει στην εποχή τους, αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν θα έχουν ούτε ιστορικούς ερευνητές ούτε καν Ιστορία,  άσε που και η αρίθμηση του χρόνου θα έχει αλλάξει αφετηρία,  και θα διαιρεί πιθανόν σε Προ και Μετά Αποδόμησιν εποχή.

Στη συνέχεια, αφού καταγράψουν τα¨αντικειμενικά¨ στοιχεία, καθώς και εκθέσεις, προγραμματισμούς, δηλώσεις καλών προθέσεων, απολογισμούς και λοιπά , θα θελήσουν, υποθέτω,  να ψάξουν και την άποψη αυτής της πολυπροβεβλημένης Θεάς της Νεωτερικής και Μετανεωτερικής Εποχής που ονομάζεται ¨Κοινή Γνώμη¨

Και εδώ είναι που η λύπησή μου γίνεται οίκτος. Γιατί θα πρέπει (οι φουκαράδες) να αναλύσουν, να κατανοήσουν, να βγάλουν άκρη, κολυμπώντας στην κινούμενη άμμο (που  συχνά γίνεται  λάσπη) των έργων και των παρεμβάσεων των σημερινών καθοδηγητών, εκφραστών, αναλυτών της περίφημης περί ης ο λόγος Κοινής.

Αρχίζοντας από όσους από τους  εντεταλμένους δημοσκόπους αναλαμβάνουν την αναμόχλευση και τον χειρισμό της Κοινής Γνώμης μέσω ασαφών, κατά παραγγελίαν και προς δημοσίευση δημοσκοπήσεων, περνώντας στους  ¨έγκριτους¨ (μετανεωτερικούς, δηλαδή, για να καταλαβαινόμαστε: σχετικιστές, πραγματιστές, ατομικιστές, λάτρεις της επιφάνειας και της εικόνας, αποδομούντες κατά παραγγελία) μεγαλοδημοσιογράφους και αναλυτές των σημερινών ΜΜΕ και φτάνοντας ως την ανάλυση της αποδοχής των προϊόντων και των (κρυφών και φανερών) μηνυμάτων της πολιτισμικής βιομηχανίας. Χαμός!

Αδέλφια (ή μάλλον δισεγγόνια) κοινωνικοί ερευνητές του μέλλοντος: Έχετε την απόλυτη κατανόηση και νοερή συμπαράστασή μου. Λυπάμαι, αλλά δε μπορώ να κάνω κάτι για σας. Εάν εσείς, οι  δεόντως αποστασιοποιημένοι, μπερδεύεστε, πόσο μάλλον εμείς εδώ. Πάντως αντί για καρτ ποστάλ  σας στέλνω μερικά στιχάκια μόλις αλιευμένα στο διαδίκτυο, που όμως τραγουδιούνται ήδη στους δρόμους. Μου φαίνονται γνήσιας λαϊκής προέλευσης, βάλτε τα κάπου, έστω σε υποσημείωση, εκεί που ίσως αναφέρεστε στην δυσκολία της ανίχνευσης του συλλογικού θυμικού, ή, αλλιώς, απολαύστε σύγχρονο/παλιό μπουζούκι.

Σημείωση: Το τραγουδάκι Οι αγανακτισμένοι (η λύση) το βρήκα στο πολύ καλό ιστολόγιο Ρεμπέτικο Φόρουμ.   Οι δημιουργοί του (μπράβο παιδιά) είναι οι

Μουσική Γ. Σπηλιόπουλος
Τραγούδι: Αγγελική Λιούκα, Γ Σπηλιόπουλος και η ορχήστρα
Μπουζούκι: Γ. Σπηλιόπουλος
Κιθάρα: Π. Δουρδουμπάκης.
Μπάσο: Κ. Λιούκας
Κρουστά: Γ. Μαντρέκας

Δεν κατάφερα να τους βρω για να πάρω ρητή άδεια για την ανακαταχώρηση, (αν και επικοινώνησα με το Φόρουμ) για αυτό και αναρτώ την απαραίτητη δήλωση που βρήκα αυτούσια στο επίσης  πολύ καλό (για όποιον ενδιαφέρεται όχι μόνον για την ποίηση αλλά και για καλή, δυσεύρετη μουσική) ιστολόγιο   ¨Αλωνάκι της Ποίησης¨, την οποία συμμερίζομαι, αντιγράφω κατά λέξη και συνυπογράφω.

ΔΗΛΩΣΗ

ΓΙΑ ΟΣΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΒΙΝΤΕΟΦΙΛΜ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΔΗΛΩΝΩ ΟΤΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΥΤΑ ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΣΤΟΥΣ ΚΥΡΙΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΜΠΛΟΓΚΑΡΧΗ. ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΛΗ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΧΡΗΣΗ. 

Ιδού λοιπόν η μουσική

Ιδού και οι στίχοι:

Τζιτζιφιόγκοι και ντιντήδες, ψεύτες, παραμυθατζήδες,
παπατζήδες και λαμόγια, μας φλομώσανε στα λόγια.
Υπουργοί και βουλευτάδες μας αρπάξαν τους παράδες
κι ό,τι αφήσαν οι κοπρίτες μας τα τρων οι τραπεζίτες.

Όταν τέλειωσαν τα φράγκα
ήρθαν και σε βρήκαν μάγκα
και σου είπανε να δώσεις
την πατρίδα σου να σώσεις.
Μα θα στήσεις τις κρεμάλες
θα τους πάρεις τις κουτάλες
κι όταν θα ‘χεις καθαρίσει
ίσως να βρεις και τη λυση.

Πονηροί καταφερτζήδες, κλέφτες, στοιχηματατζήδες,
πόρνες και κλεφτοκοτάδες,της ζωής μας οι νταβαδες.
σύμβουλοι, πραματευτάδες μας αρπάξαν τους παράδες
κι ό,τι αφήσαν οι κοπρίτες μας τα τρων οι τραπεζίτες.

Και μια που είμαστε στο ρεμπέτικο κλίμα ιδού ακόμη μερικά στιχάκια δημοσιευμένα από το μέλος του Φόρουμ irodion

Φαγητό με το δελτίο v3 (ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ)

Οι τραπεζίτες σφράγισαν, για χρέη τα σπιτάκια
Με δήθεν κυβερνήτες μας, τα κάνανε πλακάκια
Τα φάγανε και τα έκρυψαν μεγαλοκαρχαρίες
Κι όλος ο κόσμος άρχισε να κάνει λιτανείες

Φαγητό με το δελτίο
φουκαρά θ’ αρπάξεις κρύο
Το πετρέλαιο δε φτάνει
την καρδιά σου να ζεστάνει

Μας βάλανε στο ΔουΝουΤού, όλα να μας τα φάνε
Με κόλπα και στατιστικά, το αίμα μας ρουφάνε
Μας ρίχνουν στο μνημόνιο και σ άλλη θεωρία
Τα νούμερα δε βγαίνουνε γιατί είναι κοροϊδία

Αχ του Έλληνα η φάρα
δεν αντέχει μάγκα άλλα
Η ζωή μας δεν τους φτάνει
και η πατρίδα όλο χάνει

Μα ο λαός τους την φυλά και πια δεν περιμένει
πλατείες συγκεντρώνονται οι Αγανακτισμένοι
Φωνάζουν στους πολιτικούς και κάνουν φασαρία
Δεν θέλουν άλλο ψέματα ζητούν Δημοκρατία

Έλληνες και Ευρωπαίοι
νιώθουνε όλοι ωραίοι
δεν θα δίνουν στους λεφτάδες
τέρμα πια οι φουκαράδες

Δημοσιεύθηκε στο ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ημερολογιακό (περιμένοντας το Φθινόπωρο)(*) συν ένα ακόμη τραγουδάκι

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 29 Αυγούστου, 2011

Το καλοκαίρι, φέτος, είχα μαζί μου τον μικρό Ανυστερόβουλο (υπολογιστή), αλλά όχι πάντα τη δυνατότητα να τον συνδέω στο διαδίκτυο. Πάντως είχα (είχε) απομνημονεύσει υλικό για διάφορες χρήσεις, ανάμεσα στο οποίο υπήρχαν τα λόγια από μερικά τραγούδια υποψήφια για επεξεργασία και λεκτική προσαρμογή στα καθ’ ημάς. Μεταξύ αυτών Le vent, Ο άνεμος: το γαλλικό κείμενο, οι άγνωστες λέξεις και ό, τι από σχόλιο είχα βρει στις περιηγήσεις μου στην κυβερνοθάλασσα (φυσικά κι αυτό γραμμένο από τον μουστακοφόρο φίλο).

Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι ο Άνεμος ενέπνευσε πρώτα τον καλλιτέχνη μουσικά: το αποτέλεσμα ήταν μια μελωδία πεταχτή, αεράτη, στριφογυριστή, ανοδική, γρήγορη, ορμητική και αποκαλυπτική. Μετά (υποθέτω πάντα) αυτός ο (χορευτικός) άνεμος, με ήδη αποκτημένη τη μουσική του υπόσταση, για να γίνει τραγούδι θα έπρεπε να αποκτήσει λόγια. Και για να αποκτήσει λόγια έπρεπε να καταγραφεί μέσα/πάνω σε έναν τόπο.

Θα μπορούσε, ας πούμε, να σφυρίζει σε ερήμους, σε βουνοκορφές, ανάμεσα σε κλαδιά, ανάμεσα σε κατάρτια ή όπου αλλού. Ο καλλιτέχνης προτίμησε ένα γεφύρι. Κι όχι όποιο κι όποιο. Le pont des Arts, Το Γιοφύρι των Τεχνών, στον παρισινό Σηκουάνα. Γεφύρι Ναπολεόντειο και προορισμένο για πεζούς, αποκτά τώρα την ποιητική του διάσταση: γίνεται ανεμοδρόμιο.

Και αφού προσδιορίστηκε ο τόπος, μπορεί πλέον να εμφανιστεί και η δράση. Να ‘τος λοιπόν ο Άνεμος που, γενικά, μπορεί να κάνει  τις δουλειές που ξέρει καλά, να ξεσηκώνει κύματα, να ξεριζώνει δέντρα, να ξεκαρφώνει κουφώματα και στέγες, αλλά αν τον στριμώξεις σε ένα γεφύρι, τότε βέβαια μάλλον περιορίζεται στο να διασκεδάζει με το να σηκώνει φούστες, να παρασύρει  καπέλα, να χαλάει χτενίσματα.

Εγώ λέω λοιπόν, ότι κάπως έτσι θα πρέπει να άρχισαν να πλέκονται οι στίχοι πάνω στην αεράτη μουσική. Το μόνο που θα έπρεπε τώρα να προστεθεί, για να ενταχθεί το πόνημα στο συγκεκριμένο ύφος του δημιουργού του, είναι μια κάποια έστω υπαινικτική, έστω αλληγορική, έστω μεταφορική ή, στο κάτω κάτω, γιατί όχι, ρητή και κατηγορηματική ¨θέση¨. (οι ποιητές του νεωτερισμού το ‘χουν αυτό το χούι, σε αντίθεση με μερικούς αλτσχαμέριους ρεϊβόρυθμους κατοπινούς τους).

Ελάτε λοιπόν εδώ αντιπαθητικοί τύποι, και των δύο άκρων. Πάρτε θέση στόχου: από τη μια μεριά ιδού οι ¨Ωχ αδελφέ¨, οι επιλεγόμενοι και ¨Δε βαριέσαι!¨, ανέκαθεν και πανταχού παρόντες, και από την άλλη, να ‘τοι και οι ¨Καθώς πρέπει¨,  να αποτελούν το εξ ίσου αντιπαθές, στημένο και ποζάτο, αντίβαρο στους ¨Ωχ¨.

Και  να ‘τος και ο πρωταγωνιστής Άνεμος, να τους περιπαίζει αμφότερους αποδίδοντας εναέρια δικαιοσύνη.

Πάντως, για την ώρα, ο Άνεμος θα είναι επιεικής και παιχνιδιάρης ακόμη και μ’ αυτούς: θα περιοριστεί να τους σηκώνει τις φούστες, να τους παίρνει τα καπέλα, άντε και να τους χαλάει την κόμμωση. Μέχρι να ολοκληρωθεί και το τελευταίο ρεφρέν δεν θα έχει πετάξει κανέναν στο ποτάμι.

Και τώρα αδέλφια ας πάρουμε αυτόν τον φυσσαλέο τιμωρό και ας επιχειρήσουμε να τον μεταφέρουμε νοτιότερα, σε μια πόλη χωρίς ποτάμια, σε μια γλώσσα με πολυσύλλαβες λέξεις, (και πολύλεξες υποτακτικές), όπου όμως οι άνεμοι, όλων των τάσεων, ειδών και χαρακτήρων ευδοκιμούν.

Και όπου, βέβαια, δεν λείπουν ούτε οι ¨Ωχ αδελφέ!¨ (κάθε άλλο, υπάρχει μάλιστα άφθονη τοπική παραγωγή Προστατευμένης Ονομασίας και Κατοχυρωμένης Προέλευσης)  ούτε οι ¨Καθώς πρέπει¨. Μόνο που αυτοί οι τελευταίοι τα ‘χουν ολίγον παίξει, γιατί αλλιώς τους τα λέγανε οι συντηρητικοί (στα πάνω τους έως πριν λίγο καιρό) και αλλιώς τους τα ζήτησαν οι ¨εκσυγχρονιστές¨ (πρόσφατα). Για να μη πούμε τι τραλαλά παθαίνουν λόγω κρίσης (τώρα). Γιατί άλλο να είσαι ένας καθώς πρέπει ¨Καθώς πρέπει¨ τον καιρό της σεμνότητας και της αποταμίευσης, άλλο τον καιρό της φουντωτής επιδεικτικής (ξέκωλης) κατανάλωσης και άλλο στα συλλογικά ζόρια. Αλλά, όπως λέγαμε και στα προηγούμενα τραγούδια, «Ο ¨Καθώς πρέπει¨ μένει πάντα ¨Καθώς πρέπε騻 -και για να το πετύχει συχνά εντάσσεται στους γνωστούς ΟΦΑ –Όπου Φυσάει ο Άνεμος .

Και τώρα νομίζω ότι χρειαζόμαστε ένα γεφύρι, λέω στα παιδιά (καλοκαίρι, Μάνη, στο σπίτι του Νίκου).

Όχι, το γεφύρι της Άρτας δεν μας κάνει. Παραείναι βουκολικό. Ας το αφήσουμε για όταν θα ασχοληθούμε με πρωτομάστορες και κωμειδύλλια. Εμείς αναζητάμε κλίμα πρωτευουσιάνικο, όπου να χωράει άνετα η πολυπληθής ποικιλία των ενοχλητικών.

Ναι, αλλά η πόλη που έχουμε στη διάθεσή μας έχει στραβοκαταπιεί τα ποτάμια της, κι από γεφύρια, το πολύ καμιά πεζογέφυρα, πάνω από λεωφόρο ταχείας θρόμβωσης.

Γιατί όχι!

Μια αερο-πεζογέφυρα.

Άρα;

Άρα το υστερόγραφο του σενιόρ Καλατράβα, το Καλατραβάκι.

Το Καλατραβάκι πάει μια χαρά, κι ας μην ανακαλεί τον Ναπολέοντα (πλην εκείνου του πάλαι ποτέ Δρομοκαϊτείου, όταν το παίζει ολυμπιονίκης), έχει μήκος και (πρέπει να) έχει εκ των κάτωθεν ανοδική θέα (υποθέτω, δεν πήγε ακόμη κανείς απ’ την παρέα να το επαληθεύσει).

Όμως υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: οι συλλαβές. Κοίτα το πρωτότυπο: Si, par hasard (4 συλλαβές), Sur l’Pont des Arts (κι εδώ, εν τέλει, 4συλλαβές)  Η λέξη ¨Καλατραβάκι¨ έχει 5, μαζί με το απαραίτητο (πρόθεση + άρθρο) ¨στο¨, μας κάνουν 6 (έξι). Ζόρικο. Μήπως όμως οι έξι συλλαβές χωράνε στις νότες, έστω με γρηγορότερη εκφορά, γιά όλοι μαζί: Στο Καλατραβάκι/ πρόσεχε λιγάκι… πάει; Πάει.

Ξανά: Πρόσεχε λιγάκι/ στο Καλατραβάκι

Όταν φυσάει δυνατά/ κράτα τη φούστα σου σφικτά…

Και τώρα χρειαζόμαστε κάτι να ομοικαταληκτεί (ριμάρει) με ¨καπέλο¨ . Δε βγαίνει; Είναι που το καπέλο είναι και παροξύτονο. Κι αν τον βάζαμε να χαλάει τα μαλλιά; παρατηρεί εύστοχα η Ιωάννα. Γιατί όχι! Και ποιος σε ¨ –ιά¨ θα τα ανακατεύει; Μα ο παιχνιδιάρης ο Βοριάς, ξαναλύνει τον βρόγχο η Ιωάννα. Σωστό!

Άρα έχουμε: Πρόσεχε λιγάκι/ στο Καλατραβάκι

Τον παιχνιδιάρη τον βοριά / που σου χαλάει τα μαλλιά.

Κάπως έτσι άρχισε να πλέκεται η παρακάτω εγχώρια προσαρμογή των στίχων του Μπρασένς. Σας τους παραθέτω μαζί με το αρχικό κείμενο και ό, τι από μουσική (αρχική και διασκευές) βρήκα.
…………

(*)Όπως θα παρατήρησαν οι τακτικοί επισκέπτες της παρούσας ιστοσελίδας, αυτό το καλοκαίρι, το κύριο  θέμα των αναρτήσεων ήταν παλιά ξένα τραγούδια που ανασύρθηκαν  ξανά στην επιφάνεια, ψαχουλεύτηκαν, παρουσιάστηκαν και έγινε ερασιτεχνική προσπάθεια να μεταφραστούν(;), αποδοθούν(;) προσαρμοστούν(;) στην τρέχουσα ελληνική. Αυτό το παιχνίδι άρχισε όταν το παρόν ιστολογοφόρο απόκτησε τη δυνατότητα μεταφοράς προφορικού λόγου και μουσικών ήχων.

Τώρα, το καλοκαίρι τελειώνει και μαζί του ο (ικανός για τέτοιες ενασχολήσεις) ελεύθερος χρόνος. Έτσι, όπου να ’ναι, πάμε γι άλλα.  (Εκτός, βεβαίως, απρόοπτης θυμικής εμμονής, που δεν είναι να την αποκλείεις κι αυτήν, γιατί, που και που, σκάει μύτη απρόσκλητη και απαιτητική). Πάντως, έτσι κι αλλιώς, έχω ακόμη δυο τρία Μπρασένεια άσματα στο δισάκι μου, επεξεργασμένα σε περίοδο θερινής ραστώνης, πακεταρισμένα και  έτοιμα για ανάρτηση.

Επομένως… ιδού ένα από αυτά:

Πρώτα οι ήχοι:

1. Από τον δημιουργό (στίχοι, μουσική, τραγούδι) Μπρασένς


2. Από το κουαρτέτο Plein Jazz


3. Από τους Pierre et Willy


4. Εκτέλεση στο παγκόσμιο πρωτάθλημα των Μπρασένς


5. Ισπανικά


6. Ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά (από κάτω το Duo Brassens Jazz)

Και τα κείμενα: 1. Οι στίχοι στα γαλλικά 2. Η προσαρμογή στα ελληνικά

Le vent

Georges Brassens

Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent fripon
Prudenc’, prends garde à ton jupon
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent maraud
Prudent, prends garde à ton chapeau

Les jean-foutre et les gens probes
Médis’nt du vent furibond
Qui rebrouss’ les bois, détrouss’ les toits, retrouss’ les robes
Des jean-foutre et des gens probes
Le vent, je vous en réponds
S’en soucie, et c’esαιt justic’, comm’ de colin-tampon

Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent fripon
Prudenc’, prends garde à ton jupon
Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent maraud
Prudent, prends garde à ton chapeau

Bien sûr, si l’on ne se fonde
Que sur ce qui saute aux yeux
Le vent semble une brut’ raffolant de nuire à tout l’monde
Mais une attention profonde
Prouv’ que c’est chez les fâcheux
Qu’il préfèr’ choisir les victimes de ses petits jeux

Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent fripon
Prudenc’, prends garde à ton jupon
Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent maraud
Prudent, prends garde à ton chapeau

Ο άνεμος

Πρόσεξε λιγάκι

Στο Καλατραβάκι

Όταν φυσάει δυνατά

Κράτα τη φούστα σου σφικτά

Προσοχή λιγάκι

Στο Καλατραβάκι

Στον  παιχνιδιάρη τον βοριά

Που ανακατεύει τα μαλλιά

Οι ¨ωχ αδελφέ¨ κι οι ¨καθώς πρέπει¨

για τον άνεμο ρωτούν

που δέντρα ρίχνει, στέγες παίρνει  και φούστες σηκώνει

¨Ωχ αδελφέ¨ και ¨καθώς πρέπει¨

θα σας απαντήσω εγώ

πως ο άνεμος σας έχει

γραμμένους και τους δυο

Πρόσεξε λιγάκι

Στο Καλατραβάκι

Όταν φυσάει δυνατά

Κράτα τη φούστα σου σφικτά

Πρόσεξε λιγάκι

Στο Καλατραβάκι

Τον  παιχνιδιάρη τον βοριά

Που ανακατεύει τα μαλλιά

Έτσι βέβαια κι αρκεστείς

σε ό, τι μοιάζει προφανές

ο αέρας ίδιος είναι για όλους τους ανθρώπους

αλλά αν προβληματιστείς

περισσότερο θα δεις

πώς να ενοχλεί του αρέσει στριμμένους και εμπαθείς

Πρόσεξε λιγάκι

Στο Καλατραβάκι

Όταν φυσάει δυνατά

Κράτα τη φούστα σου σφικτά

Προσοχή λιγάκι

Στο Καλατραβάκι

Στον  παιχνιδιάρη τον βοριά

Που ανακατεύει τα μαλλιά

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Εξετάσεις Σεπτεμβρίου. Παράταση προθεσμίας.

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Αυγούστου, 2011

Αφού εν τέλει οι ημερομηνίες των εξετάσεων των μαθημάτων που κάνουμε μαζί ορίστηκαν προς το τέλος του μήνα, μπορούμε να παρατείνουμε κατά μία εβδομάδα το χρόνο υποβολής των σχετικών εργασιών ή ασκήσεων (όπου απαιτούνται). Δηλαδή αντί για την Παρασκευή 2  Σεπτεμβρίου, η (ανυπέρθετη) λήξη της προθεσμίας θα είναι η Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Με την ευκαιρία σας θυμίζω ότι οι (προφορικές) εξετάσεις (και παρουσιάσεις εργασιών) θα γίνουν, σύμφωνα με το πρόγραμμα, ως ακολούθως:

Ραδιόφωνο: Γλώσσα και κοινωνική διάσταση, Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου, ώρα 00:09 Αιθ. 2.

Κοινωνική Ιστορία των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου ώρα 00:09, Αιθ. 2.

Κοινωνιολογία της Μαζικής Επικοινωνίας, Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου, ώρα 00:90 Αιθ. 2.

Σημείωση: Για μαθήματα που δεν αναφέρονται στο πρόγραμμα θα ορίσω ημερομηνίες μόλις πάρω από τη γραμματεία τα ονόματα όσων έχουν κάνει τις απαραίτητες δηλώσεις.

Δημοσιεύθηκε στο ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περιπέτειες συγγραφής V (Αυγουστιάτικες σκέψεις)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 25 Αυγούστου, 2011

Σχετικά με ¨περιπέτειες συγγραφής¨ έχω ήδη αρχίσει να σας παραθέτω αποσπάσματα από εμπειρίες του παρελθόντος, σε παλιότερες καταχωρήσεις.

Αυτή τη φορά λέω να σας καταστήσω κοινωνούς των αποπειρών και των φάσεων της συγγραφής καθώς αυτές γέννιουνται και καθώς εξελίσσονται. Και το καλοκαιρινό περιβάλλον, πιο ανάλαφρο και πιο αισιόδοξο, προσφέρεται κατ’ εξοχήν (βουνό ή θάλασσα) για κάτι τέτοιο.

Δεν μιλάω για τις συγγραφές κατά παραγγελία. Αυτές έχουν άλλη, δική τους λογική. Μιλάω για τις προαιρετικές. Τις αμιγώς ερασιτεχνικές. Τις «γράφω για μένα και ανταμείβομαι περνώντας καλά».

Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως καταλαβαίνετε εκείνο που προέχει είναι να υπάρχει ρητή η σχετική επιθυμία. Ας πούμε μια ακαταμάχητη νοσταλγία για το λευκό φύλλο καθώς γεμίζει με μικρά ακανόνιστα μαύρα σημαδάκια, που με τη σειρά τους παραπέμπουν σε κόσμους άγνωστους, ενδεχομένως συναρπαστικούς, τουλάχιστον για τον συγγραφέα…

Ή που διατυπώνουν απόψεις που ούτε που είχες φανταστεί ότι τις είχες στην κασέλα. Και καμιά φορά αλήθειες (προς επαλήθευση). Και καμιά φορά άλλα πράγματα, απρόσμενα και αποκαλυπτικά…

Αλλά για το ξεκίνημα η επιθυμία δε φτάνει.

Χρειάζονται και ιδέες. (Οι ιδέες-εμπνεύσεις, έτσι και έχεις την τύχη να σου καταφτάσουν απρόσμενα και με το έτσι θέλω, γενούν αυτομάτως όρεξη για καταγραφή, όμως η επιθυμία για γράψιμο σπανίως γεννάει ταυτόχρονα ιδέες. Και εάν δεν διαθέτεις ένα σεντούκι με εμπνεύσεις αποταμιευμένες, αλλά σε καλή κατάσταση, μπαίνεις σε διαδικασίες ψαξίματος).

Αρχίζεις λοιπόν να αναζητάς ιδέες. Έτσι μπορείς που και που να απομονώνεσαι και (εν ανάγκη) να (κάνεις ότι) γράφεις έχοντας κάποιες συγκεκριμένες απαντήσεις στο (θεμιτό) ερώτημα (των άλλων): «Τι κάνεις εσύ εκεί;» «Γράφω!» (αφήγημα, ιστορία, παραμύθι, δοκίμιο, κάτι άλλο, κάτι σαν κι εκείνο, κάτι για τους προηγούμενους, κάτι για τους επερχόμενους, κοκ).

Σπανιότατα όμως οι ιδέες καταφτάνουν με ολοκληρωμένη μορφή. Συνήθως εμφανίζονται ως αρχικές ιδέες και έχουν ατέλειωτες (πολλαπλές) αλλά και ατελείωτες (μισές) μορφές. Σε αυτό το σημείο από τα δύο το ένα:

Είτε μπλοκάρεσαι ανάμεσα στις μισές ιδέες και εξακολουθείς να ψάχνεις για την καλύτερη έως ότου  βαρεθείς και παραπέμψεις την όλη συγγραφή σε μια άλλη παραγωγικότερη εποχή

είτε πιάνεις την άκρη ενός από τα νήματα (η επιλογή μπορεί να είναι εντελώς συγκυριακή) και αρχίζεις να πλέκεις, ευελπιστώντας ότι πλοκές και νοήματα θα ολοκληρωθούν και θα ¨στρώσουν¨ καθ’ οδόν.

Στη δεύτερη περίπτωση, ενδέχεται:

α. Να πάνε όλα καλά. Οι ιδέες να απλώνονται χωρίς βρόγχους και ανεπίλυτους κόμπους πάνω στον αφηγηματικό κάμπο και να καταλήγουν μετά τη δέουσα  πορεία σε ανεκτά συμπεράσματα και λύσεις. Και ύστερα από μια σειρά τελικών διορθωτικών μικροεπεμβάσεων που είναι απαραίτητες, όσο και κατά βάση ευχάριστες, η προσπάθεια να καταλήγει αίσια.

β. Όλα να πάνε στραβά και λίγο μετά να ανακαλύπτεις ότι η ιδέα δεν ήταν επαρκώς γόνιμη, ότι σκουντουφλάς σε ανυπέρβλητες δίνες και νοηματικούς υφάλους, οπότε, όσο πιο γρήγορα την εγκαταλείψεις, τόσο το καλύτερο.

γ. Αρχικά όλα να μοιάζουν πως εξελίσσονται κατ’ ευχήν, ώσπου μια κάποια στιγμή ανακαλύπτεις ότι για άλλα άρχισες να γράφεις και με άλλα ασχολείσαι τώρα, άλλες οι αρχικές σου προθέσεις και αλλού σε σπρώχνει η φουσκοθαλασσιά των επί μέρους καταγραφών.

Μη τρομάζεις, αυτή η τρίτη είναι μια συνηθισμένη περίπτωση που αντιμετωπίζεται συνήθως με παλινδρομικές επεμβάσεις και με λιγότερο ή περισσότερο ριζικά κοψίματα που απομένουν σε παλιά τετράδια ως χαρακτηριστικές «αδιέξοδες ιστορίες» Ασ’ τες εκεί. Ενδέχεται κάποτε να γεννοβολήσουν κάποια καλή ιδέα για μια άλλη συγγραφή.

(συνεχίζεται)

Υστερόηχοι:  πρόκειται για ορισμένες ακόμη εκτελέσεις (ενδιαφέρουσες) από μουσικές που παρουσιάσαμε ήδη.

1.

2.


3.

4.

5.

6.

7.

Δημοσιεύθηκε στο ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Περί βλακείας κεφάλαιον δεύτερον (χρηματιστηριακόν)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 22 Αυγούστου, 2011

Μια που είναι ακόμη Αύγουστος, κάνει ζέστη, και το Πνεύμα των Διακοπών ως εξωτικό ξωτικό εξακολουθεί απτόητο, ανέμελο και ηλιοκαμένο να κόβει βόλτες πάνω από πόλεις και εξοχές, βγάζοντας γλώσσα στην κρίση, την ανησυχία, την αμφιβολία, το άγχος, και την (προσωρινά καταλαγιασμένη) οργή, λέω να μην αλλάξουμε θέμα και να μείνουμε (με καλή θερινή διάθεση) στα όσα (διαπιστωτικά και αυτοκριτικά) λέγαμε στο προηγούμενο δημοσίευμα.

Πολύ περισσότερο που ξετρύπωσα ακόμα ένα σχετικό τραγουδάκι του φίλου Μπρασένς. [Λέω φίλου και τον φαντάζομαι γεννημένο κανα παράλληλο πιο κάτω(*), σε κάποιο  ελληνικό νησί, να τον λένε (ας πούμε) Γιώργη Μπρασένη, να έχει τα ίδια μουστάκια, την ίδια κιθάρα (ίσως κι ένα μπουζούκι στο πλάι) και να μιλάει λίγο πολύ για τα ίδια πράγματα (τον έρωτα, τις γυναίκες, τους καλούς απλούς ανθρώπους, την ενδημική ανθρώπινη βλακεία) με το χιούμορ που μπορεί να αναπτύξει εν τέλει μόνο ο παθών (από τον έρωτα, τις γυναίκες, την ανθρώπινη βλακεία) και με την συμπάθεια που μπορεί να νοιώσει μόνον ο συμπάσχων (με τους απλούς καλούς ανθρώπους)].

Το τραγουδάκι αυτό ο Μπρασένς δεν πρόλαβε να το ηχογραφήσει, και έτσι κυκλοφόρησε τελικά, μαζί με μερικά άλλα, μετά την αναχώρησή του (προς εκείνον τον κατά τεκμήριο καλόβολο θεό, μια που ανεχόταν τις ενστάσεις, αντιρρήσεις και διαμαρτυρίες που ο ποιητής του απηύθυνε απανωτά).

Ο τίτλος του τραγουδιού είναι Quand les cons sont braves (Όταν οι βλάκες/μαλάκες είναι καλοί, ικανοί, εν τάξει) και το ερμηνεύει ο φίλος του Μπρασένς Jean Bertola. Εδώ η ανάλυση της ανθρώπινης βλακείας προχωρεί στον εντοπισμό  της πρώτης μεγάλης διχοτόμησης: τους απλούς (μέσους, κοινούς, καλούς) βλάκες και τους βλάκες που χειρίζονται εξουσία. Το συμπέρασμα της ανάλυσης, εδώ που τα λέμε, δεν εκπλήττει: οι πρώτοι (οι απλοί βλάκες) αν και πλειονότητα, είναι πολύ λιγότερο επικίνδυνοι από τους δεύτερους (τους βλάκες με την περικεφαλαία της Εξουσίας) και αξίζουν αν μη τι άλλο, ένα τραγούδι!

(*) Ο Μπρασένς γεννήθηκε στη μεσογειακή παραθαλάσσια γαλλική πόλη Cette  (Sète) από πατέρα γάλλο εργοδηγό οικοδομών και μητέρα νοτιοιταλίδα μετανάστρια.

 Σημείωση 1. Σας παραθέτω επίσης μια πρόσφατη ιταλική εκδοχή. [Είναι πολλοί οι νεαροί Ευρωπαίοι τραγουδοποιοί που τελευταία έδειξαν ενδιαφέρον (και πάλι) για τον Μπρασένς. Θα είναι που η εποχή, μπαϊλντισμένη από σλόγκαν, μότο, και λοιπές κερδοσκοπικές αερολογίες, έχει ανάγκη από απλό, ειλικρινή, ανεπιτήδευτο λόγο;]

 Σημείωση 2. Βρήκα στο διαδίκτυο ένα κολάζ από Μπρασένς τραγουδισμένο από διάφορους ετεροεθνείς τραγουδιστές. Έχει ενδιαφέρον.

Σημείωση 3. Στην απόδοση/προσαρμογή στα ελληνικά, είναι προφανές (και σχεδόν αναπόφευκτο) ότι διολίσθησε μια σταλιά  από το προσωπικό μου άχτι, λίγο πολύ σχετικό με τα τρέχοντα, που το περιιπτάμενο   Πνεύμα των Διακοπών δεν κατάφερε να εξορκίσει.

Έχουμε λοιπόν: Σε ήχο

1.     Quand les cons sont braves. Στίχοι μουσική του Μπρασένς, τραγουδάει ο  Jean Bertola.

2.     ¨I bravi coglioni¨, τραγουδάει ο Alessio Lega

3.     Ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά.

4.     Κολάζ εκδοχών ¨Μπρασένς¨ από γωνιές της γης.

Και σε κείμενο

  1. Οι αρχικοί γαλλικοί στίχοι
  2. Η προσαρμογή στα ελληνικά
  3. Η προσαρμογή στα ιταλικά.

 

 

Quand les cons sont braves.  1982  Georges Brassens – Les dernières chansons inédites par Jean Bertola

Sans être tout à fait un imbécile fini,
Je n’ai rien du penseur, du phénix, du génie.
Mais je n’suis pas le mauvais bougre et j’ai bon coeur,
Et ça compense à la rigueur.

(Refrain)
Quand les cons sont braves
Comme moi,
Comme toi,
Comme nous,
Comme vous,
Ce n’est pas très grave.
Qu’ils commettent,
Se permettent
Des bêtises,
Des sottises,
Qu’ils déraisonnent,
Ils n’emmerdent personne.
Par malheur sur terre
Les trois quarts
Des tocards
Sont des gens
Très méchants,
Des crétins sectaires.
Ils s’agitent,
Ils s’excitent,
Ils s’emploient,
Ils déploient
Leur zèle à la ronde,
Ils emmerdent tout l’monde.

Si le sieur X était un lampiste ordinaire,
Il vivrait sans histoire avec ses congénères.
Mais hélas ! Il est chef de parti, l’animal :
Quand il débloque, ça fait mal !

(Refrain)

Si le sieur Z était un jobastre sans grade,
Il laisserait en paix ses pauvres camarades.
Mais il est général, va-t-en-guerre, matamore.
Dès qu’il s’en mêle, on compte les morts.

(Refrain)

Mon Dieu, pardonnez-moi si mon propos vous fâche
En mettant les connards dedans des peaux de vaches,
En mélangeant les genres, vous avez fait d’la terre
Ce qu’elle est : une pétaudière !

(Refrain)

 

Οι απλοί μαλάκες

 

Χωρίς να είμαι κι ένας βλάκας και μισός

Δεν θα έλεγα πως είμαι ο μέγιστος σοφός

Μα στην παρέα είμαι καλός κι έχω καλή καρδιά

Κι αυτό [εν μέρει] με αποκαθιστά

 

Οι απλοί μαλάκες

Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους

Κι όταν κάνουνε γκάφες

Κι αν φωνάζουν, ταράζουν, κουράζουν, γκρινιάζουν

Πολύ δεν πειράζει

Και κανείς δεν τους κράζει

Όμως στην οικουμένη

Στους ζαβούς ειν’ πολλοί, οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς

 κι οι στριμμένοι

που παράγουν, προάγουν, αλλά κι όλα τα αποδομούν με μανία

έρημη κοινωνία

 

Εάν ο μίστερ Χι ήτανε ταξιτζής

Να αυξάνει την ταρίφα θα ‘ταν ευτυχής

Μα γούσταρε, το ζώο, για  πρωθυπουργός

Κι όταν τα χώνει γίνεται χαμός

 

Οι κοινοί μαλάκες

Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους

Κι αν κάνουν «πατάτες»

Κι αν φωνάζουν, γκρινιάζουν, ταράζουν, κουράζουν,

Πολύ δεν πειράζει

Και κανείς δεν τους κράζει

Όμως στην οικουμένη

Στους ζαβούς είν’ πολλοί οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς

 Κι οι στριμμένοι

Που παράγουν, προάγουν, μολύνουν, διευθύνουνε και Συντονίζουν

Και σε όλους τα πρήζουν

 

Εάν ο Ψι ήταν της σειράς καραβανάς

Χωρίς βαθμούς κι αστέρια, μέσος γαλονάς

Τις γκάφες του θα τις  πληρώναν λιγοστοί

Και θα γλυτώναν άμαχοι αρκετοί

 

Οι μέσοι μαλάκες

Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους

(σαν δεν έχουνε πλάτες)

Κι αν φωνάζουν, ταράζουν, γκρινιάζουν, κουράζουν,

Πολύ δεν πειράζει

Και κανείς δεν τους κράζει

Όμως στην οικουμένη

Στους ζαβούς είν’ πολλοί οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς

 Κι οι στριμμένοι

Που διαπλέκουν εμπλέκουν, σκευωρούν, αλλά κι απορυθμίζουν 

Και σε όλους τα πρήζουν

 

Ήμαρτον Θεέ μου για τη σκέψη μου αυτή

Μα εάν στους μαλάκες έδωσες χοντρό πετσί

Μαζί με πόστα, θώκους, πλούτη και εξουσία

Τι φταίω εγώ που χάνω την ουσία;

 

Οι καλοί μαλάκες

Σαν κι εμένα, κι εσένα, κι ετούτους, κι εκείνους

Κ αν κάνουνε γκάφες

Κι αν φωνάζουν, ταράζουν, κουράζουν, γκρινιάζουν

Πολύ δεν πειράζει

Και κανείς δεν τους κράζει

Όμως στην οικουμένη

Στους ζαβούς είν’ πολλοί οι κακοί, οι μοχθηροί, οι εμπαθείς

 Κι οι στριμμένοι

Που παράγουν, προάγουν, λανσάρουν κι όλα τα’ αποδομούν με μανία

Έρημη κοινωνία!

I BRAVI COGLIONI

Senza esser definibile
un perfetto idiota,
non sono uno scienziato, un genio,
una cometa,
ma son di buon carattere,
di compagnia
e ciò compensa tuttavia…

I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.

Se il signor Tizio fosse solo un ragioniere
ragionerebbe in ogni caso col sedere,
ma è quadro di partito
è capo gabinetto
fa una cazzata
e salta tutto!

I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.

Se il generale Caio non avesse gradi
un paio di stronzate avrebbero rimedi
ma è capo divisione
gioca con le bombe
lui sbaglia e accade un’ecatombe!

I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.

O dio del cielo hai fatto proprio un bel casino
hai messo i ciechi alla guida del destino
se non ci fossi stato
o fossi un po’ più sveglio
non t’incazzare, ma era meglio!

I bravi coglioni,
come me come te come noi come voi,
se non stanno buoni
s’arrabattano, sbattono, fanno casino, non è poi grave
fra pagliuzza e trave,
ma statisticamente
i tre quarti dei matti son capi di stato malati di mente
hanno zelo, denari, mostrine e alamari
e per questo fanno
il massimo danno.


Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Όταν είναι κανείς Βλαξ (Το χάσμα των γενεών)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 19 Αυγούστου, 2011

Περί βλακείας έχουν γραφτεί πολλές εξυπνάδες. Και βλακείες επίσης. Θα αποτολμούσα, ίσως, να πω ότι η βλακεία αποτελεί προνομιούχο πεδίο για τη διατύπωση «εξυπνακισμών», δηλαδή μιας εννοιολογικής κατηγορίας που ακροβατεί ανάμεσα στο μέτριο/κακό χιούμορ και την αμιγή βλακεία. Δεν το λέω όμως γιατί διαισθάνομαι ότι το πεδίο είναι ναρκοθετημένο από την ίδια τη ζωή. Ο μπάρμπα Φιοντόρ (Ντοστογιέφσκι) εμπλούτισε τη λογοτεχνία με την περιγραφή ενός υπέροχου ηλίθιου, ενώ, αντίστροφα,  αν επιχειρήσετε μια (ας πούμε κοινωνιολογική) διερεύνηση γύρω από το  ποια είναι η μέση εικόνα του ¨μη βλάκα¨ [ξύπνιου, καπάτσου, καταφερτζή, σπίρτου, γατονίου, σαϊνίου, ανοικτομάτη, αετονύχη, ευέλικτου, πονηρού-με-την–καλή(!)-έννοια],  στη σημερινή κοινωνία, θα εκπλαγείτε από την τάση για αυτοχειριασμό της εν λόγω κοινωνίας, η οποία προκρίνει ως πιο ¨έξυπνα¨ (άρα έγκριτα)  τα αντικοινωνικότερα από τα στοιχεία (στοιχειά) που διαθέτει.

Ας περάσουμε όμως στην γελοιογραφική μεγέθυνση της βλακείας, που, σε μία από της ελληνικές της εκδοχές έχει τις (ονοματοποιητικές) ρίζες στο αρχαιοελληνικό ρήμα ¨μαλάσσω¨.  Επί του προκειμένου θα πρότεινα το εξής πείραμα: πληκτρολογήστε στον Γκούγκλη (ή άλλη ανιχνεύουσα μηχανή) την πιο παγκοσμιοποιημένη από τις λέξεις του νεοελληνικού ρεπερτορίου  [¨μαλάκας¨(*)], περιδιαβείτε τα ευρήματα και θαυμάστε το πλήθος και την ποικιλία των καλλιτεχνικών και μη επιτευγμάτων που έχουν κατασκευαστεί/στηριχτεί  απάνω της.  Είναι περισσότερα από όσα φαντάζεστε.

Θα μου πείτε ότι κάτι τέτοιο είναι εντέλει απολύτως αναμενόμενο μια που η λέξη, στην εξελισσόμενη νεοελληνική, δεν σημαίνει απαραιτήτως ¨βλάκας¨, αλλά (ενίοτε) και ¨δικός μου¨, ¨έμπιστος¨, ¨δικαιολογημένος¨, ¨έντιμος¨, φορολογικώς εν τάξει¨, ¨φιλότιμος¨  και πιθανώς και άλλα, υπό διαμόρφωση. Συμφωνώ. Γι’ αυτό εξ άλλου η περιήγηση στην αυτοκρατορία Του  έχει ενδιαφέρον.

Ας σημειώσουμε επίσης ότι μερικά από τα βασισμένα στον περί ου ο λόγος όρο (¨μαλάκας¨) πονήματα διαθέτουν το σωσίβιο του χιούμορ και του αυτοσαρκασμού, επομένως αξίζουν επισήμανση και αναπροβολή.

Σε αυτό το σημείο οι πιο υποψιασμένοι από τους επισκέπτες του ιστολογοφόρου(**) θα έχουν ήδη ψυλλιαστεί ότι επίκειται η παρουσίαση ακόμη ενός τραγουδιού του Μπρασένς (ενός από τα κάμποσα επί του θέματος). Και έχουν δίκιο. Πρόκειται για το γνωστό ¨Quand on est  con¨ (1961), όπου ο όρος ¨con¨ έχει μεν διαφορετική ετυμολογία, αλλά ανάλογο εννοιολογικό περιεχόμενο.

Πρώτα όμως μερικές διευκρινιστικές σημειώσεις

  1. Ο Μπρασένς έχει μελοποιήσει  τμήμα δικού του ποιήματος δημοσιευμένου με τίτλο Le temps ne fait rien à l’affaire  Το ποίημα, όπως και το μελοποιημένο απόσπασμα αναφέρεται κυρίως στη βλακεία των ηλικιακών άκρων (νέοι, γέροι), στην αναμεταξύ τους ¨αντιπαράθεση¨  και τη δημιουργία του περιβόητου ¨χάσματος των γενεών¨.
  2. Το ποίημα έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τον ποιητή Γ. Βαρβέρη   (Georges Brassens «Ο Γορίλας και άλλα ποιήματα», εκδόσεις “Ύψιλον”, 1983) και προσαρμοστεί για της ανάγκες της (δικής του) μελοποίησης από τον  τραγουδοποιό Θόδωρο Αναστασίου ( δίσκος “Μικρή ζωή”, 1997). Το βιβλίο δεν κατάφερα να το βρω στα μεγάλα βιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης, το παράγγειλα και ελπίζω να βρεθεί. Το τραγούδι και το κείμενο το παραθέτω όπως το βρήκα στο διαδίκτυο.

(*)Ο αυτόματος διορθωτής του word (κάνει ότι) αγνοεί τη λέξη ¨μαλάκας¨, σου τη βγάζει λάθος και σε προσκαλεί να την προσθέσεις στη λίστα με δική σου πρωτοβουλία και ευθύνη, πράγμα που σημαίνει ή ότι προέρχεται από άλλο πλανήτη (μια που η λέξη προκύπτει παγκοσμίως γνωστή) ή ότι είναι ένας ανεπανορθώτως σεμνότυφος ηλεκτροδιορθωτής.

(**) Χαίρομαι που η λέξη ¨ιστολογοφόρο¨ άρχισε να υιοθετείται και από άλλα ιστολόγια. Η λέξη πλάστηκε για να δηλώνει την προτεραιότητα του λόγου ακόμα κι όταν αυτός συνοδεύεται από εικόνες και ήχους

Ακολουθούν 1. Σε ήχο:

1. Το τραγούδι Le temps ne fait rien à l’affaire (Quand on est  con) από τον δημιουργό  του (1961)

2.  Quand on est eletrocon (διασκευή)

3. Σε διασκευή Τζαζ (κουαρτέτο Plein Jazz)

4. Ανάγνωση της απόδοσης των στίχων στα ελληνικά που σας έφτιαξα

5. Το τραγούδι ¨Οι μαλάκες¨  (Brassens, Γ.Βαρβέρης, Θόδωρος Αναστασίου ¨Μικρή Ζωή¨ 1997).  (Ο Γ. Βαρβέρης -χάθηκε πρόσφατα- είναι εξαιρετικός ποιητής, και ο Αναστασίου ευαίσθητος τραγουδοποιός, επομένως αργά ή γρήγορα θα επανέλθουμε).

 

Και σε κείμενο:

  1. Οι στίχοι του τραγουδιού (δεν βρήκα το συνολικό ποίημα στα γαλλικά)
  2. Η απόδοση των στίχων στα ελληνικά
  3. Οι στίχοι (Μπρασένς, Βαρβέρης) προσαρμοσμένοι από τον Αναστασίου.

Le temps ne fait rien à l’affaire (Quand on est  con)

Quand ils sont tous neufs,

Qu’ils sortent de l’œuf,

du cocon.

Tous les jeunes blancs becs

prennent les vieux mecs

pour des cons.

Quand ils sont venus les têtes chenues,

les grisons.

Tous les vieux fourneaux prennent les jeunots

pour des cons.

Moi qui balance entre deux âges Je leur adresse à tous un message.

Le temps ne fait rien à l’affaire.

Quand on est con, on est con!

Qu’on ait 20 ans, qu’on soit grand-père

Quand on est con, on est con!

Entre vous plus de controverses,

Cons caduques ou cons débutants.

Petits cons de la dernière averse

Vieux cons des neiges d’antan

Vous les cons naissant, les cons innocents,

les jeunes cons,

Qui, ne le niez pas, prenez les papas pour des cons.

Vous les cons âgés, les cons usagés,

les vieux cons.

Qui, confessez-le, prenez les p’tits bleus pour des cons.

Méditez l’impartial message d’un qui balance entre deux âges.

Le temps ne fait rien à l’affaire.

Quand on est con, on est con!

Qu’on ait 20 ans, qu’on soit grand-père

Quand on est con, on est con!

Entre vous plus de controverses,

Cons caduques ou cons débutants.

Petits cons de la dernière averse

Vieux cons des neiges d’antan

Όταν είναι κανείς βλαξ (Το χάσμα των γενεών)

Πριν βγουν απ’ τ’ αυγό, το είδα και εγώ,

κάτι μικροί

λεν πως όλοι οι μεγάλοι έχουνε χάλι

κι είναι χαζοί.

Μα όταν θα ωριμάσουν, στάση θα αλλάξουν

κάποια στιγμή

θα λένε οι μπουνταλάδες: οι πιτσιρικάδες

πως ειν’ οι χαζοί

Μα εμένα ακούστε με ηρεμία, που είμαι στη μέση ηλικία

Το χάσμα των γενεών δεν φταίει

κι ας μην γκρινιάζετε εναλλάξ

είτε ξεκούτες είτε νέοι

ο βλάκας μένει πάντα βλαξ.

Μαλάκες νέας εσοδείας, μαλάκες της παλιάς γενιάς

κάντε μια νέα συμμαχία, γιατί ο καυγάς είναι μπελάς

κάντε μια νέα συμμαχία, κακός μπελάς  ο καυγάς.

Βλάκες περιωπής, βλάκες της στιγμής

νέοι ζαβοί

που να πουν για πλάκα, τον μπαμπά μαλάκα

ζητούν αφορμή.

Ηλικιωμένοι, ελαφρά φθαρμένοι

γέρο στραβοί

που δεν υποχωρείτε και για όλα θαρρείτε

πως φταιν’ οι μικροί.

Εγώ, της μέσης ηλικίας, σας στέλνω μήνυμα ομονοίας:

Αδέλφια κόψτε τις αηδίες,

βλάκες παλιοί ή του κουτιού,

μαλάκες  νέας εσοδείας,

μαλάκες του παλιού καιρού

Το χάσμα των γενεών δεν φταίει

κι ας μην γκρινιάζετε εναλλάξ

είτε ξεκούτες είτε νέοι

ο βλάκας μένει πάντα βλαξ

είτε ξεκούτες είτε νέοι

ο βλάκας θα μένει βλαξ

Οι Μαλάκες

Σαν είναι νέοι και σκάνε μύτη, από τις φάκες, από το σπίτι
βρίζουν, καπνίζουν και βλαστημάνε, στα καφενεία κωλοβαράνε

Φρέσκοι μαλάκες, νέοι κι ωραίοι, ζητάνε δόξα, γυρεύουν κλέη
γέροι μαλάκες, ανοίξτε δρόμο , τώρα οι νέοι, έχουν το λόγο

Όμως εγώ που ισορροπώ κι είμαι στη μέση
έχω ένα μήνυμα λίγο σκληρό, που δεν θ’ αρέσει:

Δεν παίζει ο χρόνος κανένα ρόλο, για τον μαλάκα που κάνει σόλο
είτε 20άρης, είτε 80άρης, ένας μαλάκας είναι μαλάκας

Νέοι αθώοι, γέροι με πείρα, μ’ άδειο κεφάλι, με σκέψη στείρα
μη μου τσακώνεστε, μη μου λυπάστε , όλοι με βούλα, μαλάκες θα ‘στε

Όμως εγώ που ισορροπώ κι είμαι στη μέση
έχω ένα μήνυμα πιο θετικό, θα σας αρέσει:

Πάρτε τα πλοία, τ’ αεροπλάνα, διακοπές κάντε για πάντα
τσάμπα κρασί, φαΐ και ξάπλες, τσάμπα γυναίκες που θέλουν βλάκες

Πληρώνω εγώ και κάτι φίλοι, μ’ ό,τι λεφτά μας έχουν μείνει
κι αν δεν μας βγαίνουν τα έξοδά μας , θα δανειστούμε για τη χαρά μας

Μόνοι στην πόλη, δίχως μαλάκες θα είναι ωραία
καλό κρασί, πέντ’-έξι φίλοι και λίγη θέα

Μα η χαρά μας, δεν πιάνει τόπο, γιατί οι μαλάκες έχουν τον τρόπο
Από τη στάχτη ξαναγεννιούνται κι όλους εμάς δεν μας λυπούνται

Δεν παίζει ο χρόνος κανένα ρόλο, για τον μαλάκα που κάνει σόλο,
είτε 20άρης, είτε 80άρης, ένας μαλάκας, είναι μαλάκας

Λίγο κι εγώ ανησυχώ μήπως τους μοιάσω
αν το τραγούδι μου το συνεχίσω και σας κουράσω

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Στο δάσος της καρδιάς μου, παρέες παλιές

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 11 Αυγούστου, 2011

«Στο δάσος του Clamart υπάρχουν αγριολούλουδα, στο δάσος της καρδιάς μου υπάρχουν οι παλιοί φίλοι». Έτσι τραγουδούσε ο Brassens στην ταινία του René Clair  «Porte des Lilas» (1957) στην οποία, εκτός από το ότι είχε γράψει τη μουσική, υποδυόταν έναν αναρχικό πλανόδιο τραγουδιστή. Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν οι Pierre Brasseur,  Henri Vidal κα. Είναι πιθανό ότι τα τραγούδια του «Porte des Lilas» τον πρωτοέκαναν γνωστό και στην Ελλάδα, όταν η ταινία προβλήθηκε εδώ.

 Το «Au Bois De Mon Cœur» έχει μια εξαιρετικά απλή και εύηχη μελωδία και λόγια που μιλούν για νεανικές παρέες και παλιούς φίλους. Η προσπάθεια προσαρμογής των στίχων στα ελληνικά έχει εστιαστεί κυρίως στη θεματολογία (φίλοι, νεανικές παρέες), αλλάζοντας (προσαρμόζοντας) ως και το ευρύτερο σκηνικό: όχι τα περιαστικά δάση του Παρισιού, αλλά τοποθεσίες της μιας κάποιας Αθήνας (de mon cœur).

Έχουμε λοιπόν και λέμε:

Au Bois De Mon Cœur. Σε ήχο:

Ο Georges Brassens:

Ο Joël Favreau

Ο Charlelie (ηλεκτρική κιθάρα)

Ο Roland Dyens (κλασική κιθάρα)

Η ανάγνωση της προσαρμογής στα ελληνικά


Και τέλος μια εκδοχή Plein Jazz

Τα κείμενα

  1. Οι στίχοι του Μπρασένς
  2. Η προσαρμογή στα ελληνικά                                                               

Au Bois De Mon Cœur

Au bois d’Clamart y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur

Au fond de ma cour j’suis renommé
J’suis renommé
Pour avoir le cœur mal famé
Le cœur mal famé

Au bois d’Vincenn’s y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur

Quand y a plus d’vin dans mon tonneau
Dans mon tonneau
Ils n’ont pas peur de boir’ mon eau
De boire mon eau

Au bois d’Meudon y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur

Ils m’accompagn’nt à la mairie
A la mairie
Chaque fois que je me marie
Que je me marie

Au bois d’Saint-Cloud y a des petit’s fleurs
Y a des petit’s fleurs
Y a des copains au, au bois d’mon cœur
Au, au bois d’mon cœur

Chaqu’ fois qu’je meurs fidèlement
Fidèlement
Ils suivent mon enterrement
Mon enterrement

…des petites fleurs…
Au, au bois d’mon cœur…

Παρέες Παλιές  

Στης Πλά/κας τις/ ανη/φοριές,

θύμηση παλιά, [θύμηση παλιά]

Αγά/πες, ζή/λιες, ζα/βολιές,

με τα άλλα τα παιδιά, [με τα άλλα τα παιδιά]

Στης γειτονιάς μου τα στενά

με ξέρουν είμαι ονομαστός,

[ονομαστός],

διαβόητος μ’ αγαπητός,

στους φίλους μου πιστός

 

Στου Φιλοπάππου τις γωνιές,

θύμηση παλιά, [θύμηση παλιά]

κορίτσια, χάδια, κι αγκαλιές,

με τα άλλα τα παιδιά, [με τα άλλα τα παιδιά]

Και στα καλά και στα στραβά,

οι φίλοι μου θα ‘ναι  κοντά,

[πάντα κοντά],

για γλέντι, για παρηγοριά,

παρέα, συντροφιά


Στο δάσος της Καισαριανής

θύμηση παλιά, [θύμηση παλιά],

έρως για πάντα ή της στιγμής,

με τα άλλα τα παιδιά, [με τα άλλα τα παιδιά]

Όσες φορές κι αν παντρευτώ

κι όσες κι αν νοικοκυρευτώ,

[πάντα πιστοί],

με συνοδεύουνε γαμπρό,

στου γάμου το χορό

 

Στα ταβερνάκια της ακτής

θύμηση παλιά, [θύμηση παλιά]

παρέες μιας άλλης εποχής,

με τα άλλα τα παιδιά, [με τα άλλα τα παιδιά]

Κάθε φορά που αποδημώ,

που μετοικώ στον ουρανό,

[νάτοι, όλοι εδώ],

τον ύστατο χαιρετισμό

μου δίνουν με καημό

 

…θύμηση παλιά..

Με τ’ άλλα τα παιδιά…

Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Θερινή συγκομιδή

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 7 Αυγούστου, 2011

           Ήμουνα στην Αθήνα, και μετά λίγες μέρες στη Μάνη.                       Στην Αθήνα είδα κάποιους από τους παλιούς καλούς φίλους, και απόλαυσα την πόλη άδεια, με την λεπτή τριζάτη αττική ατμόσφαιρά να ‘χει για λίγο ξαναγυρίσει, ακόμη πιστή στο καλοκαιριάτικο ραντεβού με το “κλεινόν άστυ”.

Στη Μάνη κατεβήκαμε  μαζί με τον Νίκο και την Ιωάννα και μείναμε φιλοξενούμενοί τους στο παλιό πατρικό πυργόσπιτο, ξαναφτιαγμένο από τον Νίκο. Μάνη λακωνική, λιτή, απέριττη, ξερή, σε αποχρώσεις του γαλάζιου και του κίτρινου. Άνθρωποι που ενδιαφέρονται για τον τόπο τους σίγουρα παραπάνω από τον (χαμηλό) μέσο όρο των συνελλήνων. Άνθρωποι που παραμένουν και άνθρωποι που επιστρέφουν. Άνθρωποι που ξέρουν να μαζεύονται, να τα λένε να τα πίνουν. Μέρες όμορφες.

Γυρίζοντας έχω μαζί μου αδημοσίευτα ποιήματα του Νίκου των οποίων σκοπεύω να σας κάνω κοινωνούς. Στο ένα (Το ίχνος) ο Μοσχοβάκος αναστοχάζεται,  στο δεύτερο (Το τρίποντο της νίκης) δίνει την αισιόδοξη εκδοχή της ¨βολής¨, ενώ το τρίτο (Χωρίς έμπνευση) είναι ένα αριστοτεχνικό ομοιοκατάληκτο τρίστροφο, μορφή ποιητικής έκφρασης που κατά τη γνώμη μου στις μέρες μας αποκτά και πάλι ευρύτερο ενδιαφέρον.

Ιδού τα πονήματα:

  

Το Ίχνος

Ένα μεγάλο καρφί

ακριβώς στη μέση του τοίχου

Κάποτε εδώ κρεμάστηκαν

τα στέφανα του γάμου.

Μετά η φωτογραφία

όλης της οικογένειας

Λίγο αργότερα ήρθε φυσιολογικά

η γνωστή φιγούρα του Τσε

Ύστερα ακολούθησε το πτυχίο της νομικής

του μεγαλύτερου γιου.

Πέρασαν τα χρόνια κι έφτασε η ώρα

να κρεμαστεί το καπέλο του παππού. 

Πολύς καιρός πάει από τότε.

Σήμερα στο γυμνό τοίχο

ακριβώς στη μέση μια μεγάλη τρύπα υπάρχει

ίχνος του καρφιού που οξειδωμένο

έπεσε και χάθηκε

παρασύροντας μαζί του

μιαν ολόκληρη ζωή.

Το Τρίποντο της Νίκης

          Στους φίλους μου της Περικλέους

 Το παιχνίδι τελείωνε

όταν η μπάλα έφτασε στα χέρια μου.

Οι αντίπαλοι ανακουφίστηκαν

σχεδόν βέβαιοι πως ήταν ανέφικτο

από τόσο μακριά να ευστοχήσω

ούτε καν με εμπόδισαν να σουτάρω.

Με τη δαμόκλεια σπάθη του χρόνου

που έληγε στη σκέψη

έφυγε η μπάλα από μένα

και διαγράφοντας μία ουρανοπρεπή καμπύλη

κατευθύνθηκε στο αντίπαλο καλάθι.

 

Από τότε κάθε πανσέληνο

χρόνια τώρα το φεγγάρι

ακολουθώντας την ίδια ακριβώς τροχιά

θυμίζει στους απελπισμένους του κόσμου

πως πρέπει να επιχειρείται

το τρίποντο της νίκης  

Χωρίς έμπνευση

Το όμικρον το ύψιλον και το ωμέγα

ξεκίνησαν μια μέρα σαν κι αυτή

αράξανε σ’ ένα κεφάλι μέγα

που στέκοταν σε ώμους ποιητή.

Τριγύριζαν στους δρόμους του μυαλού του

σαν άκουσαν από μακριά ένα ου

φοβήθηκαν και κρύφτηκαν ωσότου

φανερώθηκαν με την μορφή ωού.

Ο νόστος της επιστροφής τα πνίγει

ανάθεμα σ’ αυτήν την κεφαλή

που έμπνευση δεν είχε ούτε λίγη

κι άναρθρα μόνο ξέρει να λαλεί.

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Οι ερωτευμένοι στα δημόσια παγκάκια

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 30 Ιουλίου, 2011

Ακόμη ένα κλασικό, τρυφερό τραγουδάκι, για τους ερωτευμένους που αγκαλιάζονται στα δημόσια παγκάκια, από το άλμπουμ  Les Amoureux Des Bancs Publics (Brassens 1954). Ακούστε επίσης την εξαιρετική διασκευή του Daniele Sepe, μια εκτέλεση στα ρώσικα και την Πατασού. Ακολουθεί η προσαρμογή στην ελληνική γλώσσα που σας έφτιαξα.

Ο Brassens ζωντανά, σε τηλεοπτική εκπομπή, συνοδεία ορχήστρας

Η προσαρμογή/διασκευή του Daniele Sepe (βάζει κι άλλες νότες στη χύτρα)

Επίσης μια ρώσικη εκδοχή

…και η Πατασού

Η απόδοση στα Ελληνικά: 

Και τα σχετικά κείμενα:

Les Amoureux Des Bancs Publics

Les gens qui voient de travers
Pensent que les bancs verts
Qu’on voit sur les trottoirs
Sont faits pour les impotents
Ou les ventripotents
Mais c’est une absurdité
Car à la vérité
Ils sont là, c’est notoire
Pour accueillir quelque temps
Les amours débutants

Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’foutant pas mal du r’gard oblique
Des passants honnêtes
Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’disant des Je t’aime pathétiques
Ont des p’tites gueules bien sympathiques

Ils se tiennent par la main
Parlent du lendemain
Du papier bleu d’azur
Que revêtiront les murs
De leur chambre à coucher
Ils se voient déjà, doucement
Elle cousant, lui fumant
Dans un bien-être sûr
Et choisissent les prénoms
De leur premier bébé

Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’foutant pas mal du r’gard oblique
Des passants honnêtes
Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’disant des Je t’aime pathétiques
Ont des p’tites gueules bien sympathiques

Quand la sainte famille machin
Croise sur son chemin
Deux de ces malappris
Elle leur décoche hardiment
Des propos venimeux
N’empêche que toute la famille
Le père, la mère, la fille,
Le fils, le Saint-Esprit
Voudrait bien, de temps en temps
Pouvoir s’conduire comme eux

Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’foutant pas mal du r’gard oblique
Des passants honnêtes
Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’disant des Je t’aime pathétiques
Ont des p’tites gueules bien sympathiques

Quand les mois auront passé
Quand seront apaisés
Leurs beaux rêves flambants
Quand leur ciel se couvrira
De gros nuages lourds
Ils s’apercevront, émus,
Qu’c'est au hasard des rues
Sur un d’ces fameux bancs
Qu’ils ont vécu le meilleur
Morceau de leur amour

Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’foutant pas mal du r’gard oblique
Des passants honnêtes
Les amoureux qui s’bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En s’disant des Je t’aime pathétiques
Ont des p’tites gueules bien sympathiques

Οι ερωτευμένοι στα δημόσια παγκάκια

Τα παγκάκια μερικοί, λένε πως είναι εκεί, σε πάρκα και πρασιές

μόνο για τους κουρασμένους, και καν’ά χοντρό

Μα η αλήθεια είναι αυτή, οι πάγκοι είναι εκεί, στις πόλης τις γωνιές

για να στηρίζουν των ερώτων κάθε νέο ανθό

Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, πάντα εκεί, κολλητοί

που καμιά δε δίνουν προσοχή, στον κόσμο που περνάει

Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, κολλητοί, τρυφεροί

για αγάπες σα μιλούν παντοτινές, τι φάτσες συμπαθητικές!

Δες πως πιάνονται απ’ το χέρι και με πόση χάρη για τ’ αύριο μιλού

ν

τι κουρτίνες θα ταιριάξουν, με πουά ή με καρό

κι έτσι τακτοποιημένοι, στ’ όνειρο δεμένοι, στα ψηλά πετούν

κι αποφασίζουν πως θα λεν’ το πρώτο τους μωρό.

Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, πάντα εκεί, κολλητοί

που καμιά δε δίνουν προσοχή, στον κόσμο που περνάει

Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, κολλητοί, τρυφεροί

για αγάπες σα μιλούν παντοτινές, τι φάτσες συμπαθητικές!

Κι όλοι εκείνοι οι δίχως πάθος, την αγάπη λάθος, που νομίζουνε

και που στους ερωτευμένους ρίχνουνε χολή

είναι γιατί τους ζηλεύουν κι ίσως κατά βάθος να ελπίζουνε

πως μια μέρα κάτι τέτοιο [θα] ζήσουνε κι αυτοί.

Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, πάντα εκεί, κολλητοί

που καμιά δε δίνουν προσοχή, στον κόσμο που περνάει

Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, κολλητοί, τρυφεροί

για αγάπες σα μιλούν παντοτινές, τι φάτσες συμπαθητικές!

Κι όταν ο καιρός γυρίσει κι έχουν πια ξεφτίσει οι πρώτες προσμονές

και χοντρά και μαύρα νέφη θα ‘χει ο ουρανός

Τότε θα αναπολήσουν κι ίσως ξαναζήσουν ‘κείνες τις στιγμές

Στο παγκάκι να ανάβει πόθος φλογερός

Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, πάντα εκεί, κολλητοί

που καμιά δε δίνουν προσοχή, στον κόσμο που περνάει

Οι ερωτευμένοι πάντα στο παγκάκι εκεί, κολλητοί, τρυφεροί

για αγάπες να μιλούν παντοτινές, φατσούλες συμπαθητικές!

Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Misogynie a part / Μισογυνισμού εξαιρουμένου (Παλιοί καλλιτέχνες κατά της άνοιας της ¨πολιτικής ορθότητας¨).

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 28 Ιουλίου, 2011

Κατά τη διάρκεια του περασμένου (20ου ) αιώνα, ορισμένοι Ευρωπαίοι λαϊκοί καλλιτέχνες, συχνά σε αντιπαράθεση με τη ραγδαία αναπτυσσόμενη πολιτισμική βιομηχανία, κατάφεραν να αναδειχτούν σε σημεία αναφοράς για μεγάλες κοινωνικές ομάδες, ξεπερνώντας τα συνήθη πολιτισμικά όρια και τις ήδη υπάρχουσες ¨ετικέτες¨.

Ιδιαίτερα στην (αυτονόητα) λαϊκή τέχνη του τραγουδιού (που αποτελεί και το συνηθέστερο φορέα της λαϊκής ποίησης), μερικοί από αυτούς τους καλλιτέχνες αναδείχτηκαν σε ενοποιητικά κοινωνικά σύμβολα με τεράστια απήχηση, παρά την συνήθως αρνητική ή αδιάφορη στάση, τόσο της καθεστωτικής, όσο και της εμπορευματικής επικοινωνιακής εξουσίας (η απόλυτη ταύτιση αυτών των δύο μορφών επικοινωνιακής εξουσίας είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο -στο παρελθόν κρατούσαν μια αμοιβαία απόσταση, έστω για τα ¨μάτια του κόσμου¨).
Ένας τέτοιος καλλιτέχνης υπήρξε πχ για τον ελληνόφωνο χώρο ο Στέλιος Καζαντζίδης ή ο Βασίλης Τσιτσάνης, για τον γαλλόφωνο ο Ζωρζ Μπρασένς και άλλοι, στην Ιταλία μπορούσες (και μπορείς ακόμη) να συναντήσεις αποκόμματα περιοδικών με την εικόνα του Αντριάνο Τσελεντάνο κολλημένα σε παρμπρίζ φορτηγών, σε ενοριακές λέσχες, σε κομμωτήρια και συνεργεία, ενώ τις λίγες φορές που παρουσιάζεται, θυμοσοφώντας, στα μεγάλα μέσα γίνεται χαμός θεαματικοτήτων.
Πέρα από την διαχρονικότητα, την εμβέλεια και την γνήσια λαϊκή τους καταγωγή, ένα άλλο κοινό σημείο ανάμεσα σε τέτοιου είδους καλλιτέχνες είναι ο μη ¨πολιτικά ορθός ¨ (συχνά σατυρικός ή σαρκαστικός, ενίοτε μελοδραματικός) τρόπος με τον οποίο χειρίζονται τα θέματά τους.
Θα μου πείτε, και θα έχετε δίκιο, ότι η πολιτική ορθότητα είναι ένα ξενέρωτο, αλλά όχι για αυτό το λόγο λιγότερο ιδιοτελές κίνημα της εποχής της παγκοσμιοποίησης, του νεοφιλελευθερισμού και του μεταμοντερνισμού, επινοημένο για να προφυλάξει από την επιδιωκόμενη γενική αποδόμηση, κάποιους τομείς γενικότερης χρήσεως, όπως κάποιες -ακόμα χρήσιμες για τις νέες εξουσίες- ανθρώπινες ευαισθησίες, πριν τις διοχετεύσει σε (ελεγχόμενες) ¨μη κυβερνητικές¨ οργανώσεις ή ¨Αρχές¨.


Πράγματι, άλλα ήταν τα ζόρια τον καιρό που στην Ευρώπη ανθούσαν, έξω από τα εμπορικά κυκλώματα, οι παραπάνω καλλιτέχνες. Ωστόσο παρατηρώ ότι, αν όχι αυτά καθαυτά (όχι όλα) τα μηνύματα και οι προβληματισμοί του καιρού εκείνου, τουλάχιστον ο αυθόρμητος και μη υποκριτικός, μη κυνικός, μη πραγματιστικός, λόγος τους, λειτουργεί ακόμη.
Σήμερα, βέβαια, η¨ γενική αναγνώριση¨ μερικών από αυτούς έχει τρόπον τινά επέλθει. Έτσι κι αλλιώς, τέτοιους καλλιτέχνες κουβάλησε μαζί της μια γενιά που αναρριχήθηκε στην εξουσία τραγουδώντας τους, για να τους εγκαταλείψει αμέσως μετά, με δύο τρόπους: είτε προσπαθώντας να τους μετατρέψει σε αποστειρωμένους θεσμούς είτε επιλέγοντας αυστηρά και προωθώντας μόνο τμήματα της δουλειάς τους.
Γι αυτό, λέω, εδώ να εξακολουθήσουμε να ψάχνουμε για πηγαία λόγια και νότες, παλιών ή πρόσφατων καιρών (έστω για παρηγοριά στον άρρωστο…) και για σήμερα bien sûr
έχουμε Μπρασένς και Misogynie a part (Μισογυνισμού εξαιρουμένου).


Σημείωση 1. Ο Μπρασένς αρχίζει ορμώμενος από μία ρήση του Πολ Βαλερί ¨Il y a trois sortes de femmes: les emmerdantes, les emmerdeuses et les emmerderesses¨.
Σημείωση 2. Στη θέση του Claudel, ίσως όχι επαρκώς γνωστού στην Ελλάδα ως εκπρόσωπου του ακαδημαϊκού ύφους, προτίμησα τους αρχαίους τραγικούς. Ενίοτε έχουν κι αυτοί τα θύματά τους.
Σημείωση 3. Το ανέβασμα στο ιστολογοφόρο, οι ηχογραφήσεις και το ραπ ψάλσιμο, έγιναν σε συνθήκες εκδρομής, κάπως (πολύ) άτσαλα. Ανεβαίνοντας στη Θεσσαλονίκη θα τα συμμαζέψω κατά το δυνατόν.       Σημείωση 4. Στην ελληνική απόδοση έβαλα τελευταία την 6η στροφή, γιατί καταλήγει πιο αποφατικά από την 8η.

Οπότε, ακούστε και διαβάστε:

Σε ήχο:

1. O Brassens στο Misogynie apart


2. Την απόδοση που σας έφτιαξα: Μισογυνισμού εξαιρουμένου


3. Την απόδοση στα ιταλικά του Nanni Svampa : Lei mi rompe


4. Κάτι το ανάλογο, χιουμοριστικό και ελληνικό της ιδίας περιόδου Σερσέ λα φαμ (1948 Βασίλης Τσιτσάνης και Ε. Λαμπίρη)

5. Επίσης: των Παπαδόπουλου, Γιαννακόπουλου, Σακελλάριου

Η Γυναίκα είναι ζημιά (Φ. Πολυμέρης 1953)

Και τα κείμενα
1. Του Βρασένς: Misogynie a part
2. Η απόδοση στα ελληνικά: Μισογυνισμού εξαιρουμένου
3. Σερσέ λα φαμ
4. Η γυναίκα είναι ζημιά

Misogynie a part
Misogynie à part, le sage avait raison
Il y a les emmerdant’s, on en trouve à foison
En foule elles se pressent
Il y a les emmerdeus’s, un peu plus raffinées
Et puis, très nettement au-dessus du panier
Y a les emmerderesses

La mienne, à elle seul’, sur tout’s surenchérit
Ell’ relève à la fois des trois catégories
Véritable prodige
Emmerdante, emmerdeuse, emmerderesse itou
Elle passe, ell’ dépasse, elle surpasse tout
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Mon Dieu, pardonnez-moi ces propos bien amers
Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, ell’ m’emmer-
de, elle abuse, elle attige
Ell’ m’emmerde et j’regrett’ mes bell’s amours avec
La p’tite enfant d’Marie que m’a soufflée l’évêque
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, et m’oblige à me cu-
rer les ongles avant de confirmer son cul
Or, c’est pas callipyge
Et la charité seul’ pouss’ ma main résignée
Vers ce cul rabat-joie, conique, renfrogné
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, je le répète et quand

Ell’ me tape sur le ventre, elle garde ses gants
Et ça me désoblige
Outre que ça dénote un grand manque de tact
Ça n’favorise pas tellement le contact
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde , quand je tombe à genoux
Pour cetain’s dévotions qui sont bien de chez nous
Et qui donn’nt le vertige
Croyant l’heure venue de chanter le credo
Elle m’ouvre tout grand son missel sur le dos
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, à la fornication
Ell’ s’emmerde, ell’ s’emmerde avec ostentation
Ell’ s’emmerde, vous dis-je
Au lieu de s’écrier: ” Encor ! Hardi ! Hardi ! “
Ell’ déclam’ du Claudel, du Claudel, j’ai bien dit
Alors ça, ça me fige

Ell’ m’emmerde, ell’ m’emmerde, j’admets que ce Claudel
Soit un homm’ de génie, un poète immortel
J’reconnais son prestige
Mais qu’on aille chercher dedans son œuvre pie
Un aphrodisiaque, non, ça, c’est d’l'utopie
Ell’ m’emmerde, vous dis-je

Μισογυνισμού εξαιρουμένου

Μισογύνης αν είμαι, δεν το ξέρω αδέλφια
Μα υπάρχουν, στριμμένες που διαλύουν τα κέφια
Μάτσα υπάρχουν, δεσμίδες
Είναι οι σπαστικές, που είν’ γεμάτος ο τόπος
Οι προβληματικές, δες και στρίβε όπως, όπως
Είναι και οι σπαζαρχίδες

Η δική μου από μόνη της τα καταφέρνει
Ναν ’ προβληματική, σπαστική και στριμμένη
Αλλά και σπαζαρχίδω
Πρόκειται για ένα θαύμα, τέτοιο δεν έγιν’ άλλο
Πως αντέχω δεν ξέρω, -και ποσώς υπερβάλω-
Μα δε μπορώ να ξεφύγω

Θεέ μου συγχώρεσε με, η υπομονή μου ξεφτάει
Μου τα πήζει, τα διαλύει, τα γκαστρώνει, τα σπάει
Και μου τα θρυμματίζει
Και η θύμηση εκείνη, με την Χριστιανοπούλα
Που μου έκλεψε ο επίσκοπος και δεν την ξαναείδα
Πίσω ξαναγυρίζει

Για να της πιάσω τον κώλο, πάντα με υποχρεώνει
Νύχια, κάλους να κόβω κι έτσι με ξενερώνει
Και δεν είναι κι η Αφροδίτη!
Κι αν εν τέλει τον πιάνω, είν’ γιατί βάζω ζόρι
Αν και θα ‘θελα να ‘μουν στα βουνά και τα όρη
Κι όχι σ’ αυτό το σπίτι

Μ’ ενοχλεί σαν αγγίζει τη γυμνή μου κοιλιά

Μα φορώντας τα γάντια ¨έτσι είναι πιο υγιεινά¨

Και μου φέρνει φαγούρα

Αυτό  σημαίνει επίσης, ότι η αγωγή

Λείπει πια απ’ τους ανθρώπους κι όπως λένε πολλοί

Εδώ θέλει μαγκούρα  


Με ενοχλεί, με ενοχλεί, ως και στην συνουσία
Που ενοχλείται κι αυτή, σκέτη ψυχρολουσία
Και μου φέρνει ναυτία
¨Κι άλλο!¨, αντί να φωνάζει, ¨δωσ’ τα, θέλω πολύ!¨
Στίχους μου απαγγέλει, Αισχύλο και Σοφοκλή
Θεέ μου τι τραγωδία


Και εντάξει, δε λέω, είναι ωραίοι οι αρχαίοι
Καλλιτέχνες μεγάλοι, συγγραφείς κορυφαίοι
Και αξίζουνε μνεία
αλλά πως λειτουργεί ο αρχαίος τους στίχος
γι αφροδισιακό, μάλλον είναι ένας μύθος
είναι μια ουτοπία

Κι όταν για χάρη της πέφτω, ως και στα γόνατα πια
Τιμές για να αποτίσω στης ηδονής τη σπηλιά
(Αυτό σε μας ειν’ συνήθεια)
Αυτή πως της προσευχής η ήρθε ώρα νομίζει
Και το προσευχητάρι, στην πλάτη μου στηρίζει
Πες μου αν δεν είναι ηλίθια

Σερσέ λα φαμ (Αναζητήστε τη γυναίκα)

Χασάπικο.
Μουσική και στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη ηχογράφηση: 1948
Πρώτη εκτέλεση: Ελένη Λαμπίρη και Βασίλης Τσιτσάνης

Κι αν γυρίζουμε ξενύχτηδες τα βράδια
Κι αν ρομάντζες τραγουδάμε στα σκοτάδια
Κι αν τα νιάτα μας τα κάναμε ρημάδια
Και με πόνο τα ποτήρια μας ρουφάμ’
Σερσέ λα φαμ, σερσέ λα φαμ

Κι αν δεν πάμε στη δουλειά μας και στο σπίτι
Κι αν ο Έρως μας τραβάει σαν το μαγνήτη
Κι αν γουστάρουμε τον βίο τον αλήτη
Και δεν έχουμε το σήμερα να φάμ’
Σερσέ λα φαμ, σερσέ λα φαμ

Κι αν η μοίρα μας ταράζει στα χαστούκια
Κι αν στα μάγουλα το δάκρυ κάνει λούκια
Κι αν τα τρώμε μέχρι φράγκο στα μπουζούκια
Και στην ψάθα κακομοίρηδες ψοφάμ’
Σερσέ λα φαμ, σερσέ λα φαμ

Η γυναίκα είναι ζημιά

Μουσική: Θόδωρος Παπαδόπουλος
Στίχοι: Χρήστος Γιαννακόπουλος & Αλέκος Σακελλάριος
Πρώτη εκτέλεση: Φώτης Πολυμέρης

Η γυναίκα είναι ζημιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
η γυναίκα είναι ζημιά!

Γιά κάποια Μπέττυ, πρωτοβγήκα πιτσιρίκος στο κουρμπέτι,
γιά κάποια Νίνα, ένα βράδυ πήρα είκοσι κινίνα,
γιά κάποια Ρόζα, ξευτελίστηκα Σταδίου Σανταρόζα
και γιά μιά Νίκη, περπατούσα τρεις χρονιές στη Σαλονίκη.

Η γυναίκα είναι ζημιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
η γυναίκα είναι ζημιά!

Για κάποια Στέλλα, μου τη στήσανε μια νύχτα στη Καστέλα,
για κάποια Ρίνα, την εδάγκωσα τρελά τη λαμαρίνα,
για μια Μιράντα, εξηλώθηκα, παιδιά, μέχρι τιράντα
και για μια Ρέα, φεύγω τώρα εθελοντής για την Κορέα.

Η γυναίκα είναι ζημιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
μην μπλεχτείτε με καμιά,
η γυναίκα είναι ζημιά!

Γιά κάποια Σόνια, με τραβάγανε δέκα οκτώ γκαρσόνια,
γιά κάποια Μπίλλυ, με ρημάξανε δυό μάγκες στο σκαμπίλι,
για μι’ Αντιγόνη, μού στραβώσανε τρεις πόντους το σαγόνι
και για μια Μόνια, με ταράξανε στα σάπια τα λεμόνια.

Δημοσιεύθηκε στο ΣΧΟΛΙΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ο Κρόνος και ο Χρόνος

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 19 Ιουλίου, 2011


Το γεγονός ότι από τα λατινογενή αλφάβητα λείπει ο φθόγγος χι, δημιούργησε στην Δύση, ήδη από την εποχή του κλασικισμού και της λατρείας για τους ελληνικούς μύθους, μια μικρή παρεξήγηση.
Μπέρδεψαν (όχι μόνο το πλατύ κοινό, αλλά και μερικοί λόγιοι), τον Κρόνο (ταυτισμένο με τον ρωμαϊκό Saturnus) με τον Χρόνο (Chronos). Έτσι στον Κρόνο/Σατούρνο αποδόθηκε η αρμοδιότητα να ελέγχει, ως ο αρμόδιος θεός, τα της ροής των καιρών που αλλάζουν, εξοπλισμένος με κλεψύδρα και δρεπάνι.
Αυτή η ιστορία, που κρατάει τώρα πια μερικούς αιώνες, έχει επηρεάσει διάφορα καλλιτεχνήματα. Ένα από αυτά και ο ¨Σατούρνος¨ του Μπρασένς, ο μεγαλοπρεπής και αδυσώπητος θεός-Χρόνος, του οποίου σας έφτιαξα (ακόμη μία) ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά.
Σημείωση 1. Επειδή η ελληνική γλώσσα είναι περισσότερο περιφραστική από τη γαλλική, επωφελήθηκα από την επανάληψη του δεύτερου δίστιχου της κάθε στροφής, διαφοροποιώντας τo στην απόδοση, έτσι ώστε να προσθέσω κάποιες αποχρώσεις που αλλιώς δεν θα χώραγαν.
Σημείωση 2. Η γιορτή του Άγιου Μαρτίνου -11 Νοεμβρίου συμπίπτει (για τους ιθαγενείς) με ένα μετεωρολογικό «μικρό καλοκαιράκι», κάτι ανάλογο με τις αλκυονίδες ημέρες των δικών μας τόπων.
Σημείωση 3. Το «κατουρλού» είναι αρκετά πιστό στο «pisseuse», αν και οι Γάλλοι φαίνεται ότι το χρησιμοποιούν γενικότερα για την μικρή άγουρη γυναίκα, (πιτσιρίκα, πιπίνι; γκομενάκι;)

Αλλά πρώτα ο ήχος:
Με τον Μπρασένς

Με την Chloe Lacan

Σε εκδοχή ταγκό (Ζωντανή ηχογράφηση)

Στα ιταλικά από τον Nanni Svampa

Η απόδοση στα Ελληνικά

και αμέσως μετά:

1.Οι στίχοι του Μπρασένς

2. Το κείμενο της απόδοσης

Saturne

Il est morne, il est taciturne
Il préside aux choses du temps
Il porte un joli nom, Saturne
Mais c’est Dieu fort inquiétant
Il porte un joli nom, Saturne
Mais c’est Dieu fort inquiétant

En allant son chemin, morose
Pour se désennuyer un peu
Il joue à bousculer les roses
Le temps tue le temps comme il peut
Il joue à bousculer les roses
Le temps tue le temps comme il peut

Cette saison, c’est toi, ma belle
Qui a fait les frais de son jeu
Toi qui a dû payer la gabelle
Un grain de sel dans tes cheveux
Toi qui a dû payer la gabelle
Un grain de sel dans tes cheveux

C’est pas vilain, les fleurs d’automne
Et tous les poètes l’ont dit
Je regarde et je donne
Mon billet qu’ils n’ont pas menti
Je regarde et je donne
Mon billet qu’ils n’ont pas menti

Viens encore, viens ma favorite
Descendons ensemble au jardin
Viens effeuiller la marguerite
De l’été de la Saint-Martin
Viens effeuiller la marguerite
De l’été de la Saint-Martin

Je sais par cœur toutes tes grâces
Et pour me les faire oublier
Il faudra que Saturne en fasse
Des tours d’horloge, de sablier
Et la petite pisseuse d’en face
Peut bien aller se rhabiller…

Ο Κρόνος
Όσοι ξέρουν τον φωνάζουνε Κρόνο,
είναι αδιάφορος, φαιός, σιωπηλός.
Θεός αλλόκοτος που ελέγχει το Χρόνο,
για ό, τι αλλάζει, η αιτία είναι αυτός.
Θεός παράξενος, τον λένε Κρόνο
σιωπηλός προχωρεί μοναχός.

Βλοσυρός στο στραβό του τιμόνι,
παίρνει σβάρνα ό,τι βρει, δυστυχώς,
τα τριαντάφυλλα τι κι αν σαρώνει,
κατά βάθος ίσως πλήττει κι αυτός.
Να που ο Κρόνος τον Χρόνο σκοτώνει
και φεύγει μακριά μοναχός.

Όμορφή μου κι εσύ πρέπει τώρα
σε παγίδα παλιά να μπλεχτείς,
να επιστρέψεις ζητάει τα δώρα
κι όχι δεν θα μπορέσεις να πεις,
να πληρώσεις κι εσύ ήρθε η ώρα
μια άσπρη τούφα, και μη τ’ αρνηθείς.

Κι όμως

Του φθινόπωρου τ’ άνθη ειν’ ωραία,
το βεβαίωσαν κι οι ποιητές
κι εγώ στοίχημα πάω, μα την Ρέα
οι ποιητές πως δεν λένε ψευτιές
κι ίσως να ’ναι που το θέλησε η Ρέα
το φθινόπωρο να έχει γητειές.

Έλα πάμε στον κήπο καλή μου
έχει κι άλλες χαρές η ζωή
και στου χειμώνα ακόμα τα χιόνια
οι Αλκυονίδες θα ’ρθουν μιαν αυγή
έλα μύρισε τα άνθη μαζί μου
κι οι ρυτίδες της ζωής είν’ ναοί.

Τις κρυφές χάρες σου ξέρω απ’ έξω
κι αποκλείεται να τις αρνηθώ.
Κι αν ο Κρόνος ειν’ Θεός, θα τ’ αντέξω
τις κλεψύδρες του δε θα φοβηθώ.
Κι η μικρή κατουρλού εκεί έξω
παρντόν μα δε θα συγκινηθώ.

Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Η καταιγίδα

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 15 Ιουλίου, 2011

Η ¨Καταιγίδα¨ ηχογραφήθηκε στις 4 Μαρτίου 1960 στις 10 το πρωί (τι μπορείς να βρεις άμα ψάξεις!) από το ίδιο τον συνθέτη, στιχουργό και εκτελεστή, αυτοπροσώπως.

Αν και κατάγεται από το νότο (η μητέρα του ήταν Ιταλίδα) ή ακριβώς γι αυτόν το λόγο, ο Μπρασένς, αντιπαθεί  τον πολύ ήλιο. Εδώ μας δίνει έναν επί πλέον λόγο για να προτιμά κανείς την καταιγίδα.

Παρακάτω, έχουμε και λέμε:

 Ηχος:

1.  Η αρχική εκτέλεση  

2.  Στα ισπανικά

 3. Στα Γεωργιανά (άμα ψάξεις, είπαμε, βρίσκεις)

 4.  Ανάγνωση εκδοχής στα ελληνικά (Θάνος και Σόφη) 

 

και σε κείμενο

 1. Η καταιγίδα στα γαλλικά

 2. Η απόδοση στα ελληνικά που σας έφτιαξα

 

L’orage
Parlez-moi de la pluie et non pas du beau temps,
Le beau temps me dégoûte et me fait grincer les dents,
Le bel azur me met en rage,
Car le plus grand amour qui me fut donné sur terre
Je le dois au mauvais temps, je le dois à Jupiter,
Il me tomba d’un ciel d’orage.

Par un soir de novembre, à cheval sur les toits,
Un vrai tonnerre de Brest, avec des cris de putois,
Allumait ses feux d’artifice.
Bondissant de sa couche en costume de nuit,
Ma voisine affolée vint cogner à mon huis
En réclamant mes bons offices.

“Je suis seule et j’ai peur, ouvrez-moi, par pitié,
Mon époux vient de partir faire son dur métier,
Pauvre malheureux mercenaire,
Contraint de coucher dehors quand il fait mauvais temps,
Pour la bonne raison qu’il est représentant
D’une maison de paratonnerre.”

En bénissant le nom de Benjamin Franklin,
Je l’ai mise en lieu sûr entre mes bras câlins,
Et puis l’amour a fait le reste!

Toi qui sèmes des paratonnerres à foison,

Que n’en as-tu planté sur ta propre maison?
Erreur
on ne peut plus funeste.

Quand Jupiter alla se faire entendre ailleurs,
La belle, ayant enfin conjuré sa frayeur
Et recouvré tout son courage,
Rentra dans ses foyers faire sécher son mari
En me donnant rendez-vous les jours d’intempérie,
Rendez-vous au prochain orage.

A partir de ce jour je n’ai plus baissé les yeux,
J’ai consacré mon temps à contempler les cieux,
A regarder passer les nues,
A guetter les stratus, à lorgner les nimbus,
A faire les yeux doux aux moindres cumulus,
Mais elle n’est pas revenue.

Son bonhomme de mari avait tant fait d’affaires,
Tant vendu ce soir-là de petits bouts de fer,
Qu’il était devenu millionnaire
Et l’avait emmenée vers des cieux toujours bleus,
Des pays imbéciles où jamais il ne pleut,
Où l’on ne sait rien du tonnerre.

Dieu fasse que ma complainte aille, tambour battant,
Lui parler de la pluie, lui parler du gros temps
Auxquels on a tenu tête ensemble,
Lui conter qu’un certain coup de foudre assassin
Dans le mille de mon coeur a laissé le dessin
D’une petite fleur qui lui ressemble.

 

 

Η καταιγίδα

 

Μίλα μου για βροχή κι όχι για ξαστεριά

τη λιακάδα μισώ και την καλοκαιριά

Δεν πέφτω στου ήλιου την παγίδα.

Τη μεγάλη αγάπη που ζητούσα στη γη

μου την έφερε η αντάρα, μα και του Δία η οργή

την έφερε μια καταιγίδα.

 

Μια βραδιά του Νοέμβρη, μαύρος ο ουρανός

μες τις στέγες ξεσπάει λάμψη και κεραυνός,

χρυσός της νύχτας φωτοδότης                                                   

Τότε ήταν που εκείνη, η πλαϊνή μου, η μικρή,

στο κατώφλι μου ήρθε, φόβος, μα και συστολή,

σκιές στ’ ωραίο πρόσωπό της

 

¨Έξω αστράφτει, τρομάζω, ανοίξτε παρακαλώ

και ο άντρας μου λείπει, -κι είμαι μόνη εδώ-

για τη δουλειά έξω γυρνάει,

αντιπρόσωπος είναι και στα γύρω χωριά,

μ’ όποιο να ’ναι καιρό, και με νοτιά και με βοριά,

αλεξικέραυνα πουλάει».

 

Ευλογώντας τον μπάρμπα Βενιαμίν Φραγκλίνο

της ανοίγω την πόρτα, στα μπράτσα μου την κλείνω

κεραυνοβόλος ήταν  έρως!

Πως στο σπίτι σου, φίλε, έπρεπε να ’χεις βάλει

τ’ αλεξίκεραυνά σου, κι ας είσαι  και τσακάλι,

αυτό δε το ’μαθες εγκαίρως.

 

Άλλα όταν ο Δίας κι οι κεραυνοί του μαζί

την εκάναν για αλλού,  η όμορφη μικρή

-πολύ πιο ήρεμη πια τώρα-

ετοιμάστηκε σπίτι της να ξάναγυρίσει

το σύζυγο να στεγνώσει, μα πριν εμένα να μ’ αφήσει

είπε:

θα ξαναρθώ στην άλλη μπόρα!

 

Από εκείνη τη μέρα μου εκόλλησε ο νους,

με τα μάτια ψηλά ψάχνω τους ουρανούς,

μεσ’ του καιρού είμαι τη δίνη,

μελανίες, σωρείτες και τα σύννεφα τα άλλα,

τα ικετεύω να ρθούνε, χοντρά και μαύρα και μεγάλα,

μα δεν εφάνηκε εκείνη.

 

Πούλησε ο  δικός της, τότε  τόσα κομμάτια,

απ’ τα αλεξίκεραυνά του σ’ όλη την έπι-κράτεια

που έγιν’ εκατομμυριούχος

και την πήρε και πήγαν στις ηλίθιες τις χώρες,

που ποτέ δεν αστράφτει,  και τώρα γεύεται τις ώρες

ως της ωραίας ο δικαιούχος.

 

Κάνε Θεέ μου να πάει, ο καημός μου ως εκεί

να της πει πως η αντάρα, η βροντή κι η βροχή

κι η καταιγίδα μας ταιριάζει,

να της πει πως τα’ αγέρι η καταχνιά κι η άγρια φύση

ανεξίτηλα πλέον, μέσα μου έχουνε σκαλίσει

ένα λουλούδι που της μοιάζει. 

Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Έχω απόψε ραντεβού μαζί σας

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 9 Ιουλίου, 2011

Δεν είπα πως κλείνω (προσωρινά) τον κύκλο Μπρασένς; Είπα. Κι όταν το  είπα, δεν εννοούσα τόσο προσωρινά. Αλλά λέω να υπαναχωρήσω. Το ¨Εχω ραντεβού μαζί σας¨, απλή και εύηχη  μελωδία με τέσσερεις μόνο στροφές (μετά ανακάλυψα πως υπάρχει και πέμπτη), με έκαναν στην αρχή να κοντοσταθώ, μετά να πω: α, μπορεί και να πάει κάπως έτσι, μετά να τυπώσω τους γαλλικούς στίχους, να πάρω μολύβι και να αρχίσω να σημειώνω στο λευκό περιθώριο φράσεις που να μπορούν να καθίσουν στις νότες χωρίς να προδίδουν τελείως την (όμορφη) αίσθηση που προκαλεί το πρωτότυπο κείμενο. Βέβαια, έστω κι αν όλα γίνονται χάριν παιδιάς, θα πρέπει να πω ότι είμαι εν γνώσει του ότι άλλο ¨j’m'en fous¨ και άλλο ¨αδιαφορώ¨, άλλο ταβερνιάρισσα και άλλο ταβερνιάρης, και τα λοιπά, και τα λοιπά, αλλά τι  να κάνουμε, αν μείνουμε πιστοί στις λέξεις δύσκολα θα προκύψει κάτι που να τραγουδιέται. Άσε που μπορεί να χάσουμε και σε ατμόσφαιρα.

Αυτά.

Α ναι. Η παραπανίσια στροφή, η πέμπτη, δεν υπάρχει στην ηχογράφηση του Μπρασένς, αλλά σε εκείνη της Πατασού. Ετσι τουλάχιστον προέκυψε από τη σχετική έρευνα στο διαδίκτυο.

Εδώ έχουμε:

Σε ήχο:

1. Τον Ζορζ Μπρασένς να τραγουδά  J’ai rendez-vous avec vous.

2. Μια διαφορετική εκτέλεση από συγκρότημα

3. Μια παιδική χορωδία

4. Την ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά

 Και σε κείμενο: 1.Την πλήρη (5 στροφές) εκδοχή του τραγουδιού και 2. Την απόδοση στα ελληνικά 

 

 J’ai rendez-vous avec vous

Monseigneur l’astre solaire
Comm’ je n’l'admir’ pas beaucoup
M’enlèv’ son feu, oui mais, d’son feu, moi j’m'en fous
J’ai rendez-vous avec vous
La lumièr’ que je préfère
C’est cell’ de vos yeux jaloux
Tout le restant m’indiffère
J’ai rendez-vous avec vous !

Monsieur mon propriétaire
Comm’ je lui dévaste tout
M’chass’ de son toit, oui mais, d’son toit, moi j’m'en fous
J’ai rendez-vous avec vous
La demeur’ que je préfère
C’est votre robe à froufrous
Tout le restant m’indiffère
J’ai rendez-vous avec vous !

Madame ma gargotière
Comm’ je lui dois trop de sous
M’chass’ de sa tabl’, oui mais, d’sa tabl’, moi j’m'en fous
J’ai rendez-vous avec vous
Le menu que je préfère
C’est la chair de votre cou
Tout le restant m’indiffère
J’ai rendez-vous avec vous !

Sa Majesté financière
Comm’ je n’fais rien à son goût
Garde son or, or, de son or, moi j’m'en fous
J’ai rendez-vous avec vous
La fortun’ que je préfère
C’est votre cœur d’amadou
Tout le restant m’indiffère
J’ai rendez-vous avec vous !

 Mon patron, le vieux notaire,
Comme je n’en fiche pas un clou,
M’vire du bureau, mais du bureau, moi, j’m'en fous,
J’ai rendez-vous avec vous,
Le travail que je préfère,
C’est chanter rien que pour vous,
Tout le restant m’indiffère,
J’ai rendez-vous avec vous.

 

Έχω ραντεβού μαζί σας

Ο Ήλιος ο κατεργάρης

που ακτίνες μου στέλνει καυτές,

με σιγοψήνει, [ναι,] μα εγώ αδιαφορώ,

με σας απόψε θα βγω.

Η αύρα που μου ταιριάζει; Το πρόσωπό σας το αβρό.

Για τα λοιπά δεν με νοιάζει,

με σας απόψε θα βγω

 

Μα κι ο σπιτό-νοικοκύρης

που όλα του τα χαλώ,

έξωση μου ’κανε, μα εγώ αδιαφορώ,

με εσάς απόψε θα βγω.

Το σπίτι που μου ταιριάζει; Η φούστα σας, το φουρό.

Για τα λοιπά δεν με νοιάζει,

με σας απόψε θα βγω.

 

Ακόμα κι ο ταβερνιάρης

που κάμποσα του χρωστώ,

το τζάμπα μου ’κοψε, μα εγώ αδιαφορώ

με σας απόψε θα βγω.

Το γεύμα που μου ταιριάζει; Είν’ στον λευκό σας λαιμό.

Για τα λοιπά δε με νοιάζει,

με σας απόψε θα βγω.

 

Να κι ο λεφτάς παρταόλας

που του ’κατσα στο λαιμό,

δε με χωνεύει, ναι, μα εγώ αδιαφορώ

με σας απόψε θα βγω.

Ο πλούτος που μου ταιριάζει; Πάθος για σας φλογερό.

Για τα λοιπά δεν με νοιάζει,

με σας απόψε θα βγω.

 

Ως και το αφεντικό μου

-που δεν πεθαίνω για αυτό-

χτες με απόλυσε, μα εγώ αδιαφορώ,

με σας απόψε θα βγω.

Το έργο που μου ταιριάζει; Για σας είν’ να τραγουδώ.

Για τα λοιπά δεν  με νοιάζει

με σας απόψε θα βγω.

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ο επόμενος… Next… Au suivant…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 6 Ιουλίου, 2011

 Αυτή τη φορά ξεκίνησε (πάνω κάτω) ως ακολούθως:

Λέω στο Θάνο: Μάλλον είμαι σε φάση. (Δηλαδή προσωρινά κολλημένος σε μια δραστηριότητα που με διασκεδάζει).

Μου λέει ο Θάνος: Ωχ κατάλαβα! (ή κάπως έτσι).

Ο Θάνος είναι ο γιος μου και τα λέμε στο τηλέφωνο μια που αυτή την περίοδο βρίσκεται στην Αθήνα.

Ναι, του επαναλαμβάνω απτόητος. Και δέχομαι και ¨παραγγελιές¨.

Ά τόσο! μου κάνει. Τότε για δοκίμασε με το Next. Υπάρχει μια καταπληκτική εκτέλεση με την Sensational Alex Harvey Band.

Με τα αγγλοσαξονικά αποκλείεται του λέω, Το ξέρεις. Αυτά είναι δική σου αρμοδιότητα.

Είναι ένα τραγούδι του Brel, με διαβεβαιώνει…

Au suivant;  απορώ.

Au suivant. μου απαντά.

Τα επακόλουθα της παραπάνω κουβεντούλας βρίσκονται εδώ παρακάτω.

Σε ήχο:

1. Au suivant στίχοι και μουσική του Brel (για εικόνα στο You tube  εδώ)
 

2. Next με τους Sensational Alex Harvey Band (για εικόνα στο You tube   εδώ) 

3. Ο επόμενος (ανάγνωση της απόδοσης στα ελληνικά) 

Σε κείμενο:

1. Η απόδοση στα ελληνικά (αφιερωμένη φυσικά στον Θάνο)

2. Το γαλλικό πρωτότυπο (1964)

3. Η αγγλική απόδοση

  

Ο επόμενος

 

Τσίτσιδος στην πετσέτα που / φόραγα ως σκελέα,

κόκκινος ως το κούτελο, / σαπούνι ανά χείρας,

είκοσι ήμουνα χρονών / κι ήμασταν εκατόν είκοσι

που φτιάχναμε μακριά ουρά/ του επομένου [οι] επόμενοι

 

Ήμουνα μόνο είκοσι / και ξεπαρθενευόμουνα

σ’ ένα μπουρδέλο του στρατού / μπουρδέλο περιοδεύον

Εγώ πολύ θα ήθελα / μια στάλα τρυφερότητα

μονάχα ένα χαμόγελο / ή λίγο χρόνο ακόμα.

 

Δεν ήτανε το Βατερλώ / μήτε κι ο Μαραθώνας

ήτανε που βλαστήμησα / που άφησα το σχολείο

και τον λοχία π’ άκουσα /εκείνον τον μαλάκα.

Αυτά είναι κόλπα να φτιαχτούν/ στρατιές από ανικάνους.

 

 Στ΄ όνομα σας ορκίζομαι / της πρώτης μου βλεννόρροιας

συνέχεια στο κεφάλι μου / στραβή φωνή βαράει

φωνή με βρώμα από κρασί / κι ιδρώτα της μασχάλης

φωνή απ’ εχθρικούς λαούς / και δρόμους του θανάτου

 

Κι έτσι από τότε, κάθε φορά / γυναίκα π’ αγκαλιάζω

νομίζω πως αδύναμα / στ’ αφτί μου ψιθυρίζει:

[ο επόμενος , ο επόμενος]

 

Οι επόμενοι στον κόσμο αυτό / ας δώσουνε τα χέρια

Έτσι στον εφιάλτη μου / φωνάζω και πετιέμαι

κι όταν ξυπνάω σκέπτομαι / κάλλιο να είσαι επόμενος

παρά ένα τσούρμο ανόητους / ακόλουθους να έχεις

 

Μήτε αρχηγός μήτε οπαδός / ουτ’ έσχατος ούτε πρώτος

Γκουρού θα γινώ στα βουνά /  στο πουθενά ερημίτης

Μόνο να πάψει να αντηχεί / αυτή η κραυγή στα αυτιά μου

[ο επόμενος, ο επόμενος]

 

Au suivant

 Tout nu dans ma serviette qui me servai de pagne
J’avais le rouge au front le savon à la main
Au suivant, au suivant,
J’avais juste 20 ans, et nous étions 120
À être le suivant de celui qu’on suivait
Au suivant, au suivant,
J’avais juste 20 ans et je me déniésait
Au bordel ambulant d’une armée en campagne
Au suivant, au suivant.

Moi j’aurais bien aimé, un peu plus de tendresse
Ou alors un sourire ou bien avoir le temps mais
Au suivant, au suivant,
Ce n’ fut pas Watterloo, mais ce n’fut pas Arcoles
Ce fut l’heure où l’on r’grete d’avoir manqué l’école
Au suivant, au suivant,
Mais je jure que d’entendre, cet adjudent d’mes fesses,
C’est des coups à vous faire, des armées d’impuissants
Au suivant, au suivant.

Je jure sur la tête de ma 1ère vérole
Que cette voix depuis je l’entends tout le temps
Au suivant, au suivant,
Cette voix qui sentait l’ail et le mauvais alcool
C’est la voix des nations et c’est la voix du sang
Au suivant, au suivant,
Et depuis chaque femme à l’heure de succomber,
Entre mes bras trop maigre semble me murmurer
Au suivant, au suivant

Tous les suivants du monde devraient s’donner la main
Voila ce que la nuit je cris dans mon délire
Au suivant, au suivant,
Et quand je n’ délire pas, j’en arrive à me dire
Qu’il est plus humiliant d’être suivi qu’suivant
Au suivant, au suivant,
Un jour j’me ferai cul d’jatte ou bonne sœur ou mandiant,
Enfin un d’ces machins ou je n’serai jamais plus
Le suivant suivant suivant
Jamais plus le suivant suivant suivant suivant

 

 

Sensational Alex Harvey Band

Next

Naked as sin
an army towel, covering my belly
Some of us weep, some of us howl
Knees turn to jelly
But Next! Next!
I was just a child
A hundred like me
I followed a naked body
a naked body followed me
Next! Next!
I was just a child when my innocence was lost
in a mobile army whorehouse
a gift of the army, free of cost
Next! Next! Next!
Me, I really would have liked a little bit of tenderness
Maybe a word, maybe a smile, maybe some happiness
But Next! Next!
Oh it was not so tragic
and heaven did not fall
But how much at that time
I hated being there at all
Next! Next!
I still recall the brothel trucks, the flying flags
The queer lieutenant slapped our arses
thinking we were fags
Next! Next! Next!

I swear on the wet head
of my first case of gonorrhea
It is his ugly voice that I forever fear
Next! Next!
A voice that stinks of whiskey
of corpses and of mud
The voice of nations
the thick voice of blood
Next! Next!
Since then each woman I have taken into bed
they seem to lie in my arms
and they whisper in my head
Next! Next!

All the naked and the dead
could hold each other’s hands
as they watch me dream at night
in a dream that nobody understands
and though I am not dreaming in a voice
grown dry and hollow
I stand on endless naked lines of the following and the followed
Next! Next!

One day I’ll cut my legs off
I’ll burn myself alive
I’ll do anything to get out of life to survive
not ever to be next
Next! Next!
not ever
to be next, not ever

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ω τι αφράτος αφρός!

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 3 Ιουλίου, 2011

Από τη στιγμή που ανακάλυψα (πρόσφατα) ότι το να ψάχνεις λέξεις για να αποδώσεις στα ελληνικά ένα τραγούδι που σ’ αρέσει είναι πιο διασκεδαστική (και σίγουρα πιο δημιουργική) δραστηριότητα για τον ελεύθερο χρόνο από το να λύνεις σταυρόλεξα, έστω κι από τα δύσκολα, και, βέβαια, από τη στιγμή που βάλαμε ήχο και μουσική στο ιστολογοφόρο, έχουμε, όπως θα είδατε, συνεχή ροή έμμετρων μελοποιημένων κειμένων.

Μην ανησυχείτε, η ροή οσονούπω θα κοπάσει και θα πάμε γι άλλα.

Πάντως, προς το παρόν, σας έχω ετοιμάσει μερικά τραγούδια ακόμη.

Το σημερινό λέγεται Το Λούσιμο

 Το λούσιμο (Lo Shampoo) είναι ένα τραγούδι του Τζιόρτζιο Γκάμπερ γραμμένο το 1973 και συμπεριλαμβάνεται στο άλμπουμ ¨Ας προσποιηθούμε ότι είμαστε υγιείς¨. Αποτελεί τμήμα της ομώνυμης θεατρικής παράστασης,  τα κείμενα της οποίας ο Γκάμπερ έγραψε μαζί με τον Σάντρο Λουπορίνι. Εδώ σας έχω:

Σε ήχο:

1. Το Τραγούδι του Γκάμπερ    

2. Η ανάγνωση της απόδοσης που σας έφτιαξα


Σε κείμενο:

1. Το τραγούδι στα ιταλικά, Το β΄ τμήμα σε πεζό λόγο ποικίλει λίγο, ανάλογα με το αν είναι από το δίσκο ή την παράσταση. Εγώ, για την απόδοση στα ελληνικά πήρα λέξεις κι από τις δύο εκδοχές.

2. Η εκδοχή στα ελληνικά. έτσι που, άμα λάχει, να μπορείτε να το ψιθυρίσετε…

 

Lo Shampoo

Una brutta giornata,
chiuso in casa a pensare,
una vita sprecata,
non c’è niente da fare,
non c’è via di scampo,
quasi quasi mi faccio uno shampoo.

Uno shampoo?

Una strana giornata,
non si muove una foglia,
ho la testa ovattata,
non ho neanche una voglia,
non c’è via di scampo:
sì, devo farmi per forza uno shampoo.

Uno shampoo? Sì, uno shampoo.

schhh… scende l’acqua, scroscia l’acqua calda, fredda, calda… giusta!
Shampoo rosso, giallo, quale marca mi va meglio… questa!

Schiuma, soffice, morbida, bianca, lieve, lieve,
sembra panna, sembra neve…

La schiuma è una cosa buona, come la mamma,
che ti accarezza la testa quando sei triste e stanco,
una mamma enorme, una mamma in bianco!

Sciacquo, sciacquo, sciacquo…

Seconda passata.

Son convinto che sia meglio quello giallo senza… canfora!
I migliori son più cari perchè sono anti… forfora!

Schiuma, soffice, morbida, bianca, lieve, lieve,
sembra panna, sembra neve…

La schiuma è una cosa sacra, è una cascata di latte,
che assopisce questa smania tipica italiana,
è una cosa sacra: come una vacca indiana!

Sciacquo, sciacquo, sciacquo…

Fffffff… fon!

Σε άλλη εκδοχή (ζωντανή ηχογράφηση της παράστασης)
La schiuma è una cosa pura, come il latte: purifica di dentro. La schiuma è una cosa sacra che pulisce la persona meschina, abbattuta, oppressa. È una cosa sacra. Come la Santa Messa.

 

Το λούσιμο

 Μα τι άσχημη μέρα 

μες το σπίτι κλεισμένος

η ζωή μου μια ξέρα

κι εγώ ναυαγισμένος

έχω ανάγκη [αδελφέ μου] ένα πλάνο

Μα! Ένα λούσιμο λέω να το κάνω.

 Λούσιμο;

 Μα τι μέρα γρουσούζα

δεν κουνιέται ένα φύλλο

το κεφάλι χαβούζα

κι ες-ο-ες πού να στείλω;

κάτι πρέπει [επιτέλους] να κάνω…

Ναι! ένα λούσιμο! Ίσως προκάνω…

 Λούσιμο; Ναι λούσιμο!

Φςςςςς

 Το νεράκι ρέει,

παγώνει, καίει, παγώνει, καίει…

Τέλειο!

 Ποιο σαμπουάν να προτιμήσω;

 αυτό; εκείνο; τ’ άλλο;

Ετούτο!

 Αφ-ρος!

Ω τι αφράτος αφρός που επάνω σου λειώνει

μοιάζει κρέμα, μοιάζει χιόνι.

 Είναι ωραίο πράγμα ο αφρός! Όπως η μαμά, που σου χαϊδεύει το κεφάλι σαν είσαι λυπημένος κι αποκαμωμένος: μια μαμά τεράστια, μια μαμά κατάλευκη.

 Ξξξξέβγαλμα, ξξέβγαλμα, ξέβγαλμα.  

 Δεύτερο χέρι.

 Προτιμώ το μπλέ γιατί δεν περιέχει διόλου κάμφορα

Τα καλύτερα κοστίζουν, φτάνουν ως τις ρίζες ευκολότερα

 Αφ-ρος!

Ω τι αφράτος αφρός που επάνω σου λειώνει

μοιάζει κρέμα, μοιάζει χιόνι.

                  Ο αφρός είναι ένα πράγμα αγνό, όπως το γάλα: καθαρίζει από τα μέσα. Ο αφρός είναι ένα πράγμα ιερό που εξαγνίζει τους κακομοίρηδες, τους βαρεμένους, τους καταπιεσμένους. Είναι ένα πράγμα άγιο. Σαν μια Ινδική αγελάδα

 Ξέβγαλμα, ξέβγαλμα, ξέβγαλμα.

Πισσσσστολάκι

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Οι μπουρζουάδες

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 29 Ιουνίου, 2011

 

Ο Ζακ Μπρελ έγραψε τους ¨Μεγαλοαστούς¨ το 1961 εγκαινιάζοντας μια σειρά τραγουδιών με σατυρικό και σαρκαστικό ύφος. Προσπάθησα να το αποδώσω στα ελληνικά, διεκδικώντας βέβαια κάποιες ελευθερίες σε σχέση με το πρωτότυπο. Για παράδειγμα η κυρά χοντρο- Adrienne de Montalant έγινε απλώς ¨κυρά Άννα¨, για λόγους μετρικούς. Άλλωστε, όπως έμαθα (πάντα στο διαδίκτυο) η πραγματική κυρά Αντριάνα λεγόταν  du Mont-à-Leux, ήταν ιδιοκτήτρια ενός καφέ στο Mouscron (γαλλόφωνο Βέλγιο) και ο Μπρέλ της άλλαξε λίγο το όνομα για να διευκολύνει την ομοιοκαταληξία. Για τους ίδιους λόγους το ¨Οτέλ: Οι τρεις φασιανοί¨ έγιναν εδώ ¨Οτέλ Στάτους¨ και ο χορευτής βικάριος /πάστορας απόκτησε άλλη υπόσταση. Όσο για το ρεφρέν μπορεί να έχασε κάτι από την διαδοχική εξέλιξη των αστών(Plus ça devient vieux plus ça devient bête) , κέρδισε όμως κάτι σε οικολογική διάσταση ε;

Σημείωση: Τυχόν μικροδιαφορές ανάμεσα στην ηχητική ανάγνωση και το γραπτό κείμενο της απόδοσης

 σημαίνουν απλώς ότι η επεξεργσία (ψάξιμο καταλληλότερων λέξεων) συνεχίζεται.

Σας παραθέτω παρακάτω το κείμενο του τραγουδιού του Μπρελ και την απόδοση στα ελληνικά.

Αλλά πρώτα, σε ήχο:

1. Η αρχική ηχογράφηση των ¨Μπουρζουάδων¨

 

2. Μια ανάγνωση της απόδοσης

 

Les bourgeois

Le cœur bien au chaud
Les yeux dans la bière
Chez la grosse Adrienne de Montalant
Avec l’ami Jojo
Et avec l’ami Pierre
On allait boire nos vingt ans
Jojo se prenait pour Voltaire
Et Pierre pour Casanova
Et moi, moi qui étais le plus fier
Moi, moi je me prenais pour moi
Et quand vers minuit passaient les notaires
Qui sortaient de l’hôtel des “Trois Faisans”
On leur montrait notre cul et nos bonnes manières
En leur chantant

Les bourgeois c’est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient bête
Les bourgeois c’est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient c…

Le cœur bien au chaud
Les yeux dans la bière
Chez la grosse Adrienne de Montalant
Avec l’ami Jojo
Et avec l’ami Pierre
On allait brûler nos vingt ans
Voltaire dansait comme un vicaire
Et Casanova n’osait pas
Et moi, moi qui restait le plus fier
Moi j’étais presque aussi saoul que moi
Et quand vers minuit passaient les notaires
Qui sortaient de l’hôtel des “Trois Faisans”
On leur montrait notre cul et nos bonnes manières
En leur chantant

Les bourgeois c’est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient bête
Les bourgeois c’est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient c…

Le cœur au repos
Les yeux bien sur terre
Au bar de l’hôtel des “Trois Faisans”
Avec maître Jojo
Et avec maître Pierre
Entre notaires on passe le temps
Jojo parle de Voltaire
Et Pierre de Casanova
Et moi, moi qui suis resté le plus fier
Moi, moi je parle encore de moi
Et c’est en sortant vers minuit Monsieur le Commissaire
Que tous les soirs de chez la Montalant
De jeunes “peigne-culs” nous montrent leur derrière
En nous chantant

Les bourgeois c’est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient bête
Les bourgeois c’est comme les cochons
Plus ça devient vieux plus ça devient c…

 

Οι μπουρζουάδες

 

Με ζεστή καρδιά,

σε μια μπύρα μπροστά,

στης κυρά Άννας τη ταβέρνα.

Με το φίλο Γιώργο

και το φίλο Πέτρο.

Εβίβα τα είκοσί μας χρόνια!

 

Ο Γιώργος περνιόταν για Βολτέρος

κι ο Πέτρος ήταν ο Δον Ζουάν

κι εγώ, εγώ  απ’ όλους ο πιο ¨ωραίος¨,

εγώ ήμουν, ας πούμε κάτι σαν το παν!

 

Και σαν το βράδυ αργά,

οι δικηγόροι παγανιά

έβγαιναν από το Μπαρ του ¨Οτέλ Στάτους¨,

τους δείχναμε τον κώλο μας

και την καλή μας την καρδιά

κράζοντάς τους:

 

Οι μπουρζουάδες ,

όπως τα γουρούνια,

μπόχα, λέρα, βρώμα,

 λάσπη και σκουπίδια.

Οι μπουρζουάδες,

 όπως όλοι ξέρουν,

κατά βάθος άλλο

δεν είναι παρά αρ…

 

Στα ζεστά η καρδιά,

σε μια μπύρα μπροστά,

στης κυρά Άννας την ταβέρνα.

Με το φίλο Γιώργο

και το φίλο Πέτρο

Πού πήγαν [κάψαμε] τα είκοσί μας χρόνια;

 

ο Βολτέρος χόρευε σα πέος,

ντρεπότανε ο Δον Ζουάν

κι εγώ, εγώ που μένω πάντα ο πιο ωραίος,

φέσι είμαι κι ας νομίζω πως δεν ήπια καν!

 

Και σαν το βράδυ αργά,

οι δικηγόροι παγανιά

βγήκανε  από το Μπαρ του ¨Οτέλ Στάτους¨,

τους δείξαμε τον κώλο μας

και την καλή μας την καρδιά

κράζοντάς τους:

 

Οι μπουρζουάδες,

όπως τα γουρούνια,

μπόχα, λέρα, βρώμα,

λάσπη και σκουπίδια.

Οι μπουρζουάδες,

όπως όλοι ξέρουν,

κατά βάθος άλλο

δεν είναι παρά αρ…

 

Στη σύνταξη η καρδιά,

τα πόδια μας στη γη γερά,

εκεί στο μπαρ του Οτέλ Στάτους

Με τον μετρ Γιώργο

και τον μετρ Πέτρο

νομικούς πλέον  ανωτάτους!

 

Ο Γιώργος μιλάει για τον Βολτέρο

κι ο Πέτρος για τον Δον Ζουάν

κι εγώ, εγώ που κάνω πάντα τον ωραίο

μιλάω για μένα κι ας μη με κοιτάν!

 

κι όταν αργά το βράδυ,

περνάμε, αστυνόμε,

κοντά απ’ την ταβέρνα της κυρά Άννας

κάτι ξεβράκωτοι νεαροί,

εάν δεν απατώμαι,

τα οπίσθια μας δείχνουν,

κράζοντάς μας:

 

Οι μπουρζουάδες,

όπως τα γουρούνια,

μπόχα, λέρα, βρώμα,

λάσπη και σκουπίδια

οι μπουρζουάδες,

όπως όλοι ξέρουν

κατά βάθος άλλο,

δεν είναι παρά α…..

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Για όσους θα δώσουν εξετάσεις σε μαθήματά μου τον Σεπτέμβρη 2011

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 29 Ιουνίου, 2011

Ξέρω ότι τέτοιου είδους ανακοινώσεις κατακαλόκαιρο και ενώ γύρω μας γίνεται χαμός μπορεί να φανούν πλεοναστικές και άτοπες. Πάντως για λόγους διδακτικής συνέπειας πρέπει να σημειώσω ότι όσοι δώσουν το Σεπτέμβρη μαθήματά μου που απαιτούν την εκπόνηση εργασίας θα πρέπει να την καταθέσουν (στο θυρωρείο ή στη θυρίδα μου) έως την Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου (έτσι ώστε να προλάβω να τις διορθώσω έως την ημερομηνία των εξετάσεων που θα μας οριστεί). Το θέμα των ασκήσεων/εργασιών είναι εκείνο που ίσχυε την περίοδο που παρακολουθήσατε το μάθημα.

Κατά τα άλλα εύχομαι όσο καλύτερο καλοκαίρι γίνεται.

Δημοσιεύθηκε στο ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΜΑΘΗΜΑΤΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

Όταν ο Χάρι (Πότερ) συνάντησε τα λόμπυ…

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Ιουνίου, 2011

Όταν ο Χάρι (Πότερ) συνάντησε τα λόμπυ…

(ή …και οι Μάγκλ έχουν ψυχή) (1)

 

 «Η πρώτη αιρετική αρχή της κυβέρνησης του Τρίτου Κύματος είναι η αρχή της δύναμης της μειοψηφίας. Σύμφωνα μ’ αυτή, η αντίληψη πως η πλειοψηφία κυβερνά, βασική νομοθετική αρχή της περιόδου του Δευτέρου Κύματος, είναι πια ξεπερασμένη, Δεν είναι οι πλειοψηφίες εκείνες που έχουν σημασία αλλά οι μειοψηφίες. Και τα πολιτικά μας συστήματα πρέπει να αρχίσουν ν’ αντανακλούν αυτό το γεγονός».

Αλβιν Τόφφλερ (¨Το Τρίτο Κύμα¨, εκδ. Κάκτος 1982, σελ 490)

 

Κατ’ αρχήν να σας εκμυστηρευτώ ότι τον ήρωα της κας Ρόουλινγκ  τον διάβασα. Τις τέσσερεις πρώτες του περιπέτειες. (Ο γιος μου, ρεαλιστικότερος εμού, μάλλον όχι).

Για να αυτοαιτιολογηθώ δεν θα επικαλεστώ το επιστημονικό (επικοινωνιακό) ενδιαφέρον για την οργανωμένη προβολή και την εκπληκτική παγκόσμια διάδοση ενός ακόμη προϊόντος της πολιτισμικής βιομηχανίας. Απλά θα ομολογήσω ότι εμένα τα παραμύθια μ’ αρέσουν: ενεργοποιούν εκείνη τη θαυματουργή φαντασιακή ικανότητα που ενυπάρχει σε όλους μας και  που, όχι μόνο ξεπερνάει εγκαίρως την (έτσι κι αλλιώς προσωρινή) δικτατορία των νομοτελειών (πριν αργά ή γρήγορα αναιρεθούν από μόνες τους), όχι μόνο αναπληρώνει τις αναπόφευκτες απώλειες από τη φθείρουσα τριβή με την πραγματικότητα, αλλά και καταφέρνει να ζωντανεύει ανεπαίσθητες απουσίες και άλλα πράγματα φευγαλέα, απροσδιόριστα και πολύτιμα, όπως οι παιδικές αναμνήσεις.

Τα παραμύθια μ’ αρέσουν επίσης γιατί σπάνια είναι ανιαρώς μονοσήμαντα και αθώα με πληκτικό τρόπο. Αντίθετα, έτσι και τα σκαλίσεις λίγο, ανακαλύπτεις εναλλακτικές εκδοχές, καμιά φορά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες…

Κατανάλωσα λοιπόν μια ικανή δόση Χάρι Πότερ και μετά, έχοντας σχηματίσει μια πρώτη άποψη, παρακολούθησα τα πολλά και διάφορα που γράφτηκαν γι αυτόν.

Τα περισσότερα, εδώ που τα λέμε, δεν ήταν παρά ματσάκια από τον κλασικό μαϊντανό που συνοδεύει τις προωθητικές εκστρατείες όλων των βιομηχανικών πολιτισμικών προϊόντων: πώς οι απανταχού πιτσιρικάδες (και κάμποσοι μεγαλύτεροι) ξετρελάθηκαν, πώς κάποιοι θρησκευόμενοι αντέδρασαν συμβάλλοντας στον διαφημιστικό σαματά, πόσα λεφτά έβγαλε η συγγραφέας, πώς για μία ακόμη φορά επιβεβαιώνεται ότι σήμερα πλέον ό,τι πουλάει αυτοδικαιώνεται (και καλλιτεχνικά)… και δώσ’ του σωροί από νούμερα να τεκμηριώνουν πόσο εξαιρετική υπήρξε η επιτυχία της κας Ρόουλινγκ και του πνευματικού της τέκνου Χάρι Πότερ…

Παράλληλα γράφτηκαν και μερικές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις.

Όπως, λόγου χάρη, για κάτι που άφησε άναυδους τους μάνατζερ της καθοδηγούμενης κατανάλωσης: το γεγονός πώς το τελευταίο καιρό οι πιτσιρίκοι το ’χαν ρίξει αποκλειστικά στην κατανάλωση παραμυθιών και παιχνιδιών με εικόνες, δεν ήταν η μοιραία και αναπότρεπτη συνέπεια του ¨εικονικού¨ πολιτισμού των νέων μέσων, αλλά μάλλον οφειλόταν στο ότι τέτοια ήταν η προσφορά. Εικόνες τους έδιναν, εικόνες κατανάλωναν. Όταν υπήρξε και πάλι διαθέσιμο το κλασσικό περιπετειώδες γραπτό παραμύθι, οι μικροί το πρόσεξαν και το αγάπησαν πάλι.

Ή, ακόμη, η (σωστή) παρατήρηση ότι η εκστρατεία προώθησης ήταν πλανητικά διαρθρωμένη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με εκείνον που χρησιμοποιούν οι πολυεθνικές για οποιοδήποτε εμπόρευμα και όμοια, ας πούμε, με τις τραγουδιστικές εκστρατείες της Μαντόνα ή της Γκάγκα: δίπλα στην οικουμενική αλαφράδα της ποπ,  ιδού και το πρώτο παγκοσμιοποιητικά προωθούμενο παραμύθι. (Θυμηθείτε: ο Χάρυ προηγήθηκε του Μπραούν-ειου Κώδικα).

Αυτά ειπώθηκαν και ξαναειπώθηκαν σε κάθε νέα έκδοση των βιβλίων με τις περιπέτειες του νεαρού μάγου, προκειμένου να ενισχύσουν ή να εξηγήσουν την επιτυχία του.

Τι άλλο θα μπορούσε να προσθέσει κανείς;

Ίσως ένα πράγμα. Μια ακόμη μικρή συμπληρωματική ερμηνευτική υπόθεση…

Μήπως, άραγε, ο Χάρυ εντάσσεται σε ένα νέο είδος ήρωα (ή εν πάση περιπτώσει ένα είδος που είχαμε πάρα πολύ καιρό να δούμε) που δεν εκπροσωπεί τα κλασικά κοινωνικά σύνολά ή ομάδες (αδικημένες κοινωνικές τάξεις, ανερχόμενα ή καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα διαμορφούμενες εθνότητες), αλλά ταυτίζεται με μια νέα κατηγορία κοινωνικών μορφωμάτων, μειονοτικών και ισχυρών μαζί, που ταυτόχρονα ενδιαφέρονται να επηρεάσουν (να ¨σώσουν¨) το κοινωνικό σύνολο, με άλλα λόγια μ’ αυτά που το τελευταίο καιρό αρχίσαμε να αποκαλούμε «λόμπυ» ή οργανωμένες παραθεσμικές (ή και εξωθεσμικές) ομάδες πίεσης;

Σας θυμίζω εν συντομία τον βασικό μύθο.

Ο κόσμος μέσα στον οποίο ζει και δρα ο Χάρυ Πότερ είναι μανιχαϊκά μοιρασμένος στα δύο.

Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι πολλοί, η πλειονότητα (άπαντες πλην των μάγων): αποτελείται από τύπους αντιπαθητικούς, κοντόθωρους, άσχημους, βλάκες, ζηλιάρηδες, ανεπαρκείς γενικώς, σαδιστικών τάσεων, ανίκανους να αυτοδιοικηθούν (τυπικό δείγμα  οι Ντάρσλι, η οικογένεια που φιλοξενεί τον Πότερ πριν αρχίσει τις μαγικές του σπουδές). Υποτίθεται ότι δεν  κατέχουν από μαγεία, ίσως να έχουν λίγη επιστήμη, αλλά τίποτα δεν αποκλείει σε μια μελλοντική εξέλιξη η ιστορία να ξαναγραφτεί και να αποκαλυφτεί ότι και την επιστήμη την χρωστάνε στους μάγους! Στο βιβλίο η ανίκανη και καταδικαστέα αυτή πλειονότητα έχει όνομα (έτσι τουλάχιστον τους αποκαλούν περιφρονητικά οι μάγοι): είναι οι Μαγκλ! Οι Μάγκλ διέπονται από με μια βασική και αδικαιολόγητη (σχεδόν μεταφυσική) εμμονή: αντιπαθούνε τους μάγους!

Από την άλλη μεριά υπάρχουν οι μάγοι. Αυτοί φυσικά είναι λίγοι και εκλεκτοί. Ζουν σε ένα κόσμο παράλληλο και ημίκρυπτο, που ωστόσο τέμνεται με εκείνον της ¨κακής και ηλίθιας¨ πλειονότητας.

Οι μάγοι κρύβονται, γιατί οι Μαγκλ τους αντιπαθούν τόσο, που δεν τους επιτρέπουν να αναλάβουν τα ηνία της διακυβέρνησης (και να ¨σώζουν¨ όποτε κρίνουν ότι κάτι τέτοιο χρειάζεται τους φουκαράδες πλειονοτικούς Μαγκλ). Ωστόσο οι μάγοι είναι καλά οργανωμένοι, διαθέτουν παράλληλες μυστικές δομές εξουσίας, και όλα δείχνουν πως σκοπεύουν να σώσουν τους Μαγκλ, θέλουν δε θέλουν.

Στο κόσμο του Πότερ η δημοκρατία (το πολιτικό σύστημα που δίνει δίκιο στους περισσότερους) είναι μια ξεπερασμένη, ύποπτη ή και επικίνδυνη υπόθεση. Οι πλειοψηφούντες ζηλόφθονοι Μαγκλ δε χρειάζονται την δημοκρατία (κατά βάθος, ούτε καν την πολιτική): χρειάζονται εποπτεία.

Αντίθετα οι μάγοι διαθέτουν την πολυτέλεια της πολιτικής και, κατά συνέπεια, της εσωτερικής διαφωνίας. Πράγματι, είναι διαιρεμένοι σε δύο φράξιες. Με άξονα το επίμαχο θέμα των σχέσεων με τους Μαγκλ είναι χωρισμένοι στους Διαλλακτικούς και τους Φονταμενταλιστές. Οι πρώτοι θέλουν λίγο-πολύ καλές σχέσεις με τους βλάκες της πλειονότητας και φτάνουν στο σημείο να είναι ανεκτικοί ακόμη και σε περιπτώσεις μικτών γάμων, οι δεύτεροι είναι τόσο ρατσιστές που καταδικάζουν κάθε περίπτωση επιμιξίας με τους Μαγκλ ενώ αποστρέφονται (μετά βδελυγμίας) τους τυχόν ¨ημίαιμους¨.

Ο Πότερ ανήκει στην πρώτη φράξια, άλλωστε η κολλητή του, η Ερμιόνη, είναι μεν ταλαντούχος μαθητευόμενη μάγισσα, αλλά είναι και ημίαιμη. Οι εχθροί του Πότερ ανήκουν στους μάγους φονταμενταλιστές. Αυτοί είναι που υπάρχει κίνδυνος να πάρουν τον κόσμο στο λαιμό τους. Οι Μάγκλ (ούτε καλοί ούτε κακοί, αλλά πανηγυρικώς ανίκανοι), σε αυτό το παιχνίδι απλώς δεν παίζουν.

Εάν θα επέμενε κανείς να απαριθμήσει συνοπτικά τα παραπάνω ως υπαινισσόμενες αξίες, θα μπορούσε να σημειώσει ότι:

α. επιβεβαιώνεται η παλιά γνωστή (αντιδημοκρατική) ρήση ότι όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίσα. Εδώ όμως συμβαίνει και κάτι άλλο: ναι μεν τα μικρά  δάχτυλα περιγράφονται ως πολλά και ανίκανα, τα μεγάλα όμως δεν είναι πια κάποιες ηρωικές μονάδες που αντιπαραθέτουν την ατομική τους ιδιοφυία στην καταπίεση του πλήθους (όπως στην κλασική εκδοχή), αλλά ανήκουν σε μια οργανωμένη μειοψηφία. Έμμεση παρότρυνση προς τους μικρούς αναγνώστες: αν θέλετε να ξεφύγετε από την τυραννία της μαζικής κοινωνίας φροντίστε να ενταχθείτε σε μια προνομιούχα μειονότητα. Μην δυσπιστείτε, γιατί αυτή κατά βάθος μπορεί να είναι καλή και χρήσιμη. Αν δεν σας κάνουν εύκολα μέλος, αρκεστείτε να τα έχετε καλά μαζί της. Είναι οι προνομιούχες μειονότητες που κάνουν πλέον παιχνίδι.

β. Οι εν λόγω μειονότητες είναι αρκετά ισχυρές ώστε να μη χρειάζεται πλέον να αιτιολογούν την παρουσία, τη δράση και την εξουσία τους με ορθολογικό τρόπο. Το κενό καλύπτεται από μια υπερφυσική-μαγική εκδοχή περί καλού και κακού.

γ. Οι εν λόγω μειονότητες δεν είναι (όλες/ακόμη) αρκετά ισχυρές ώστε να μπορούν να απαιτούν προνόμια στα φανερά. Αν το έκαναν θα αντιμετώπιζαν ακόμη πιο έντονα τη δυσαρέσκεια που ήδη υφέρπει ανάμεσα στη μάζα/τέως λαό (Μαγκλ). Γι αυτό δικαιούνται (για την ώρα) να δρουν εν κρυπτώ.

Αυτό είναι το βασικό σκηνικό. Μέσα του πλέκονται οι επιμέρους μύθοι που έχουν απ’ όλα! Και δράκους, και τέρατα, και κακούς που είναι κακοί ως το κόκαλο και καλούς που είναι επιτήδειοι και ωραίοι. (Η Ρόουλινγκ δεν χρησιμοποιεί τις υποδείξεις της πολιτικής ορθότητας -που όλα τα δικαιολογεί / όλα τα εξωραΐζει- και αυτός είναι ίσως ένας από τους βασικούς λόγους της πλατιάς επιτυχίας του πονήματος).

Τα παραπάνω δεν είναι παρά μερικές παρατηρήσεις που ξεκινούν από μια μικρή συμπληρωματική υπόθεση και οδηγούν σε ένα είδος ¨ανάγνωσης¨. Όμως, όπως συμβαίνει με κάθε μήνυμα με ευρεία διάδοση και αποδοχή, είναι δυνατές και αρκετές άλλες διαφορετικές ¨αναγνώσεις¨.

Στην προφανέστερη έχουμε να κάνουμε με μία καλοδιαμορφωμένη φανταστική ιστορία με  πλοκή, περιπέτεια και  ανατροπές, στην οποία ¨παίζουν¨ αρκετές ευρέως αναγνωρισμένες αξίες, όπως η οικογένεια, η φιλία, η γενναιοφροσύνη απέναντι στους εχθρούς, η αλληλεγγύη (μεταξύ ομοίων) και άλλες.

Τι θα μείνει από τον Χάρυ Πότερ;

Είναι νωρίς για να αποφανθεί κανείς με σιγουριά. Ας μη ξεχνάμε ότι το κοινό έχει τους δικούς του μηχανισμούς αποδοχής και αφομοίωσης των όσων του προσφέρονται (μπουχτιστικά) από  τους μηχανισμούς της απόδρασης και της (έμμεσης) πειθούς.

Ο Μίκυ Μάους κυριάρχησε και παράμεινε στο συλλογικό ασυνείδητο, μάλλον ως ένα συμπαθητικό ποντίκι παρά ως ένας εθελοντής συνεργάτης των  απανταχού σερίφηδων.

Ο Σούπερμαν πήρε θέση στις παιδικές αναμνήσεις μάλλον σαν ένας ακόμη καλόβολος γίγαντας, παρά ως ο ιδανικός υπάλληλος αμερικανού εργοδότη, πρόθυμος να κάνει θελήματα χωρίς να ανακατεύεται σε οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει κοινωνικό ή πολιτικό περιεχόμενο.

Ακόμη και ο Ράμπο πλασαρίστηκε στις χώρες της Μέσης Ανατολής  απογυμνωμένος από όλες τις ψυχροπολεμικές και αντι-ισλαμικές του αποχρώσεις για να ¨πιάσει¨ και να πουλήσει ως παραμύθι ακόμη και εκεί.

Επιμύθιο: οι ήρωες (και οι σκοπιμότητες) αλλάζουν, η περιπέτεια μένει.

Και στο κάτω κάτω, όπως λέει και η (διαλλακτική) μάγισσα – καθηγήτρια κα Μακ Γκόναγκλ στο πρώτο βιβλίο της Ρόουλινγκ, ¨Ο Χάρυ Πότερ και η φιλοσοφική λίθος¨ (σελίδα 21): «ας μη ξεχνάμε πως οι Μαγκλ δεν είναι και εντελώς ηλίθιοι…»

——-

(1) Κείμενο που έγραψα πριν δυο-τρία χρόνια, όταν γινόταν και πάλι ντόρος με αφορμή την προώθηση κάποιας από τις ταινίες του διοπτροφόρου μάγου. Είχα μάλιστα την (ατυχήσασα) έμπνευση να το στείλω προς δημοσίευση σε μεγάλη αθηναϊκή εφημερίδα. Εκεί, κατ’ αρχήν άρεσε, μετά άρεσε λιγότερο και όταν πάρθηκε η -αρνητική- τελική απόφαση, το θέμα δεν ήταν πια στην επικαιρότητα και έτσι έμεινε στα αρχεία μου μέχρι σήμερα.Σήμερα Κυριακή ξεφυλλίζοντας την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία έπεσα πάνω στο νιοστό αφιέρωμα (προβολή νέας ταινίας του Χάρι) στον ήρωα της Ρόουλινγκ και θυμήθηκα ότι κάτι έχω γράψει σχετικά.


 

Δημοσιεύθηκε στο ΣΧΟΛΙΑ, ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Και τώρα η Φερνάνδα!

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 24 Ιουνίου, 2011

Μετά το νοσταλγικό/ρομαντικό Les passantes και το σαρκαστικό/αυτοειρωνικό Trompe la mort, λέω να κλείσω (προς το παρόν) τον κύκλο των (ερασιτεχνικών) αποπειρών απόδοσης τραγουδιών του Μπρασένς στα ελληνικά, με την περίφημη Fernande

H Fernande είναι ένα από τα χαρακτηριστικά ελευθερόστομα τραγούδια του Γάλλου συνθέτη – ποιητή, πολυμεταφρασμένο και πολυτραγουδισμένο. Για τις ελληνικές αποδόσεις/μεταφράσεις και τους σχετικούς προβληματισμούς σας παραπέμπω στο πολύ ενδιαφέρον ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου,  Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία  και συγκεκριμένα εδώ από όπου και δανείστηκα (διαδικτυακή αδεία, μα ούτως ή άλλως ευχαριστώ) και τη ¨ζωντανή¨ ηχογράφηση του τραγουδιού από τον Δημήτρη Μπόγδη.

Εδώ θα ήθελα να προσθέσω μόνο μια επί μέρους παρατήρηση:

Όπως ξέρουν όσοι ασχολούνται με θέματα επικοινωνίας, η αποτελεσματικότητα (εμβέλεια, διεισδυτικότητα, πειστικότητα) των μηνυμάτων (και εκείνων από αυτά που διεκδικούν καλλιτεχνική υπόσταση), δεν εξαρτάται μόνον από το περιεχόμενό τους (το οποίο είναι ως ένα σημείο σταθερό και δεδομένο στην αρχική του μορφολογική καταγραφή, αλλά αρχίζει ήδη να αλλοιώνεται με την πρώτη προσπάθεια μετάφρασης/απόδοσης που θα του τύχει), αλλά εξαρτάται και από μια σειρά άλλων (ρευστών) παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους σημαντικός είναι η ευαισθησία και ο τύπος προσληπτικότητας του εκάστοτε ακροατηρίου.

Έτσι η προσέγγιση/επέμβαση σε οποιοδήποτε μήνυμα (και οπωσδήποτε στο καλλιτεχνικό) δεν μπορεί να αποφύγει κάποιους προβληματισμούς ιστορικού/διαχρονικού χαρακτήρα.

Τα λέω αυτά γιατί θέλω να υπογραμμίσω ότι αλλιώς δρούσε, επηρέαζε, συγκινούσε η ελευθεροστομία (του Μπρασένς και πολλών άλλων καλλιτεχνών) στις δεκαετίες του 40, του 50, άντε και των αρχών του 60 και αλλιώς σήμερα.

Τότε, ο κατεστημένος καθωσπρεπισμός (αμήχανος, έκθετος, ένοχος  για την απραξία και τις αντιφάσεις του, τόσο κατά τη διάρκεια της πολεμικής σύγκρουσης, όσο και μετά), ήταν ένας πρόσφορος στόχος της απελευθερωμένης  γλώσσας των (νέων συνήθως) λογοτεχνών. Και αυτή η ¨επίθεση¨ απέδιδε απελευθερωμένες ανάσες.

Σήμερα, κατά τη γνώμη μου, το αντίστοιχο του τότε ¨καθωσπρεπισμού¨ αποτελείται από ένα υβριδικό κατασκεύασμα  όπου αναμειγνύονται η καθεστωτική ¨πολιτική ορθότητα¨ και μια ¨εντυπωσιακή¨ (αποβλέπουσα στον εντυπωσιασμό) μιντιακή βωμολοχία, συν ολίγη από υποτιθέμενη εξοικείωση με ό,τι έχει να κάνει με την εμπορευματική εκδοχή της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Αυτό το (μεταμοντέρνο) συνονθύλευμα δεν μπορεί να θιχτεί από τα χοντρά λόγια που στο παρελθόν λειτουργούσαν απελευθερωτικά.

Έχω την εντύπωση ότι ο σημερινός (μεταμοντέρνος και ¨πολιτικώς ορθός¨) καθωσπρεπισμός δυσανασχετεί (και βάλλεται) περισσότερο από τον διάχυτο ρομαντισμό και την ενδόμυχη ευγένεια του Μπρασένς παρά από τις (σήμερα: τζάμπα μαγκιά) τυχόν προκλητικές του λέξεις.

Εδώ παρακάτω σας έχω:

  1. Το κείμενο της ¨Φερνάνδας¨ στα γαλλικά
  2. την απόδοση που έφτιαξα προσπαθώντας κυρίως να χωράνε οι λέξεις στις νότες (χωρίς πολύ ζόρι, είπαμε)

και σε ήχο:

Τον Μπρασένς: Ανεπίσημη ηχογράφηση με παρέα 

Την ηχογράφηση του Δ. Μπόγδη που πήρα από τον Σαραντάκο 


Την ηχογράφηση της Κυρίας Σαρκοζί


Ακόμη μία με τον Μαξίμ λε Φορεστιέ

FERNANDE

Une mani’ de vieux garçon,

Moi. j’ai pris l’habitude

D’agrémenter ma solitude

Aux accents de cette chanson:

[Refrain]

Quand je pense à Fernande,

Je bande, je bande,

Quand j’ pense à Felici’,

Je bande aussi.

Quand je pense à Léonore,

Mon Dieu, je bande encore,

Mais quand pense à Lulu,

Là, je ne bande plus!

La bandaison, papa,

Ça n’ se commande pas.

C’est cette mâle ritournelle,

Cette antienne virile,

Qui retentit dans la guérite

De la vaillante sentinelle:

[Au refrain]

Afin de tromper son cafard,

De voir la vi’ moins terne,

Tout en veillant sur la lanterne

Chante ainsi le gardien de phar’:

[Au refrain]

Après la prière du soir,

Comme il est un peu triste,

Chante ainsi le séminariste

A genoux sur son reposoir:

[Au refrain]

A l’Étoile, où j’étais venu

Pour ranimer la flamme,

J’entendis, ému jusqu’aux larmes,

La voix du Soldat inconnu:

[Au refrain]

Et je vais mettre un point final

A ce chant salutaire,

En suggérant aux solitaires

D’en faire un hymne national:

Quand je pense à Fernande,

Je bande, je bande,

Quand j’ pense à Felici’,

Je bande aussi.

Quand je pense à Léonore,

Mon Dieu, je bande encore,

Mais quand pense à Lulu,

Là, je ne bande plus!

La bandaison, papa,

Ça n’ se commande pas.

Η Φερνάρδα  (Το ανασήκωμα)    

Κάθε φορά που μού ’ρχεται

βαριά μελαγχολία

τη μοναξιά μου ξεγελώ

κι αυτές τις στροφές τραγουδώ:

Σα σκέφτομαι τη Μένη

ετούτος σκληραίνει

κι η σκέψη μου αν πάει στην Λιλή

φουσκώνει πολύ

κι αν πάει τυχόν στην Ελένη

αυτός πιο πολύ ανεβαίνει

μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά

μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά

Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.

Και στης σκοπιάς τη μοναξιά

απ’ το κουβούκλιο μέσα

ο φανταράκος τραγουδά

αντρίκιες στροφές φωναχτά:

Αναπολώ την Νόνη

κι ετούτος τυλώνει

κι αν σκέπτομαι την Αθηνά

σκληραίνει ξανά

κι ο νους μου αν πάει στην Υβόνη

αυτός πιο πολύ μεγαλώνει

μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά

μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά

Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.

Κι ο φαροφύλακας, που λες,

εκεί πάνω στο φανάρι

ρεφάρει τους παλιούς καημούς

τραγουδώντας στους ωκεανούς:

Σα σκέφτομαι τη Εύη

φουσκώνει, θεριεύει

κι ο νους μου αν πάει στη Λιλή

σκληραίνει πολύ

κι αν φτάσει ως τη Μελπόμενη

αυτός πιο πολύ ανεβαίνει

μα αν πάει στη Γαρουφαλλιά

μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά

Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά

Μα κι ο υποψήφιος μοναχός

δε θα τα καταφέρει

αν του καρφώσει ο Εξ’ αποδώ

στο μυαλό το τροπάρι αυτό:

Ο νους μου σαν πάει στην Ρωξάνη

φαγούρα με πιάνει

και την Ευτέρπη αν σκεφτώ

με τέρπει κι αυτό

κι αν σκέπτομαι τον Ιορδάνη

αυτή η φαγούρα επαυξάνει

μα αν φτάσω στη Γαρουφαλλιά

η φαγούρα ξαφνικά σταματά   [δεν την αισθάνομαι πια}

Η έκσταση, αδελφοί, δεν είναι εφικτή.

Ακόμη και στον  Άγνωστο

σαν βρέθηκα Στρατιώτη

τον άκουσα σε μια στιγμή

να λέει με φωνή σιγανή:

Σα σκέφτομαι τη Μένη

φουσκώνει, σκληραίνει

κι η σκέψη μου αν πάει στην Νανά

τυλώνει ξανά

κι αν φτάσει τυχόν ως την Ζέτα

φουσκώνει δικέ μου αβέρτα

μα αν πάει στη Γαρουφαλιά

μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά

Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.

Και το τραγούδι μου αυτό

εδώ ολοκληρώνω

μια που ύμνους σκάρωσα εθνικούς

για εργένηδες μοναχικούς

Σα σκέφτομαι τη Μένη

ετούτος σκληραίνει

κι η σκέψη μου αν πάει στην Λιλή

φουσκώνει πολύ

κι αν πάει τυχόν στην Ελένη

αυτός πιο πολύ ανεβαίνει

μα αν πάει στη Γαρουφαλιά

μου μένει [αδελφέ] μια σταλιά

Το σήκωμα παιδιά δεν πάει παραγγελιά.

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , | 2 σχόλια »

Ξεγελώντας τον μπάρμπα-Χάρο

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 21 Ιουνίου, 2011

Είχα ένα θείο που τον έλεγαν Γιάκη.

Θόδωρο τον έλεγαν, αλλά όλοι εμείς οι κοντινοί κι οι συγγενείς τον φωνάζαμε Γιάκη.

Γιάκης Σταματόπουλος, αδελφός της μητέρας μου. Ήταν ο πιο εύστροφος και διασκεδαστικός άνθρωπος που γνώρισα ποτέ. Ήταν ωραίο να έχεις έναν τέτοιο θείο. Ιδιαιτέρα εκείνο τον παλιό καιρό που οι σχέσεις ανάμεσα στα παιδιά και τους ¨μεγάλους¨, κατά κανόνα, δεν ήταν και τόσο  φιλικές.

Τον θυμάμαι συχνά τον Γιάκη. Σήμερα τον θυμήθηκα ενώ σκάλιζα το βιογραφικό του Μπρασένς, μια που σκόπευα να ανεβάσω στο ιστολογοφόρο ακόμα ένα τραγούδι του τροβαδούρου. Στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, τον Μπρασένς, όπως και τον Γιάκη, τον είχαν στείλει στη Γερμανία, σε στρατόπεδο αναγκαστικής εργασίας.

Ο Γιάκης με πολύ πιο ζόρικες συνθήκες, μια που τον είχαν συλλάβει στην Αθήνα το Μάρτη του ’43 -παιδί γύρω στα είκοσι θα έπρεπε να ήταν τότε, στη διαδήλωση κατά της πολιτικής επιστράτευσης που επιχείρησαν οι Γερμανοί. Του είχαν βρει κι ένα πιστόλι πάνω του  και θα μπορούσε να του είχαν συμβεί και χειρότερα πράγματα. Έτσι τουλάχιστον υποθέτω ότι θα σκεφτόταν η γιαγιά μου η Μαριγώ, για να παρηγοριέται.

Ο Μπρασένς κατάφερε να γυρίσει στη Γαλλία και να μείνει κρυμμένος ωσπου να τελειώσει η σύγκρουση. Ο Γιάκης έμεινε ως το τέλος εκεί και τα κατάφερε να μείνει ζωντανός.

 Όχι μόνο. Γύρισε στο τέλος του πολέμου κουβαλώντας μαζί του δύο Γερμανίδες, μάνα και κόρη, που δε ξέρω πόσο τις είχε γοητεύσει, υποθέτω πολύ, που τον είχαν βοηθήσει και, τρομοκρατημένες όταν μπήκαν οι σύμμαχοι, θέλησαν να φύγουν από την ηττημένη χώρα.

Και όχι μόνο. Γύρισε έχοντας καταλάβει κάτι από το νόημα της ζωής. Κάτι ας πούμε, σαν την ικανότητα να ανιχνεύεις και να γεύεσαι τη  χαρά της ζωής της ίδιας.

 Είμαι σίγουρος πως εάν ο Μπρασένς είχε γνωρίσει το Γιάκη θα είχε γράψει κι ένα τραγούδι γι αυτόν.

Το τραγούδι που ακολουθεί τιτλοφορείται Trompe la morte, κάτι σαν ¨Ο Χαρομαχητής¨ και δεν έχει άμεση σχέση με τους συνειρμούς που παρατίθενται παραπάνω. Η απόπειρα απόδοσης των στίχων στα ελληνικά είναι απολύτως ερασιτεχνική, την έκανα με τη βοήθεια διαδικτυακών λεξικών και με κύρια φροντίδα να μπορεί να ταιριάξει (χωρίς πολύ ζόρι) με τη μουσική.

Ακολουθούν:

Σε κείμενο:

1. Οι στίχοι του Μπρασένς στα γαλλικά

2. Η προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά  

Σε ήχο:

1. Ο ίδιος ο τροβαδούρος (Συμπεριλαμβάνεται στο τελευταίο άλμπουμ του Μπρασένς, που κυκλοφόρησε το 1976)

2. Μια ανάγνωση της απόδοσης που σκάρωσα

3. Μία πιο πρόσφατη εκτέλεση από τις πολλές που οι φίλοι του Μπρασένς ανεβάζουν στο διαδίκτυο (Gustave Nadaud)


 

TROMPE LA MORT

Avec cette neige à foison
Qui coiffe, coiffe ma toison
On peut me croire à vue de nez
Blanchi sous le harnais
Eh bien, Mesdames et Messieurs
C’est rien que de la poudre aux yeux
C’est rien que de la comédie
Que de la parodie

C’est pour tenter de couper court
A l’avance du temps qui court
De persuader ce vieux goujat
Que tout le mal est fait déjà
Mais dessous la perruque j’ai
Mes vrais cheveux couleur de jais
C’est pas demain la veille, bon Dieu
De mes adieux

Et si j’ai l’air moins guilleret
Moins solide sur mes jarrets
Si je chemine avec lenteur
D’un train de sénateur
N’allez pas dire “Il est perclus”
N’allez pas dire “Il n’en peut plus”
C’est rien que de la comédie
Que de la parodie

Histoire d’endormir le temps
Calculateur impénitent
De tout brouiller, tout embrouiller
Dans le fatidique sablier
En fait, à l’envers du décor
Comme à vingt ans, je trotte encore
C’est pas demain la veille, bon Dieu
De mes adieux

Et si mon coeur bat moins souvent
Et moins vite qu’auparavant
Si je chasse avec moins de zèle
Les gentes demoiselles
Pensez pas que je sois blasé
De leurs caresses, leurs baisers
C’est rien que de la comédie
Que de la parodie

Pour convaincre le temps berné
Qu’mes fêtes galantes sont terminées
Que je me retire en coulisse
Que je n’entrerai plus en lice
Mais je reste un sacré gaillard
Toujours actif, toujours paillard
C’est pas demain la veille, bon Dieu
De mes adieux

Et si jamais au cimetière
Un de ces quatre, on porte en terre
Me ressemblant à s’y tromper
Un genre de macchabée
N’allez pas noyer le souffleur
En lâchant la bonde à vos pleurs
Ce sera rien que comédie
Rien que fausse sortie

Et puis, coup de théâtre, quand
Le temps aura levé le camp
Estimant que la farce est jouée
Moi tout heureux, tout enjoué
J’m'exhumerai du caveau
Pour saluer sous les bravos
C’est pas demain la veille, bon Dieu
De mes adieux

  

ΞΕΓΕΛΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΧΑΡΟ

(Ο Χαρομαχητής)

Με τις νιφάδες του χιονιά

να  μου σκεπάζουν τα μαλλιά

μπορεί να μοιάζω στην αρχή

χωρίς πυγμή, χωρίς ορμή. [Χωρίς πυγμή κι ορμή]

Κι όμως, κυρίες, κύριοι,

πρόκειται για παραλλαγή.

Θέατρο είναι, κωμωδία

Μόνο μια παρωδία

Για να μην τα πολυλογώ,

μου  λεν’ πως πρέπει να πειστώ,

εγώ, το γέρικο κωθώνι,

το μέλλον πια να μη μ’ αγχώνει.

 Μα στην περούκα μου αποκάτω

μαλλί έχω μαύρο κορακάτο

Μα το Θεό, δεν θα ’ναι εδώ

που τα παρατώ!

Τι  κι αν δεν είμαι ζωηρός

και στα κανιά μου σταθερός

τι κι αν κινούμαι πιο αργά

κι απ’ Άγιο σε περιφορά,

μη πείτε ¨έμεινε ξερός¨

μη πείτε ¨τέλειωσε αυτός¨

Θέατρο θα είναι, κωμωδία

Μόνο μια παρωδία.

Τον Χρόνο θα τον  ξεγελώ

τον λογιστή, τον πονηρό,

που ανακατεύει και θολώνει,

π’ ούτε κι η Μοίρα τού γλυτώνει.

Θα του αποδείξω πως τον αντέχω.

Σαν εικοσάρης θα τον τρέχω.

Μα το Θεό, δεν θα ’ναι εδώ

που τα παρατώ!

Κι αν πια η καρδιά μου δε χτυπά

το ίδιο συχνά και δυνατά,

τι κι αν τις νιες δεν κυνηγώ

σαν τον παλιό καιρό.

Μη πείτε πως αδιαφορώ,

φιλιά και χάδια πως ξεχνώ.

Θέατρο θα είναι, κωμωδία

Μόνο μια παρωδία

Κι αν ο προδότης ο Καιρός

κρίνει πως τέλειωσε ο Χορός,

πως πρέπει πια ν’ αποσυρθώ

τον έρωτα να απαρνηθώ,

εγώ θα μείνω ζωντανός,

ασίκης, μάγκας, τολμηρός.

Μα το Θεό, δεν θα ’ναι εδώ

που τα παρατώ!

Κι αν κάποτε στα μνήματα

μια νεκροφόρα κουβαλά

κάποιον με μένανε φτυστό,

πείτε, δεν είμαι εγώ.

Μη σας κοπεί η αναπνοή,

μη σας ξεφύγει μια κραυγή…

Θέατρο θα είναι, κωμωδία.

Μόνο μια παρωδία.

Κι όταν ο Χρόνος βαρεθεί

κι η φάρσα ολοκληρωθεί,

ιδού η μεγάλη Ανατροπή:

Εγώ με όψη ευτυχή

από τη γη θα ξεθαφτώ

και σ’ όλους θα υποκλιθώ!

Μα το Θεό, δεν θα ’ναι εδώ

που τα παρατώ.

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Γιατί θα κατεβώ αύριο στην πλατεία Αριστοτέλους

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 8 Ιουνίου, 2011

Τον Μίκη Θεοδωράκη
τον γνώρισα μέσα από την μουσική του. Ήμουν έφηβος και ρίγησα συνεπαρμένος ακούγοντάς την να πλαισιώνει τους ποιητές του τόπου. Ένοιωθα ότι αυτή η μουσική με ένωνε με ό, τι ευγενέστερο είχε η γενιά μου και με ό, τι καλύτερο είχα να αντλήσω από τους παλιότερους.
Τον τραγούδησα, μαζί με χιλιάδες κόσμο, στις διαδηλώσεις ενάντια στην αποστασία, και, χαμηλόφωνα, μαζί με τους φίλους μου, πρόθυμους να φάνε ξύλο για αυτή την αποκοτιά πριν και κατά τη διάρκεια της χούντας.
Τον γνώρισα προσωπικά στην Φλωρεντία στα χρόνια της δικτατορίας.
Τον μετέφρασα κιόλας στα ιταλικά, σε μια από τις ομιλίες του για την Δημοκρατία στην Ελλάδα, στο Πράτο της Τοσκάνης
Τον έβρισα πατόκορφα όταν ενεπλάκη στο βρόμικο ’89 (έναρξη -μεταξύ άλλων- της νεότερης εκδοχής της τηλεκρατίας στην Ελλάδα),
Τον άκουσα με ενδιαφέρον και σεβασμό να αγγίζει και πάλι, τον τελευταίο καιρό, τις χορδές της ελληνικής ευαισθησίας (που παρ’ όλα ταύτα υπάρχει).
Τα παραπάνω θεωρώ ότι αρκούν για να αιτιολογήσουν γιατί αύριο θα κατεβώ στην Αριστοτέλους.
Κι αν δεν αρκούν, προσθέτω ότι κατεβαίνω για να αντλήσω ελπίδες όχι μόνο από τον Μίκη, αλλά κύρια από τον απλό κόσμο που θα είναι εκεί.

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ | Με ετικέτα: , , , , | 1 σχόλιο »

Νοσταλγικό Ιντερμέτζο: Οι στίχοι ενός τραγουδιού

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 5 Ιουνίου, 2011

Το τραγούδι έχει τίτλο Les passantes, το έχει μελοποιήσει ο Ζόρζ Μπρασένς, και οι περισσότεροι, ακόμη και η φίλη μου η Μισέλ, νομίζουν ότι και οι στίχοι είναι δικοί του. Πράγματι ο Μπρασένς έχει γράψει τους στίχους στα περισσότερα τραγούδια του. Σε αυτό όμως όχι. Αυτό το ποίημα το βρήκε το  1942 σε ένα βιβλιαράκι στον πάγκο ενός παλαιοβιβλιοπώλη, στο «ψειροπάζαρο» (που λένε οι Γάλλοι -και οι Ιταλοί) της Πορτ ντε Βανβ. Θα του αρέσει, θα μελοποιήσει σιγά σιγά τις επτά από τις εννέα στροφές, και δεν θα το τραγουδήσει δημόσια παρά πολλά χρόνια μετά. Ήταν γραμμένο από τον άγνωστο τότε ερασιτέχνη ποιητή Αντουάν Πολ.

Εδώ παρακάτω σας έχω:

 1. Γραπτά:

α) Το κείμενο των εννέα αρχικών στροφών του Αντουάν Πολ,

β) Το κείμενο όπως το απέδωσε στα Ιταλικά ο Φαμπρίτσιο,

γ) Την απόδοση στα ελληνικά που σκάρωσα αυτές τις μέρες,

δ) Το ομώνυμο ποίημα του Κώστα Ουράνη, προφανώς εμπνευσμένο από τους στίχους του Πολ.

και

2. Σε ήχο:

α) Το τραγούδι ¨Οι Περαστικές¨ του Μπρασένς (πρώτη εκτέλεση το 1972),

β) Το ίδιο στην εκτέλεση του Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, στο άλμπουμ ¨Καντσόνι¨ του 1974,

γ) Την ανάγνωση της προσπάθειας να το αποδώσω στα ελληνικά


… και λίγος ρομαντισμός σε μεταλλικές αποχρώσεις


 

Les passantes

(το ποίημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή  Emotions poétiques το1918. Οι στροφές που δεν περιλαμβάνονται στη μελοποίηση του Brassens είναι η 4η και η 6η)

 Je veux dédier ce poème
A toutes les femmes qu’on aime
Pendant quelques instants secrets
A celles qu’on connaît à peine
Qu’un destin différent entraîne
Et qu’on ne retrouve jamais

A celle qu’on voit apparaître
Une seconde à sa fenêtre
Et qui, preste, s’évanouit
Mais dont la svelte silhouette
Est si gracieuse et fluette
Qu’on en demeure épanoui

A la compagne de voyage
Dont les yeux, charmant paysage
Font paraître court le chemin
Qu’on est seul, peut-être, à comprendre
Et qu’on laisse pourtant descendre
Sans avoir effleuré sa main

A la fine et souple valseuse
Qui vous sembla triste et nerveuse
Par une nuit de carnaval
Qui voulut rester inconnue
Et qui n’est jamais revenue
Tournoyer dans un autre bal

A celles qui sont déjà prises
Et qui, vivant des heures grises
Près d’un être trop différent
Vous ont, inutile folie,
Laissé voir la mélancolie
D’un avenir désespérant

A ces timides amoureuses
Qui restèrent silencieuses
Et portent encor votre deuil
A celles qui s’en sont allées
Loin de vous, tristes esseulées
Victimes d’un stupide orgueil.

Chères images aperçues
Espérances d’un jour déçues
Vous serez dans l’oubli demain
Pour peu que le bonheur survienne
Il est rare qu’on se souvienne
Des épisodes du chemin

Mais si l’on a manqué sa vie
On songe avec un peu d’envie
A tous ces bonheurs entrevus
Aux baisers qu’on n’osa pas prendre
Aux coeurs qui doivent vous attendre
Aux yeux qu’on n’a jamais revus

Alors, aux soirs de lassitude
Tout en peuplant sa solitude
Des fantômes du souvenir
On pleure les lèvres absentes
De toutes ces belles passantes
Que l’on n’a pas su retenir

Le passanti

(Η απόδοση του Fabrizio de Andre)

Io dedico questa canzone
ad ogni donna pensata come amore
in un attimo di libertà
a quella conosciuta appena
non c’era tempo e valeva la pena
di perderci un secolo in più.

A quella quasi da immaginare
tanto di fretta l’hai vista passare
dal balcone a un segreto più in là
e ti piace ricordarne il sorriso
che non ti ha fatto e che tu le hai deciso
in un vuoto di felicità.

Alla compagna di viaggio
i suoi occhi il più bel paesaggio
fan sembrare più corto il cammino
e magari sei l’unico a capirla
e la fai scendere senza seguirla
senza averle sfiorato la mano.

A quelle che sono già prese
e che vivendo delle ore deluse
con un uomo ormai troppo cambiato
ti hanno lasciato, inutile pazzia,
vedere il fondo della malinconia
di un avvenire disperato.

Immagini care per qualche istante
sarete presto una folla distante
scavalcate da un ricordo più vicino
per poco che la felicità ritorni
è molto raro che ci si ricordi
degli episodi del cammino.

Ma se la vita smette di aiutarti
è più difficile dimenticarti
di quelle felicità intraviste
dei baci che non si è osato dare
delle occasioni lasciate ad aspettare
degli occhi mai più rivisti.

Allora nei momenti di solitudine
quando il rimpianto diventa abitudine,
una maniera di viversi insieme,
si piangono le labbra assenti
di tutte le belle passanti
che non siamo riusciti a trattenere.

Οι περαστικές

(Το κείμενο της  απόδοσης των ¨περαστικών¨   που σας διαβάζω παραπάνω)

Αφιερώνω αυτό το τραγούδι

στις γυναίκες που αγαπήσαμε όλοι

έστω κάποια στιγμή, στα κρυφά,

στη ζωή μας μια σπίθα που ανάψαν

που στη μνήμη κάτι άσβηστο γράψαν

και που δεν τις ξανάδαμε πια.

Σε εκείνη, των ονείρων ουσία

στο μπαλκόνι της αιθέρια οπτασία

 αχνή εικόνα – που φεύγει μακριά,

μένει μόνο το χαμόγελό της

μες της θύμησης τα απωθημένα

που, αλίμονο, δεν ήταν για σένα

Σε εκείνη, συντροφιά στο ταξίδι

που η ματιά της σαν θείο τοπίο

πιο κοντά φέρνει τα ξένα τα μέρη

που την νοιώθεις… κι η ζωή είναι λίγη…

κι όμως, θα την αφήσεις να φύγει

δίχως καν να της πιάσεις το χέρι

Και σ’ εκείνη που μαζί σου χορεύει

ενώ σφύζει το τρελό καρναβάλι

που σου φάνηκε λίγο θλιμμένη

και τη μάσκα δεν θέλει να βγάλει

και ποτέ δε θα ξαναγυρίσει

να χορέψει μαζί σου και πάλι

Σε εκείνες, που έχεις πια χάσει

και που άδειες περνούνε τις ώρες

πλάι σε κάποιον που ’χει πλέον αλλάξει

και σ’ αφήνουν -τι πικρή ειρωνεία-

να διακρίνεις τη μελαγχολία

των στιγμών που δεν είχες αδράξει

Και στις ντροπαλές εκείνες

σιωπηλές, ίσως ερωτευμένες

που για σένα μπορεί να πονέσαν

αλλά ’φύγαν στο τέλος μακριά,

ίσως μόνο για ένα γινάτι

και που δεν ξαναφάνηκαν πια.

Φευγαλέες γλυκές αναμνήσεις

που σε λίγο στο πλάι θα αφήσω

να μην γίνουν στο ¨τώρα¨ εμπόδια

την χαρά κι αν μου φέρανε πίσω

είναι δύσκολο πια να αναστήσω

περασμένης ζωής επεισόδια.

Όμως αν στη ζωή σου αστοχήσεις

με περισσή γυρνάς επιθυμία

στην παλιά φευγαλέα ευτυχία,

στα φιλιά που δεν είχες κουράγιο να δώσεις

-της χαράς λιγοστές ευκαιρίες-

και στα μάτια που δεν ξαναείδες

Κι έτσι στης μοναξιάς τα βράδια

μέσα απ’ της λησμονιάς τα πηγάδια

θα ειν’ φαντάσματα, σκιές,  αναμνήσεις

που θα ζωντανεύουν σα να ’τανε χτες

κι όλες οι όμορφες περαστικές

που δεν κατάφερες κοντά σου να κρατήσεις

Κώστας Ουράνης: Περαστικές

 (Από τη συλλογή Νοσταλγίες -1920)

 Γυναίκες που σας είδα σ’ ένα τραίνο
τη στιγμή που κινούσε γι άλλα μέρη’
γυναίκες που σας είδα σ’ άλλου χέρι
με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο’
γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε
στο κενό μ’ ένα βλέμμα ξεχασμένο,
ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο
μ’ ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε:
να ξέρατε με πόση νοσταλγία,
στα δειλινά τα βροχερά και κρύα,
σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου,
γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα
απ’ τη ζωή μου μέσα -και που τώρα
κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Ένα σημείωμα στον ¨Αγγελιοφόρο¨

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 3 Ιουνίου, 2011

Μου ζήτησαν, από την εφημερίδα ¨Αγγελιοφόρος¨, ένα σημείωμα για τους νέους στις πλατείες. Τους έστειλα πριν λίγο τις παρακάτω αράδες.

Οι νέοι στις πλατείες

Δεν έχω το χώρο (μου ζητήθηκαν πάνω κάτω διακόσιες λέξεις) ούτε, αυτήν τη στιγμή, το κέφι να αναλύσω επιστημονικά το θέμα, έστω κι αν οι αναλύσεις πάνω στις κοινωνικές τάσεις και συμπεριφορές είναι κομμάτι της δουλειάς μου.

Για αυτό, αν και ξέρω ότι οι αυθόρμητες διατυπώσεις προσφέρονται σε παρερμηνείες, παρανοήσεις, διαστρεβλώσεις και παρεξηγήσεις θα πάρω το ρίσκο:

Εγώ για τα παιδιά στις πλατείες αισθάνομαι θαυμασμό, μαζί με μια ιδέα ζήλια και μαζί με μια παρέα ολόκληρη από εγνωσμένους φόβους.

Τους θαυμάζω και λίγο τους ζηλεύω. Όχι γιατί ανήκουν σε μια γενιά που θα ’χει την τύχη να λέει αργότερα ήμουν κι εγώ εκεί, όχι γιατί ζουν την ανάσα και το ρίγος της συλλογικότητας που ανασταίνει την Ιστορία, όχι γιατί έδωσαν φωνή στις πλατείες -και δεν μιλάνε συχνά οι πλατείες με την γλώσσα των πολλών, αλλά ακριβώς για αυτήν την καινούργια γλώσσα που χρησιμοποιούν, μήτε ξύλινη, μήτε καρφωμένη, μήτε μελοδραματική, αλλά  γεμάτη με ζωογόνο χιούμορ. Τους ζηλεύω γιατί η γλώσσα τους μαρτυρά μια γενιά χωρίς τα δικά μας συμπλέγματα, και έτσι, ίσως, τεκμηριώνουν την ελπίδα ότι δε θα επαναλάβουν τα δικά μας λάθη.

Και παράλληλα είμαι δάσκαλος και πατέρας και φοβάμαι. Τους προβοκάτορες, τους βαλτούς, τους διαστρεβλωτές των καλών προθέσεων, τους μίζερους κομπλεξικούς κακομοίρηδες, που δεν συμμετέχουν στη μέθεξη,

καθώς και τους φανατικούς  ¨ανεμόμυλους¨ ίδιους  με εκείνους της γενιάς μου, για τους οποίους έγραψε ο Αναγνωστάκης:

 «Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας ¨δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό¨».

Και τούτη η γενιά θα κάνει λάθη. Είναι ανθρώπινο, αναπόφευκτο, κατανοητό. Ας μη κάνει μόνο τα ίδια, τα δικά μας.  

 Βασίλης Νόττας

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΣΧΟΛΙΑ | 1 σχόλιο »

Εξετάσεις Ιουνίου ’11(μαθήματα που διδάχθηκαν σε παλαιότερα εξάμηνα)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 1 Ιουνίου, 2011

Οι (προφορικές) εξετάσεις στα μαθήματα “Κοινωνιολογία της Μαζικής Επικοινωνίας” και “Ραδιόφωνο: Γλώσσα και Κοινωνική Διάσταση” σε όσους (λίγους) δικαιούνται να τα δώσουν αυτή την περίοδο (και έχουν κάνει τη σχετική δήλωση στην γραμματεία) θα γίνουν την Τρίτη 21 Ιουνίου στις 10:30 στο γραφείο μου (4ος όροφος). Λήξη προθεσμίας παράδοσης των σχετικών ασκήσεων (με το ίδιο θέμα που είχατε όταν παρακολουθήσατε το μάθημα) ή εργασιών, την Παρασκευή 10 Ιουνίου στην θυρίδα μου ή στο θυρωρείο. Καλό διάβασμα.

Δημοσιεύθηκε στο Uncategorized | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

Φωτιά αν ήμουν θα ’καιγα τον Κόσμο (αγανακτισμένο δύο)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 28 Μαΐου, 2011

Ο Cecco Angiolieri υπήρξε ένας ενδιαφέρων τύπος, ποιητής και ιππότης, που έζησε στην Τοσκάνη (Σιένα, από το 1260 ως περίπου το 1312) την ίδια πάνω κάτω εποχή με τον Δάντη. Το σονέτο του ¨Αν ήμουν φωτιά¨ τραγουδάει εδώ ο Fabrizio de Andre. Έκανα μια πρώτη προσπάθεια απόδοσης του κειμένου στα ελληνικά, αλλά για καλό και για κακό σας παραθέτω και το πρωτότυπο. Σε ήχο: 

α) το τραγούδι του Φαμπρίτσιο,

 β) μια σπάνια απαγγελία από τον Βιτόριο Γκάσμαν και

γ) μία ανάγνωση στα ελληνικά.

S’i fosse fuoco

S’i fosse fuoco, arderei ‘l mondo;
s’i fosse vento, lo tempestarei;
s’i fosse acqua, i’ l’annegherei;
s’i fosse Dio, mandereil’ en profondo;

s’i fosse papa, allor serei giocondo,
ché tutti cristiani imbrigarei;
s’i fosse ‘mperator, ben lo farei;
a tutti tagliarei lo capo a tondo.

S’i fosse morte, andarei a mi’ padre;
s’i fosse vita, non starei con lui;
similemente faria da mi’ madre.
Si fosse Cecco com’i’ sono e fui,
torrei le donne giovani e leggiadre:
le zoppe e vecchie lasserei altrui.

Φωτιά αν ήμουν

Φωτιά αν ήμουν, θα ’καιγα την Πλάση,
νερό αν ήμουν θα ’πνιγα τη Γη
κι αν ήμουν άνεμος με ίδια οργή,
Θεούς κι ανθρώπους θα ’στελνα στη Χάση

Αν ήμουν Πάπας, τότε θα ’χα κέφια
και θα κορόιδευα όλους τους πιστούς
και βασιλιάς αν ήμουνα αδέλφια
κεφάλια θα ’χα κόψει σε αρκετούς.

Χαμός αν ήμουν, πρώτα τον πατέρα
θα είχα πάει να επισκεφτώ,
το ίδιο θα ’κανα και στη μητέρα
που με ξεφούρνισε στον κόσμο αυτό.

Αλλά αφού ’μαι αυτός (κι αυτός θα μείνω)
τις νιες και όμορφες μονάχα κυνηγώ
και γριές και άσχημες στους άλλους τις αφήνω.

Δημοσιεύθηκε στο ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , , | Αφήστε Σχόλιο »

ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟ

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 26 Μαΐου, 2011

 

Το άκουσα στο δρόμο, το έψαξα στο διαδίκτυο, το βρήκα στο ¨Κουρδιστό Πορτοκάλι¨ (από όπου και η εικονογράφηση)

Παλιότερο ποίημα του Νίκου Καλογερόπουλου γραμμένο και μελοποιημένο για την ταινία του ¨Οι ιππείς της Πύλου¨

Τραγουδάει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.

 

Άκου ρε γιε της καλογριάς,
ο φίλος σου είμαι ο Πανουργιάς
και το δεξί σου χέρι
κι εκείνος που καλύτερα
απ’ ολουνούς σε ξέρει.

Λένε πως παίζεις με χανουμάκια,
με τουρκοπούλες και καλογριές
και σ’ αραδιάζουνε βρισιές.
Πως μπαινοβγαίνεις στους μαχαλάδες,
με ντερβησάδες στήνεις χορό
και με ρωτάν και τι να πω;
Λένε πως έχεις αλισβερίσι,
μ’ Αλή Πασάδες κάνεις χωριό
και σε ρωτάω τι να τους πω.

Πες τους ρε φίλε Πανουργιά,
(ορέ) έχω εις στον πούτσον μου βιολιά,
έχω και τουμπερλέκια
κι όπως γουστάρω τα βαρώ
και σπάω τα ζεμπερέκια.
Όταν γυρίσω θα τους γαμήσω
και αν αργήσω δώσ’ τους κι αυτό,
είναι τ’ αρχίδια μου τα δυο.
Όπως στα λέω να τους τα γράψεις,
όπως στα λέω να τους τα πεις,
Καραϊσκάκης σεβνταλής,
Καραϊσκάκης μπεσαλής.

Καραϊσκάκης γεια χαρά,
γεια σου ρε γέρο του Μοριά
και γεια που σ’ αγαπάνε.
Γεια τους που δε λυγίζουνε
και που δεν προσκυνάνε.

Λένε για μένα τα καρακόλια,
άκου τι λένε να μη γαμεί,
μίλα κι εσύ ρε Θοδωρή.
Όπως τα λέμε να τους τα γράψεις,
όπως τα λέμε να τους τα πεις,
Καραϊσκάκης, Θοδωρής.
Όπως τα λέμε να τους τα γράψεις,
όπως τα λέμε να τους τα πεις,
Κολοκοτρώνης και Γιωργής,
Καραϊσκάκης, Θοδωρής.

Γεια σου ρε Ανδρούτσο, γεια χαρά,
γεια σας παιδιά μου αητόπουλα,
που ‘χετε αητό πατέρα
κι όποιος δε με κατάλαβε,
τότε ας μας κάνει αέρα.
Όπως τα λέμε να τους τα γράψεις,
όπως τα λέμε να τους τα πεις,
Ανδρούτσος, Γιώργης, Θοδωρής.
Έτσι μου είπαν να σας τα γράψω,
έτσι μου είπαν λόγω τιμής,
Ανδρούτσος, Γιώργης, Θοδωρής.

Έτσι μου είπαν να σας τα γράψω,
έτσι μου είπαν λόγω τιμής,
μαζί τους είμαστε κι εμείς
μαζί σας είμαστε κι εμείς

http://kourdistoportocali.com/

Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , , , | Αφήστε Σχόλιο »

Δοκιμαστικό ένα

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 25 Μαΐου, 2011

(Βόλτα στο Ιστολογοφόρο με μουσική του Μάουρο Τζουλιάνι)

Δημοσιεύθηκε στο ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΣΤΙΧΟΙ | Με ετικέτα: , | Αφήστε Σχόλιο »

Το διαδίκτυο κι εγώ (επετειακό)

Αναρτήθηκε από τον/την vnottas στο 24 Μαΐου, 2011

Είπα λοιπόν πριν τέσσερα χρόνια: Αυτό μοιάζει να είναι καλό πράγμα. Αυτό μοιάζει να αξίζει τον κόπο, ή, τέλος πάντων, ας το δοκιμάσουμε και θα δείξει…

Τον καιρό εκείνο είχα πρόσφατα αποκτήσει πρόσβαση στο διαδίκτυο, είχα κάνει τις πρώτες βόλτες στα ιστολόγια και είχα κοντοσταθεί στην ιδέα να σκαρώσω ένα προσωπικό σκαρί για διαδικτυακές πλεύσεις.

Πριν τέσσερα χρόνια ο άλλος μου εαυτός, ο δύσπιστος, είχε κάποιες επιφυλάξεις (μερικές τις έχει ακόμη).

 Μου λέει λοιπόν ο τύπος: Τι τα θέλουμε τώρα αυτά; Εμείς ανήκουμε σε μια γενιά που γνώρισε ως και την Αυτού Μελανότητα τον Κονδυλοφόρο! Τον θυμάσαι; Μακρόστενος, ενίοτε έγχρωμος, στη μία άκρη αιχμηρός να θυμίζει στιλέτο, στην άλλη με ειδική εσοχή για την πένα. Διορθώνω: τις πένες. Η μία στενή και σκληρή, για το κοινό καθημερινό γράψιμο και η άλλη φαρδύτερη και μαλακή με εγκοπή στη μύτη, μπορούσε να ρυθμίσει τη ροή της μελάνης ανάλογα με την πίεση και προσφερόταν για καλλιγραφικές προσπάθειες. [Καλλιγραφία! Βασικό μάθημα στο δημοτικό! (κονδυλοφόρος, μελάνι, μελανοδοχείο, στυπόχαρτο, στάξιμο, μουτζούρα, κηλίδες μπλέ και μαύρες στα δάχτυλα, συνταγές της θείας πως να τις βγάλεις από τα ρούχα)].

Τον καταλαβαίνω τον Άλλο. Άμα έχεις ξεκινήσει τις ¨γραφικές¨ σου προσπάθειες με τον ένδοξο κονδηλοφόρο, και έχεις κατά καιρούς παιδευτεί με στυλό, με χειροκίνητες και ηλεκτρικές γραφομηχανές, με καρμπόν, με ατίθασα φωτοτυπικά, για να μη πούμε τίποτα για τους επαναστατημένους πολύγραφους και τις δυσπροσάρμοστες δακτυλογράφους, είναι φυσικό να επιφυλάσσεσαι μπροστά στις (άγνωστες) επιπτώσεις ενός νέου τρόπου γραφής και -πολύ περισσότερο- ενός νέου τρόπου διάδοσης των μηνυμάτων, μιας νέας μορφής επικοινωνίας!

Θα μου πεις, εντάξει, -ώ του τεχνολογικού θαύματος συνέπεια!- τώρα γράφεις στο πληκτρολόγιο, διορθώνεις με την βοήθεια του Ανυστερόβουλου Υπολογιστή και διαδίδεις (θεωρητικά) τα μηνύματά σου Όπου στον Κόσμο! Σ’ αρέσει! Όμως έχεις  και τον Άλλο, τον δύσπιστο, να ενίσταται, να γκρινιάζει και να σου μουρμουρίζει στ’αυτί: ¨Και τα κειμενά σου; Που πριν πάνε ¨όπου¨, πρώτα κάνουν μια (αστραπιαία) διαδρομή ως πέρα από τον Ατλαντικό, να τα δει μια μηχανή προικισμένη με αδιόρατους μηχανισμούς ελέγχου, σύγκρισης, ανίχνευσης απαγορευμένων λέξεων και καταραμένων διατυπώσεων, καταγραφής, ε , φακελώματος, ε; Θα σε θυμάται!¨, μου κάνει.

¨Ε, και;¨, τον αποστομώνω! ¨Γιατί, εσύ πίστεψες ότι τους παλιούς καλούς φακέλους τους κάψανε; Έτσι χωρίς να κρατήσουν σημειώσεις και παραπομπές; Χα, χα! Αμα έχεις μάθει με δαύτους, όπως εμείς, θα σε εντυπωσιάσουν τώρα τα ηλεκτροχαφιεδίσματα ; Δε σε αναγνωρίζω¨.

¨Και η δημόσια έκθεση;¨, επιμένει. ¨Εκτίθεσαι δικέ μου. Και μάλιστα σε κοινό απροσδιόριστο, ανανίχνευτο. Νέο στην κυριολεξία και νέο μεταφορικά (συμπεριλαμβάνονται).

¨Ε, και;¨, επαναλαμβάνω χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας. ¨Αμα δε θες να εκτίθεσαι δικέ μου, μείνε έγκλειστος στο ασφαλές σου καβούκι, βράσε στο ζουμί σου. Μη μιλάς, μη διδάσκεις, μην ελπίζεις, μην ονειρεύεσαι καν (στρος)!

 Είχε κι άλλες μικροαντιρρήσεις ο Άλλος, αλλά τελικά κάμφθηκε.

Έτσι μάζεψα τις στοιχειωδέστερες από τις απαραίτητες διαδικαστικές γνώσεις, έβαλα και τον Θάνο να δώσει ένα χέρι, κι έστησα το σκαρί. Μετά, μάζεψα ό,τι καλές προθέσεις είχα διαθέσιμες και έφτιαξα το εισαγωγικό κείμενο. Έριξα το σκαρί στην ιστοθάλασσα χωρίς σαμπάνια, με δυο γουλιές  τσίπουρο.

(συνεχίζεται… Στο επόμενο: «Φιλίες με και χωρίς διαδίκτυο ασφαλείας»)

Δημοσιεύθηκε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΑ ΤΡΕΧΟΝΤΑ | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.